Τηλενουβελοτρέλα

Φόρουμ για τους φαν των τηλενουβελών.
 
HomeHome  CalendarCalendar  FAQFAQ  SearchSearch  MemberlistMemberlist  UsergroupsUsergroups  RegisterRegister  Log in  

Share | 
 

 Συνέχισε την ιστορία...

View previous topic View next topic Go down 
Go to page : Previous  1, 2
AuthorMessage
mel
Admin
avatar

Female Posts : 1405
Join date : 2015-08-11

PostSubject: Re: Συνέχισε την ιστορία...    Wed Dec 23, 2015 11:31 am

Εκείνο το απόγευμα η ζέστη ήταν αποπνιχτική και η Μέτσε ήθελε μόνο να μένει στην αιώρα με το κουτσομπολίστικο περιοδικό που διάβαζε με αρκετό ενδιαφέρον ενώ το μακρύ της πόδι χάιδευε τα κεραμιδί πλακάκια της βεράντας. Επιτέλους, είχε ανάγκη από λίγη ξεκούραση για να ξεπεράσει την αποτυχία της τελευταίας επιχείρησης. Ο Αλβάρο Μπεναβίδες ήταν δυνατός στόχος. Ώριμος, γοητευτικός, χήρος χωρίς υποχρεώσεις και προ παντός εφοπλιστής. Η Μέτσε μπορούσε να τον τυλίξει με τα θέλγητρα που απέκτησε σπουδάζοντας κοντά στη μαντάμ Καταλίνα, και τα οποία είχαν ρίξει νωρίτερα πολλούς με πλούσια τα ελέη. Όπως της δίδαξε η καπάτσα μαντάμ, αντί να ιδρώνει στις πιο άθλιες συνθήκες, κι αφού η φύση της χάρισε σπάνια ομορφιά - ως αποζημίωση για την οικτρή φτώχεια - μπορούσε να ζει κατά διαστήματα σε βίλες και εξοχικά πείθοντας τους ιδιοκτήτες τους για την διψασμένη της καρδιά. Το παραμύθι ήταν πάντοτε το ίδιο με μικρές αλλαγές. Χρειάστηκε να πει πολλές φορές το ποίημα από τα δεκαοχτώ ως τα τριάντα, καθώς η μαντάμ Καταλίνα της άφησε ευχή και κατάρα να μη δεσμευτεί με κανένα. Σ' αυτό το διάστημα, έφτιαξε μια μικρή περιουσία από κοσμήματα. Και πάνω που έλεγε να συμπληρώσει τη συλλογή της με μια σειρά από γαλάζια διαμάντια...η σύζυγος του Αλβάρο σηκώθηκε από τον τάφο. Τι κάθαρμα! Πώς αφήνουν ελεύθερους τέτοιους απατεώνες, σκεφτόταν η Μέτσε, εξετάζοντας τις φωτογραφίες στην κοσμική στήλη, για να βρει το επόμενο θήραμα.
Θα προσπερνούσε τις φωτογραφίες του φιλανθρωπικού γκαλά, στο οποίο παρευρίσκονταν κατά 99% κάτι γηραιές κυρίες όταν έπεσε το βλέμμα της στον Γουστάβο Εσκαλόνα που ίσα που φαινόταν σε μια γωνίτσα μίας από αυτές. Αυτό ήταν! Πάμπλουτος, ωραίος, χήρος, πρόσφατα απατημένος (και αυτό το γνώριζαν όλοι) ... Θα περνούσαν μαζί τον καιρό τους παρηγορώντας ο ένας τον άλλον για την έλλειψη ειλικρίνειας και την εξαπάτηση των πρώην τους.
Κύκλωσε το πρόσωπο του Γουστάβο, σαν υπενθύμιση του στόχου της, κι άφησε το περιοδικό στο τραπεζάκι. Σηκώθηκε από την αιώρα κι έτρεξε στο λουτρό. Δεν ήταν ώρα για χασομέρι, ο καλός στρατιώτης φροντίζει το όπλο του και ρίχνεται στη μάχη με την πρώτη ευκαιρία. Βυθισμένη στους αφρούς, με το ακουστικό ανά χείρας, μάζεψε όσες πληροφορίες μπορούσε. Οι γνωριμίες είναι ανεκτίμητες σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις. Όλες οι εμπόλεμες δυνάμεις διαθέτουν δίκτυο κατασκόπων. Ο Γουστάβο Εσκαλόνα, λοιπόν, είχε μια φάρμα στην εξοχή για να χαλαρώνει και να γεμίζει τις μπαταρίες του. Κάποιοι συλλέγουν γραμματόσημα, άλλοι άλογα και κατσίκια. Οι δεύτεροι δεν έχουν γούστο, σκέφτηκε η Μέτσε, μα το πορτοφόλι τους είναι αυτό που μετράει.
Είχε μόλις βγει απ' την μπανιέρα -δεν είχε προλάβει να ρίξει μια πετσέτα πάνω της, όταν άκουσε να χτυπά το κουδούνι. Παρά την επιμονή του απρόσκλητου επισκέπτη ντύθηκε και χτενίστηκε αργά και με την ίδια νωχελικότητα κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
Ανοίγοντας, τα μάτια της αντίκρισαν ένα πρόσωπο που δεν περίμενε να δει και γούρλωσαν τόσο ώστε θύμιζε γιαπωνέζικο καρτούν. Laughing
"Ντ..Ντάριο;" ψιθύρισε.
"Νόμιζες πως δεν θα σ'έβρισκα;" χαμογέλασε σαρδόνια ο επισκέπτης.
Η Μέτσε έσπρωξε την πόρτα αλλά ο Ντάριο πρόλαβε να βάλει το πόδι του. Ήταν αρκετά δυνατός και ήξερε πως τώρα ήταν αδύνατο να τον εμποδίσει να εισβάλει. Τράβηξε πίσω τις τούφες που έπεφταν στο πρόσωπο και κορδώθηκε προσπαθώντας να δείξει αυτοπεποίθηση και ψυχραιμία.
"Πώς από δω;" τον ρώτησε με προσποιητή αφέλεια.
Ο Ντάριο δεν απάντησε. Έριξε μερικές ματιές στο χώρο, εντόπισε ένα ασημένιο αλογάκι στο τραπεζάκι του χωλ και βάλθηκε να το περιεργάζεται. Εκείνη τη στιγμή η Μέτσε τρόμαξε πραγματικά. Το άρπαξε από τα χέρια του, το έριξε στη βαθιά πολυθρόνα και κάθισε πάνω του με την ελπίδα να το σώσει.
"Θα σου έλεγα να μείνεις για ένα ποτό αλλά δεν έχω χρόνο, Ντάριο. Ετοιμαζόμουν να βγω" χαριτολόγησε.
Ο Ντάριο στράφηκε προς το μέρος της. Τα μάτια του ήταν δυο σχισμές.
"Προτού πληρώσεις, δεν έχεις να πας πουθενά" δήλωσε.
"Χαλάρωσε λίγο Ντάριο, μου φαίνεσαι κουρασμένος" είπε η Μέτσε και άπλωσε το χέρι της για να του χαϊδέψει το μάγουλο αλλά εκείνος της έπιασε δυνατά τον καρπό.
"Δεν ήρθα για να χαλαρώσω αλλά για να μου δώσεις αυτά που είχαμε συμφωνήσει"
"Κάθαρμα" σκέφτηκε η Μέτσε. Και να σκεφτείς ότι κάποτε... "Όχι!" σκέφτηκε. Δεν ήταν η ώρα για να τα σκέφτεται αυτά. Δεν είχε νόημα να συλλογίζεται τη μοναδική φορά που αγνόησε τις συμβουλές της Μαντάμ Καταλίνα και πίστεψε σε κάτι αγνό. Ως πότε θα πλήρωνε αυτό το λάθος της εφηβείας της που στεκόταν τώρα μπροστά της; Αυτό που προείχε ήταν να τον διώξει από το διαμέρισμά της και μετά να κάτσει να σκεφτεί ένα καινούργιο σχέδιο για να απαλλαγεί από αυτόν και τους εκβιασμούς του.
"Δεν γίνεται να μιλήσουμε όταν κάνεις σαν τρελός. Ας ηρεμήσουμε πρώτα" του είπε και προχώρησε στην κάβα.
Νιώθοντας τα μάτια του καρφωμένα πάνω της, γέμισε δυο ποτήρια με γλυκό αγουαρδιέντε και με κινήσεις που θα ζήλευε ταχυδακτυλουργός, φρόντισε να ρίξει στο ένα από αυτά την ακριβή σκόνη που φύλαγε στο δαχτυλίδι της. Όταν έχεις μαθητεύσει δίπλα στη μαντάμ Καταλίνα, μπορείς να κοροϊδέψεις τον αντίπαλο μπροστά του, μονολόγησε από μέσα της.
Όχι τον Ντάριο όμως.
"Έχεις εμπιστοσύνη στις ικανότητές σου, έτσι; Σαν την παλάμη του χεριού μου σε ξέρω,καταραμένη" της είπε μόλις του έτεινε το ποτήρι. Το άρπαξε απ'το χέρι της και το κοπάνησε στο πάτωμα. Κρύος ιδρώτας έλουσε τη Μέτσε. "Για να δούμε! Κλάψε για το χαμένο σου κρύσταλλο να φανεί ποιά είσαι!" Βλέποντάς τη ακίνητη σαν άγαλμα, την άρπαξε από τα μπράτσα και την έφερε αντιμέτωπη με το φλογισμένο του πρόσωπο. "Δεύτερη φορά δεν την πατάει ο Ντάριο Αρισμέντι"
Η Μέτσε δεν άντεξε άλλο. Ελευθερώθηκε καταφέρνοντας μια κλωτσιά στο καλάμι κι έπεσε στο πάτωμα να μαζέψει τα θραύσματα. Κυρίως για να μη φανούν τα δάκρυα. "Πότε βγήκες;" ρώτησε, συγκρατώντας ένα λυγμό.
"Το χειμώνα. Ήθελες να με κρατήσουν παραπάνω; Δεν έφτασαν δέκα χρόνια;"
"Έφτασαν"
"Εγώ πλήρωσα,λοιπόν. Σειρά σου τώρα"
Γνωρίζοντας ήδη την απάντηση αλλά μη μπορώντας να βρει κάτι άλλο να πει και προσπαθώντας να κερδίσει κι άλλο χρόνο η Μέτσε τον ρώτησε "Δεν σκέφτηκες να γυρίσεις πίσω στην οικογένειά σου; Οι γονείς σου..." Ο Ντάριο ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Ήταν όμως ένα γέλιο πικρό, γεμάτο θυμό και ίσως λίγη απόγνωση. "Ωραίο ανέκδοτο" είπε. "Μην παριστάνεις την αφελή γιατί και οι δύο ξέρουμε καλά ότι δεν είσαι. Για τους γονείς μου πέθανα την ημέρα που με βρήκε η αστυνομία αναίσθητο δίπλα από το πτώμα του Ντονάτο Τσάβες. Ο μοναχογιός της αξιότιμης οικογένειας Αρισμέντι, γιος του μεγαλοδικηγόρου Μάριο Αρισμέντι και της Μαρσέλα Αρισμέντι της οικογένειας των Μοντενέγκρο καταδικάζεται για το φόνο διευθυντή τραπέζης εξαιτίας μιας..." Ο Ντάριο σταμάτησε απότομα και η Μέτσε τον κοίταξε θυμωμένη προκαλώντας τον να αποτελειώσει τη φράση του.
"Εξαιτίας μιας...; Ξέρεις καλά ότι κάποτε είχα πάρει την απόφαση ν'αλλάξω ζωή. Εσύ όμως κατάφερες να μου αλλάξεις γνώμη" τον κεραυνοβόλησε η Μέτσε, δεν είχε πια διάθεση να τον καλοπιάσει "Πιστεύεις πως δεν είχα τίποτα αγνό μέσα μου; Μια μικρή ελπίδα την είχα. Και φρόντισες να την κάψεις. Τότε κατάλαβα πόσο δίκιο είχε η Μαντάμ Καταλίνα όταν έλεγε να μην εμπιστεύομαι κανέναν. Κι αυτή καμμένη ήταν"
Ο Ντάριο την τράβηξε να σηκωθεί. Ήθελε να δει την αλήθεια στα μάτια της. "Αν σε κατέστρεψα εγώ, όπως με κατηγορείς, γιατί μου τηλεφώνησες εκείνη τη μέρα; Γιατί ζήτησες να σε σώσω από το τομάρι τον διευθυντή της τράπεζας; Εκτός αν..." έκανε μια παύση, προσπαθώντας να διαβάσει τη σκέψη της. Τον κοιτούσε με μια υπόνοια θλίψης. Μήπως δεν αλήθευαν όσα σκέφτηκε γι'αυτήν τις ατελείωτες ώρες μοναξιάς στη φυλακή; Ίσως πάλι να υποκρινόταν τη θλιμμένη για να ξεφύγει. "Εκτός αν ήταν όλα μια καλοστημένη παγίδα!"
Για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή η Μέτσε θέλησε να του πει την αλήθεια. Η υπερηφάνεια της όμως υπερίσχυσε. Άστον να σκέφτεται ό,τι θέλει! Δεν του αξίζει η αλήθεια. Το τελευταίο που ήθελε ήταν να καταλάβει πόσο είχε υποφέρει εξαιτίας του. "Ας μιλήσουμε γι' αυτό που πραγματικά ήρθες" του είπε βάζοντας τέλος στις αμφιβολίες του. Μάζεψε το περιοδικό από το τραπεζάκι και του έτεινε τη σελίδα με το πρόσωπο του Gustavo Escalona. "Τι είναι αυτό;" τη ρώτησε ξαφνιασμένος.
"Αυτό που θέλουμε και οι δύο είναι χρήματα και αυτός ο άνδρας έχει πάρα πολλά. Αν συνεργαστούμε θα έχεις τα διπλά από αυτά που συμφωνήσαμε" του είπε χαμογελώντας.
O Ντάριο κάθισε παράμερα και άρχισε να επεξεργάζεται την εικόνα. Η Μέτσε ανάσανε με ανακούφιση κι έδιωξε το σύννεφο της θλίψης από τα βλέφαρα. Δεν ωφελεί σε τίποτα να σκαλίζεις τα περασμένα. Σημασία έχει τι θα γίνει από δω και μπρος. Ο Ντάριο χρειαζόταν επειγόντως χρήματα. Δεν είχε πού την κεφαλή κλίναι και σιγά μην έβρισκε δουλειά με το απολυτήριο της φυλακής. Η Μέτσε ήταν σίγουρη πως θα δεχόταν την προσφορά της.
"Μπορούμε να τον πλευρίσουμε μαζί. Θα εμφανιστείς ως αδερφός μου" του έκλεισε το μάτι.
Ο Ντάριο σήκωσε το κεφάλι από το περιοδικό. "Να σε εμπιστευτώ άραγε; Όσο ήμουν μέσα δεν ήρθες ούτε μία φορά να με δεις, πόσο μάλλον να μου στείλεις λεφτά, όπως μου είχες υποσχεθεί!"
Η Μέτσε τον πλησίασε, γονάτισε μπροστά του και του χάιδεψε τα γόνατα. "Τώρα είναι διαφορετικό. Η δουλειά πέφτει στους ώμους και των δύο. Ξέρεις ότι μπορείς να ξεσκεπάσεις αν δεν τηρήσω τη συμφωνία"
Ο Ντάριο έμεινε για λίγο σκεπτικός. Έπειτα σηκώθηκε ταυτόχρονα με τη Μέτσε και πήρε ένα ύφος έπαρσης. "Ωραία λοιπόν, δέχομαι. Πού ν'αφήσω τα πράγματά μου; Ένα σακίδιο είναι όλο κι όλο"
"Θα...θα μετακομίσεις εδώ;" τραύλισε εκείνη.
"Δεν με θέλεις, αδελφούλα;"
Η Μέτσε σώπασε να σκεφτεί. Η εισβολή στο αρχοντικό της δεν θα ήταν για πολύ. Σύντομα θα πήγαιναν στην εξοχή να βρουν τον Εσκαλόνα. Συμφώνησε ξεφυσώντας κι έστειλε τον Ντάριο να βολευτεί στον ξενώνα.
*****
Ήταν έξι η ώρα το πρωί όταν ο Γουστάβο αποφάσισε να σηκωθεί. Δεν είχε νόημα να παραμένει στο κρεβάτι και να προσπαθεί να κοιμηθεί. Παρά την κούραση που ένιωθε χθες το βράδυ με τις ατελείωτες δουλειές που είχε η φάρμα, κοιμήθηκε μόλις 4 ώρες και πέρασε άλλες 3 συλλογιζόμενος την αγαπημένη του Ινές, τον παιδικό του έρωτα και μετέπειτα σύζυγό του που η ζωή του πήρε τόσο άδικα πριν από 5 χρόνια. Πως μπόρεσε να σκεφτεί ότι θα βρισκόταν η γυναίκα που θα γέμιζε το κενό που του άφησε η απώλειά της; Και μάλιστα στο πρόσωπο της Καρολίνα, αυτής της άμυαλης - όπως αποδείχθηκε - μικρής που τώρα απολάμβανε τα φώτα της δημοσιότητας εξαιτίας της ιστορίας που είχε μαζί της. Σέλωσε το άλογό του και αποφάσισε να κάνει μια βόλτα.
Τα ζωηρά χρώματα της εξοχής και το γλυκό πρωινό άρωμα γαλήνεψαν την ψυχή του. Ξεπέζεψε και πλησίασε τον καταρράκτη. Άκουσε τον ήχο του νερού, πήρε βαθιά ανάσα, περπάτησε στη χλόη κι όταν έφτασε η ώρα για το πρωινό του, ανέβηκε πάλι στο άλογο. Μια ευχάριστη έκπληξη τον περίμενε στην επιστροφή. Η Λιλιάνα στεκόταν στην είσοδο του σπιτιού με τις βαλίτσες της.
"Πού χάθηκες πρωί πρωί, θείε Γουστάβο;" ρώτησε παιχνιδιάρικα και ρίχτηκε στην αγκαλιά του "Όταν έρχεσαι στο εξοχικόγίνεσαι άλλος άνθρωπος. Με τις κότες κοιμάσαι, με τους πετεινούς σηκώνεσαι!"
"Κι εσύ δεν πας πίσω, βλέπω" χαμογέλασε ο Γουστάβο. "Δεν περίμενα να σε βρω εδώ τέτοια ώρα"
"Πήρα το πρώτο λεωφορείο"
Ο Γουστάβο μετέφερε τις βαλίτσες της κοπέλας στο διάδρομο. "Οι γονείς σου ξέρουν άραγε γι' αυτήν την ξαφνική επίσκεψη;"
"Ω, μην ανησυχείς. Η αδελφούλα σου κι ο γαμπρούλης σου δεν θα είχαν καμιά αντίρρηση να έρχομαι στην εξοχή πότε πότε"
Της σέρβιρε το πρωινό που είχε φτιάξει από νωρίς η οικονόμος και μετά άρχισαν μέσω πειραγμάτων να τακτοποιούν τα πράγματα στο δωμάτιο που πάντα προτιμούσε η μικρή στις αιφνιδιαστικές της επισκέψεις.
Ο Γουστάβο χαμογελούσε στην πραγματικότητα όμως τα συναισθήματά του ήταν ανάμεικτα. Χαιρόταν που έβλεπε την αγαπημένη του ανηψούλα αλλά εδώ και καιρό ένιωθε πως η αστείρευτη ενέργειά της τον αποσυντόνιζε. Παλιότερα ούτε τον κούραζε ούτε τον ενοχλούσε καθόλου. Τώρα η ζωή του όλη ήταν η εργασία στην φάρμα και οι δυσάρεστες σκέψεις που είχαν να κάνουν με τις δυο γυναίκες που η κάθεμια για διαφορετικούς λόγους άφησε στην ψυχή του το μελανό της στίγμα. Μήπως είχε παραμεγαλώσει; Μήπως απλώς του κόστιζε να επιστρέψει στην ζωή που ήταν πιο κοντά στην "κανονικότητα" των περισσότερων ανθρώπων, στην ζωή που δεν περιλάμβανε μόνο δουλειές και μαύρες σκέψεις;
*****
Την ίδια στιγμή, περίπου 2 χιλιόμετρα βορειότερα, η Μέτσε και ο Ντάριο έμπαιναν στο σαλόνι ενός παλιού αρχοντικού. Ο Ντάριο στάθηκε και το κοιτούσε σαν υπνωτισμένος. "Τι κάθεσαι έτσι; Βοήθησέ με να ξεφορτώσουμε τις βαλίτσες" του φώναξε η Μέτσε. "Μοιάζει τόσο με το πατρικό μου" σκέφτηκε μελαγχολικά ο Ντάριο καθώς το βλέμμα του έπεφτε στο μεγάλο τζάκι. "Στη μητέρα μου άρεσε να κάθεται..." αλλά ένα χτύπημα στον ώμο διέκοψε βίαια τις σκέψεις του. "Σου μιλάω Ντάριο! Δεν μ' ακούς; Έλα να ξεφορτώσουμε τις βαλίτσες!" "Υποτίθεται ότι κάποιος θα ήταν εδώ γι' αυτή τη δουλειά!" της απάντησε ενοχλημένος. "Αυτή η κυρία που σου νοίκιασε το σπίτι δεν μου είπες ότι σου άφησε και προσωπικό;" "Χοσέ; Εσύ είσαι άχρηστε;" ακούστηκε μια διαπεραστική, γυναικεία φωνή και έκανε την εμφάνισή της μια μεσήλικη γυναίκα με ποδιά και μια κουτάλα στο χέρι. Μόλις είδε τη Μέτσε και τον Ντάριο αμέσως έφυγε η αγριεμένη έκφραση από το πρόσωπό της και προσπάθησε να διορθώσει λίγο τα μαλλιά της. "Καλημέρα σας" είπε αμήχανα. "Καλά άκουσα ότι κάποιος ήρθε. Ασφαλώς θα είστε ο κ. Μοντέρο" είπε απευθυνόμενη στον Ντάριο που της φάνηκε πιο προσιτός. "Μάλιστα κυρία μου. Είμαι ο Εντουάρντο Μοντέρο και από δω η αδερφή μου Βικτόρια" της αποκρίθηκε διασκεδάζοντας λίγο με την αμηχανία της.
"Σας περιμέναμε, κοπιάστε, κοπιάστε..." χαμογέλασε η γυναίκα "Είμαι η Χασίντα και φροντίζω τούτο το σπίτι. Σας ετοιμάζω ένα γεύμα που θα γλείφετε τα δάχτυλά σας! Ώσπου να τακτοποιηθείτε, θα έχω στρωμένο το τραπέζι. Θα πεινάτε σίγουρα μιας κι έρχεστε από μακριά" είπε μονοκοπανιά και παίρνοντας μια ανάσα, "Βλέπω, κουβαλάτε μπόλικο νοικοκυριό. Έπρεπε να 'ναι δω αυτός ο ανεπρόκοπος! Μη σας νοιάζει, όμως, μόλις γυρίσει θα τον βάλω να σας ανεβάσει τις βαλίτσες στα δωμάτια. Να σας φτιάξω έναν καφέ;"
Ο Ντάριο αρνήθηκε ευγενικά και στράφηκε στη Μέτσε "Δεν είναι όμορφο μέρος, αδερφούλα;"
"Το ομορφότερο που θα μπορούσαμε να βρούμε σ'αυτήν τη μεσαιωνική εξορία"
Ο Ντάριο κοίταξε τη Χασίντα που τα έχασε για μια στιγμή κι έριξε μια επικριτική ματιά στη Μέτσε, που δάγκωσε τα χείλη της. Μα δεν είχαν συμφωνήσει να παραστήσουν τους εραστές της εξοχής για να πειστεί το θήραμα να τους δεχτεί; Στο κάτω κάτω, ξέχασε η Μέτσε την καταγωγή της και φερόταν με τόσο σνομπισμό; Από ένα χωριό ξεχασμένο κι από το Θεό την τράβηξε η μαντάμ Καταλίνα.
Σε λίγο κατέφτασε ο Χοσέ. Είχε το πρόσωπο εύθυμου χωρικού, τα τραχά χέρια του αγρότη και το καουμπόικο καπέλο των ανδρών της περιοχής. Συστήθηκε γελαστός κι ανέλαβε να ανεβάσει τις βαλίτσες υπό τα γρυλίσματα της γυναίκας του. Οι φιλοξενούμενοι αποσύρθηκαν στα δωμάτιά τους.
Η Μέτσε λούστηκε, άλλαξε ρούχα κι έπιασε να στεγνώσει τα μαλλιά της. Ο Ντάριο μπήκε στο δωμάτιό της σφυρίζοντας. "Συμπαθητικό το προσωπικό" είπε, παίζοντας με την κουνουπιέρα του κρεβατιού, "Και πολυλογάδες. Δεν θα δυσκολευτούμε να μάθουμε ολόκληρο το βιογραφικό του γελαδάρη σου. Ούτε θ' αργήσουν να διαδώσουν στο χωριό την άφιξή μας"
Εκείνη κάθισε στην μικρή μπορντό πολυθρόνα όπως θα καθόταν μια αυτοκράτειρα στον θρόνο της.
-Εκ πρώτης όψεως ο Γουστάβο φαίνεται εύκολος στόχος. Από την μικρή μου έρευνα προκύπτει ότι αν και πάμπλουτος δεν έχει σχέση με κομπίνες και βρώμικο χρήμα, απάντησε η Μέτσε με ύφος υψηλόβαθμου στελέχους πολυεθνικής έτοιμο να εξηγήσει στους υφισταμένους την στρατηγική της εταιρείας. Μοιάζει πολύ αθώος, σχεδόν αγνός... Όμως, κανόνας πρώτος, δεν υποτιμάμε ποτέ τον αντίπαλο, ούτε τις συνθήκες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πανωλεθρία.
Ο Ντάριο για μια στιγμή έστρεψε το βλέμμα του από εκείνη την γυναίκα που μόλις χθες τον έτρεμε και σήμερα πάλι κινούσε τα νήματα, η δύναμη που ασκούσε πάνω του ήταν τρομακτική.
-Δεν σε πιστεύω, είμαι σίγουρος πως τον έχεις ήδη καταγράψει στον μακρύ κατάλογο των θυμάτων σου, είπε κοιτάζοντάς την και πάλι στα μάτια. Κι εγώ δεν ξέρω αν θα έπρεπε να είμαι με το μέρος σου ή να προσεγγίσω το θύμα ως... συνάδελφος, συνέχισε μ' ένα χαμόγελο.
-Ας πάμε λοιπόν και στον δεύτερο κανόνα. Αφήνουμε πίσω το παρελθόν. Εγώ δεν θα είχα φτάσει ποτέ εκεί που έφτασα αν δεν το ξεπερνούσα.
Σηκώθηκε και τον ακούμπησε τρυφερά στο περίγραμμα του προσώπου.
-Μην αφήνεις την πίκρα να σε επηρεάζει καλέ μου. Και οι δυο έχουμε να κερδίσουμε από αυτή την ιστορία. Αν μάλιστα φερθείς έξυπνα, έχεις να κερδίσεις κάτι πολύ παραπάνω από το μερίδιό σου. Την οικονομική εξασφάλιση κι ευημερία εφ' όρου ζωής!
“Τι έχεις στο μυαλό σου Μέτσε;” Τη ρώτησε κοιτώντας την καχύποπτα. “ΒΙ-ΚΤΟ-ΡΙ-Α!! Είμαι η Βικτόρια και είσαι ο Εντουάρντο. Ακόμα κι όταν είμαστε μόνοι μας θα χρησιμοποιούμε τα καινούργια μας ονόματα. Δεν ξέρεις ότι και οι τοίχοι έχουν αυτιά;” “Καλά!” Έκανε εκείνος ανυπόμονα. “Τι έχεις στο μυαλό σου αδερφουλα;” “Οτί θα μπορούσες να κάνεις πολύ ενδιαφέρουσες γνωριμίες από τον κύκλο του Γουστάβο όσο εγώ θα ασχολούμαι μαζί του. Και που ξέρεις... μπορεί και έναν πολύ καλό γάμο.” Την κοίταξε εμβρόντητος. Τι; Τώρα τον παντρολογούσε κι από πάνω;
-Τι νομίζεις πως νοσταλγώ την φυλακή, πως δεν βλέπω την ώρα να ξανασαπίσω εκεί μέσα; απάντησε νευρικά. Για σένα βέβαια θα είναι εύκολο να ξαπλώνεις με αυτόν τον χωριάτη και να παίρνεις ως αντάλλαγμα κοσμήματα και ακίνητα. Εγώ πώς θα παντρευτώ ως Εντουάρντο;  
-Αν δε χαλαρώσεις λίγο φυσικά και δε θα παντρευτείς, δε θα φτάσεις πουθενά. Αν δε ζήσεις και ο ίδιος σε ένα βαθμό το παραμύθι δεν πρόκειται να πείσεις. Κι έπειτα τι νόμιζες, πως τα οργανώνω όλα μόνη μου όλα αυτά τα χρόνια; Υπάρχουν οι φύλακες άγγελοί μου που με βοηθούν. Ψεύτικοι δεν είναι μόνο οι έρωτές μου, έχω ψεύτικο περίγυρο, ψεύτικους αριστοκράτες συγγενείς... Άνοιξε το πάνω συρτάρι του κομψού κομοδίνου. Ορίστε, είπε δίνοντας του δυο φρεσκοτυπωμένα διαβατήρια. Ούτε ο πιο έμπειρος ερευνητής της αστυνομίας δε θα καταλάβαινε ότι είναι πλαστά. Είμαστε πια ο Εντουάρντο και η Βικτόρια.
****
«Εντουάρντο και Βικτόρια Μοντέρο;» Όχι, δεν τους έχω ξανακούσει. Και πότε ήρθαν Ελβίρα;» ρώτησε η Λιλιάνα καθώς βοηθούσε την οικονόμο του σπιτιού του Γουστάβο να διπλώσει κάτι σεντόνια. «Σήμερα το πρωί. Νοίκιασαν το αρχοντικό της δόνια Κλορίντα για το καλοκαίρι» «Και πως είναι αυτοί;» «Από τα λίγα που μου είπε ο Χοσέ η κοπέλα φαίνεται λίγο ξιπασμένη αλλά ο αδερφός της είναι πολύ ευγενικός» «Και όμορφος;» «Και τι σ’ ενδιαφέρει αυτό μικρή μου;» «Δεν μ’ ενδιαφέρει, κουβέντα να γίνεται» απάντησε η Λιλιάνα δήθεν αδιάφορα αλλά η Ελβίρα είδε τη λάμψη στα μάτια της. «Πόσο γρήγορα μεγαλώνουν τα παιδιά» σκέφτηκε καθώς παρατηρούσε πιο προσεκτικά τη Λιλιάνα.
Πριν προλάβουν να πουν κάτι άλλο, ο Γουστάβο άνοιξε την πόρτα.
-Τι κάνετε εδώ;
-Μιλούσαμε για την Βικτόρια και τον Εντουάρντο Μοντέρο που έχουν νοικιάσει το αρχοντικό της δόνια Κλορίντα, εσύ γνωρίζεις κάτι γι αυτούς θειούλη;  
-Όχι, θα είναι καινούργιοι στην περιοχή. Βλέπω αρχίσατε ήδη τον κοινωνικό σχολιασμό, συνέχισε πειραχτικά ο Γουστάβο.
-Γιατί όχι, τα νέα είναι για να μαθαίνονται και φυσικά να σχολιάζονται, απάντησε χωρίς να πτοείται η Λιλιάνα. Δεν ξέρουμε ακόμα τίποτα σημαντικό αλλά αύριο στην γιορτή των Λεκορνέ θα τα μάθουμε όλα. Εσύ θα φορέσεις το πιο καλό σου κουστούμι και θα κόψεις λίγο τα μαλλιά, πρόσθεσε περνώντας τα χέρια της ανάμεσά τους. Θα είσαι πιο ωραίος έτσι.
-Μα Λιλιάνα... έχω...
-Δεν έχεις τίποτα. Και μη διανοηθείς σήμερα και αύριο να περάσεις όλο τον χρόνο σου με άλογα και γελάδια, σε θέλω όμορφο και φρέσκο για εκείνο το βράδυ. Είναι καιρός να αρχίσεις να βγαίνεις, να γνωρίζεις κόσμο... πέρα από τις γηραιές κυρίες των φιλανθρωπικών γκαλά εννοώ.
- Σου χαλάω εγώ χατήρι; της απάντησε γνωρίζοντας τον επίμονο χαρακτήρα της ανίψιας του. Θα πήγαινε σ’ αυτήν τη γιορτή, θα έμενε για λίγο, ίσα για να ευχαριστήσει τη Λιλιάνα και για να ευχηθεί στους Λεκορνέ και μετά θα έβρισκε μια δικαιολογία και θα έφευγε. Έτσι είχε τριπλό όφελος: α) θα γλίτωνε από τη γκρίνια της Λιλιάνα, β) δεν θα τον έπιαναν στο στόμα τους οι Λεκορνέ που φρόντιζαν να διαδίδουν ότι μετά το χωρισμό του με την Καρολίνα είχε καταντήσει ερημίτης και μαράζωνε (άσχετα αν ήταν λίγο αλήθεια) και γ) θα γνώριζε κι αυτή την περίφημη δεσποινίδα Μοντέρο για την οποία μιλούσε ακατάπαυστα όλο το προσωπικό μόλις λίγη ώρα από την άφιξή της στην περιοχή. Γνωρίζοντας τον ενθουσιώδη χαρακτήρα της ανιψιάς του, είχε το χρέος να δει από κοντά αυτή τη γυναίκα και τον αδερφό της για να αποφασίσει αν θα επέτρεπε στη Λιλιάνα να κάνει παρέα μαζί τους γιατί αναμφίβολα η μικρή έτσι και τους συμπαθούσε θα τους γινόταν τσιμπούρι.
****
Δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που οι Λεκορνέ εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Αν ήταν τυχοδιώκτες ή αξιοσέβαστοι μεσήλικες κανείς δεν μπορούσε να πει με σιγουριά, πάντως η διαμονή τους στην ακριβότερη έπαυλη-πύργο, η ευθυμία τους και το γεγονός ότι μοιάζανε να είχαν γεννηθεί για να κρατάνε ένα ποτήρι σαμπάνια στις κοσμικές εκδηλώσεις, έφταναν για να κερδίσουν την αγάπη και την εκτίμηση του κόσμου. Έλεγαν ότι προέρχονταν από κάποια βασιλική οικογένεια κάποιου κρατίδιου της Ευρώπης, από εκείνες των οποίων οι φωτογραφίες τυπώνονταν στα σαλόνια των περιοδικών, φήμη που οι ίδιοι ούτε είχαν επιβεβαιώσει, ούτε διαψεύσει.
Η Μέτσε που είχε γύρει τρυφερά στον ώμο του Ντάριο, δε φαινόταν να συμμερίζεται τη γνώμη των επαρχιωτών.

_________________
Back to top Go down
View user profile http://thlenouvelotrela.forumgreek.com
Άσχετη

avatar

Posts : 55
Join date : 2015-08-13

PostSubject: Re: Συνέχισε την ιστορία...    Sun Dec 27, 2015 1:53 pm

Εκείνο το απόγευμα η ζέστη ήταν αποπνιχτική και η Μέτσε ήθελε μόνο να μένει στην αιώρα με το κουτσομπολίστικο περιοδικό που διάβαζε με αρκετό ενδιαφέρον ενώ το μακρύ της πόδι χάιδευε τα κεραμιδί πλακάκια της βεράντας. Επιτέλους, είχε ανάγκη από λίγη ξεκούραση για να ξεπεράσει την αποτυχία της τελευταίας επιχείρησης. Ο Αλβάρο Μπεναβίδες ήταν δυνατός στόχος. Ώριμος, γοητευτικός, χήρος χωρίς υποχρεώσεις και προ παντός εφοπλιστής. Η Μέτσε μπορούσε να τον τυλίξει με τα θέλγητρα που απέκτησε σπουδάζοντας κοντά στη μαντάμ Καταλίνα, και τα οποία είχαν ρίξει νωρίτερα πολλούς με πλούσια τα ελέη. Όπως της δίδαξε η καπάτσα μαντάμ, αντί να ιδρώνει στις πιο άθλιες συνθήκες, κι αφού η φύση της χάρισε σπάνια ομορφιά - ως αποζημίωση για την οικτρή φτώχεια - μπορούσε να ζει κατά διαστήματα σε βίλες και εξοχικά πείθοντας τους ιδιοκτήτες τους για την διψασμένη της καρδιά. Το παραμύθι ήταν πάντοτε το ίδιο με μικρές αλλαγές. Χρειάστηκε να πει πολλές φορές το ποίημα από τα δεκαοχτώ ως τα τριάντα, καθώς η μαντάμ Καταλίνα της άφησε ευχή και κατάρα να μη δεσμευτεί με κανένα. Σ' αυτό το διάστημα, έφτιαξε μια μικρή περιουσία από κοσμήματα. Και πάνω που έλεγε να συμπληρώσει τη συλλογή της με μια σειρά από γαλάζια διαμάντια...η σύζυγος του Αλβάρο σηκώθηκε από τον τάφο. Τι κάθαρμα! Πώς αφήνουν ελεύθερους τέτοιους απατεώνες, σκεφτόταν η Μέτσε, εξετάζοντας τις φωτογραφίες στην κοσμική στήλη, για να βρει το επόμενο θήραμα.
Θα προσπερνούσε τις φωτογραφίες του φιλανθρωπικού γκαλά, στο οποίο παρευρίσκονταν κατά 99% κάτι γηραιές κυρίες όταν έπεσε το βλέμμα της στον Γουστάβο Εσκαλόνα που ίσα που φαινόταν σε μια γωνίτσα μίας από αυτές. Αυτό ήταν! Πάμπλουτος, ωραίος, χήρος, πρόσφατα απατημένος (και αυτό το γνώριζαν όλοι) ... Θα περνούσαν μαζί τον καιρό τους παρηγορώντας ο ένας τον άλλον για την έλλειψη ειλικρίνειας και την εξαπάτηση των πρώην τους.
Κύκλωσε το πρόσωπο του Γουστάβο, σαν υπενθύμιση του στόχου της, κι άφησε το περιοδικό στο τραπεζάκι. Σηκώθηκε από την αιώρα κι έτρεξε στο λουτρό. Δεν ήταν ώρα για χασομέρι, ο καλός στρατιώτης φροντίζει το όπλο του και ρίχνεται στη μάχη με την πρώτη ευκαιρία. Βυθισμένη στους αφρούς, με το ακουστικό ανά χείρας, μάζεψε όσες πληροφορίες μπορούσε. Οι γνωριμίες είναι ανεκτίμητες σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις. Όλες οι εμπόλεμες δυνάμεις διαθέτουν δίκτυο κατασκόπων. Ο Γουστάβο Εσκαλόνα, λοιπόν, είχε μια φάρμα στην εξοχή για να χαλαρώνει και να γεμίζει τις μπαταρίες του. Κάποιοι συλλέγουν γραμματόσημα, άλλοι άλογα και κατσίκια. Οι δεύτεροι δεν έχουν γούστο, σκέφτηκε η Μέτσε, μα το πορτοφόλι τους είναι αυτό που μετράει.
Είχε μόλις βγει απ' την μπανιέρα -δεν είχε προλάβει να ρίξει μια πετσέτα πάνω της, όταν άκουσε να χτυπά το κουδούνι. Παρά την επιμονή του απρόσκλητου επισκέπτη ντύθηκε και χτενίστηκε αργά και με την ίδια νωχελικότητα κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
Ανοίγοντας, τα μάτια της αντίκρισαν ένα πρόσωπο που δεν περίμενε να δει και γούρλωσαν τόσο ώστε θύμιζε γιαπωνέζικο καρτούν. Laughing
"Ντ..Ντάριο;" ψιθύρισε.
"Νόμιζες πως δεν θα σ'έβρισκα;" χαμογέλασε σαρδόνια ο επισκέπτης.
Η Μέτσε έσπρωξε την πόρτα αλλά ο Ντάριο πρόλαβε να βάλει το πόδι του. Ήταν αρκετά δυνατός και ήξερε πως τώρα ήταν αδύνατο να τον εμποδίσει να εισβάλει. Τράβηξε πίσω τις τούφες που έπεφταν στο πρόσωπο και κορδώθηκε προσπαθώντας να δείξει αυτοπεποίθηση και ψυχραιμία.
"Πώς από δω;" τον ρώτησε με προσποιητή αφέλεια.
Ο Ντάριο δεν απάντησε. Έριξε μερικές ματιές στο χώρο, εντόπισε ένα ασημένιο αλογάκι στο τραπεζάκι του χωλ και βάλθηκε να το περιεργάζεται. Εκείνη τη στιγμή η Μέτσε τρόμαξε πραγματικά. Το άρπαξε από τα χέρια του, το έριξε στη βαθιά πολυθρόνα και κάθισε πάνω του με την ελπίδα να το σώσει.
"Θα σου έλεγα να μείνεις για ένα ποτό αλλά δεν έχω χρόνο, Ντάριο. Ετοιμαζόμουν να βγω" χαριτολόγησε.
Ο Ντάριο στράφηκε προς το μέρος της. Τα μάτια του ήταν δυο σχισμές.
"Προτού πληρώσεις, δεν έχεις να πας πουθενά" δήλωσε.
"Χαλάρωσε λίγο Ντάριο, μου φαίνεσαι κουρασμένος" είπε η Μέτσε και άπλωσε το χέρι της για να του χαϊδέψει το μάγουλο αλλά εκείνος της έπιασε δυνατά τον καρπό.
"Δεν ήρθα για να χαλαρώσω αλλά για να μου δώσεις αυτά που είχαμε συμφωνήσει"
"Κάθαρμα" σκέφτηκε η Μέτσε. Και να σκεφτείς ότι κάποτε... "Όχι!" σκέφτηκε. Δεν ήταν η ώρα για να τα σκέφτεται αυτά. Δεν είχε νόημα να συλλογίζεται τη μοναδική φορά που αγνόησε τις συμβουλές της Μαντάμ Καταλίνα και πίστεψε σε κάτι αγνό. Ως πότε θα πλήρωνε αυτό το λάθος της εφηβείας της που στεκόταν τώρα μπροστά της; Αυτό που προείχε ήταν να τον διώξει από το διαμέρισμά της και μετά να κάτσει να σκεφτεί ένα καινούργιο σχέδιο για να απαλλαγεί από αυτόν και τους εκβιασμούς του.
"Δεν γίνεται να μιλήσουμε όταν κάνεις σαν τρελός. Ας ηρεμήσουμε πρώτα" του είπε και προχώρησε στην κάβα.
Νιώθοντας τα μάτια του καρφωμένα πάνω της, γέμισε δυο ποτήρια με γλυκό αγουαρδιέντε και με κινήσεις που θα ζήλευε ταχυδακτυλουργός, φρόντισε να ρίξει στο ένα από αυτά την ακριβή σκόνη που φύλαγε στο δαχτυλίδι της. Όταν έχεις μαθητεύσει δίπλα στη μαντάμ Καταλίνα, μπορείς να κοροϊδέψεις τον αντίπαλο μπροστά του, μονολόγησε από μέσα της.
Όχι τον Ντάριο όμως.
"Έχεις εμπιστοσύνη στις ικανότητές σου, έτσι; Σαν την παλάμη του χεριού μου σε ξέρω,καταραμένη" της είπε μόλις του έτεινε το ποτήρι. Το άρπαξε απ'το χέρι της και το κοπάνησε στο πάτωμα. Κρύος ιδρώτας έλουσε τη Μέτσε. "Για να δούμε! Κλάψε για το χαμένο σου κρύσταλλο να φανεί ποιά είσαι!" Βλέποντάς τη ακίνητη σαν άγαλμα, την άρπαξε από τα μπράτσα και την έφερε αντιμέτωπη με το φλογισμένο του πρόσωπο. "Δεύτερη φορά δεν την πατάει ο Ντάριο Αρισμέντι"
Η Μέτσε δεν άντεξε άλλο. Ελευθερώθηκε καταφέρνοντας μια κλωτσιά στο καλάμι κι έπεσε στο πάτωμα να μαζέψει τα θραύσματα. Κυρίως για να μη φανούν τα δάκρυα. "Πότε βγήκες;" ρώτησε, συγκρατώντας ένα λυγμό.
"Το χειμώνα. Ήθελες να με κρατήσουν παραπάνω; Δεν έφτασαν δέκα χρόνια;"
"Έφτασαν"
"Εγώ πλήρωσα,λοιπόν. Σειρά σου τώρα"
Γνωρίζοντας ήδη την απάντηση αλλά μη μπορώντας να βρει κάτι άλλο να πει και προσπαθώντας να κερδίσει κι άλλο χρόνο η Μέτσε τον ρώτησε "Δεν σκέφτηκες να γυρίσεις πίσω στην οικογένειά σου; Οι γονείς σου..." Ο Ντάριο ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Ήταν όμως ένα γέλιο πικρό, γεμάτο θυμό και ίσως λίγη απόγνωση. "Ωραίο ανέκδοτο" είπε. "Μην παριστάνεις την αφελή γιατί και οι δύο ξέρουμε καλά ότι δεν είσαι. Για τους γονείς μου πέθανα την ημέρα που με βρήκε η αστυνομία αναίσθητο δίπλα από το πτώμα του Ντονάτο Τσάβες. Ο μοναχογιός της αξιότιμης οικογένειας Αρισμέντι, γιος του μεγαλοδικηγόρου Μάριο Αρισμέντι και της Μαρσέλα Αρισμέντι της οικογένειας των Μοντενέγκρο καταδικάζεται για το φόνο διευθυντή τραπέζης εξαιτίας μιας..." Ο Ντάριο σταμάτησε απότομα και η Μέτσε τον κοίταξε θυμωμένη προκαλώντας τον να αποτελειώσει τη φράση του.
"Εξαιτίας μιας...; Ξέρεις καλά ότι κάποτε είχα πάρει την απόφαση ν'αλλάξω ζωή. Εσύ όμως κατάφερες να μου αλλάξεις γνώμη" τον κεραυνοβόλησε η Μέτσε, δεν είχε πια διάθεση να τον καλοπιάσει "Πιστεύεις πως δεν είχα τίποτα αγνό μέσα μου; Μια μικρή ελπίδα την είχα. Και φρόντισες να την κάψεις. Τότε κατάλαβα πόσο δίκιο είχε η Μαντάμ Καταλίνα όταν έλεγε να μην εμπιστεύομαι κανέναν. Κι αυτή καμμένη ήταν"
Ο Ντάριο την τράβηξε να σηκωθεί. Ήθελε να δει την αλήθεια στα μάτια της. "Αν σε κατέστρεψα εγώ, όπως με κατηγορείς, γιατί μου τηλεφώνησες εκείνη τη μέρα; Γιατί ζήτησες να σε σώσω από το τομάρι τον διευθυντή της τράπεζας; Εκτός αν..." έκανε μια παύση, προσπαθώντας να διαβάσει τη σκέψη της. Τον κοιτούσε με μια υπόνοια θλίψης. Μήπως δεν αλήθευαν όσα σκέφτηκε γι'αυτήν τις ατελείωτες ώρες μοναξιάς στη φυλακή; Ίσως πάλι να υποκρινόταν τη θλιμμένη για να ξεφύγει. "Εκτός αν ήταν όλα μια καλοστημένη παγίδα!"
Για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή η Μέτσε θέλησε να του πει την αλήθεια. Η υπερηφάνεια της όμως υπερίσχυσε. Άστον να σκέφτεται ό,τι θέλει! Δεν του αξίζει η αλήθεια. Το τελευταίο που ήθελε ήταν να καταλάβει πόσο είχε υποφέρει εξαιτίας του. "Ας μιλήσουμε γι' αυτό που πραγματικά ήρθες" του είπε βάζοντας τέλος στις αμφιβολίες του. Μάζεψε το περιοδικό από το τραπεζάκι και του έτεινε τη σελίδα με το πρόσωπο του Gustavo Escalona. "Τι είναι αυτό;" τη ρώτησε ξαφνιασμένος.
"Αυτό που θέλουμε και οι δύο είναι χρήματα και αυτός ο άνδρας έχει πάρα πολλά. Αν συνεργαστούμε θα έχεις τα διπλά από αυτά που συμφωνήσαμε" του είπε χαμογελώντας.
O Ντάριο κάθισε παράμερα και άρχισε να επεξεργάζεται την εικόνα. Η Μέτσε ανάσανε με ανακούφιση κι έδιωξε το σύννεφο της θλίψης από τα βλέφαρα. Δεν ωφελεί σε τίποτα να σκαλίζεις τα περασμένα. Σημασία έχει τι θα γίνει από δω και μπρος. Ο Ντάριο χρειαζόταν επειγόντως χρήματα. Δεν είχε πού την κεφαλή κλίναι και σιγά μην έβρισκε δουλειά με το απολυτήριο της φυλακής. Η Μέτσε ήταν σίγουρη πως θα δεχόταν την προσφορά της.
"Μπορούμε να τον πλευρίσουμε μαζί. Θα εμφανιστείς ως αδερφός μου" του έκλεισε το μάτι.
Ο Ντάριο σήκωσε το κεφάλι από το περιοδικό. "Να σε εμπιστευτώ άραγε; Όσο ήμουν μέσα δεν ήρθες ούτε μία φορά να με δεις, πόσο μάλλον να μου στείλεις λεφτά, όπως μου είχες υποσχεθεί!"
Η Μέτσε τον πλησίασε, γονάτισε μπροστά του και του χάιδεψε τα γόνατα. "Τώρα είναι διαφορετικό. Η δουλειά πέφτει στους ώμους και των δύο. Ξέρεις ότι μπορείς να ξεσκεπάσεις αν δεν τηρήσω τη συμφωνία"
Ο Ντάριο έμεινε για λίγο σκεπτικός. Έπειτα σηκώθηκε ταυτόχρονα με τη Μέτσε και πήρε ένα ύφος έπαρσης. "Ωραία λοιπόν, δέχομαι. Πού ν'αφήσω τα πράγματά μου; Ένα σακίδιο είναι όλο κι όλο"
"Θα...θα μετακομίσεις εδώ;" τραύλισε εκείνη.
"Δεν με θέλεις, αδελφούλα;"
Η Μέτσε σώπασε να σκεφτεί. Η εισβολή στο αρχοντικό της δεν θα ήταν για πολύ. Σύντομα θα πήγαιναν στην εξοχή να βρουν τον Εσκαλόνα. Συμφώνησε ξεφυσώντας κι έστειλε τον Ντάριο να βολευτεί στον ξενώνα.
*****
Ήταν έξι η ώρα το πρωί όταν ο Γουστάβο αποφάσισε να σηκωθεί. Δεν είχε νόημα να παραμένει στο κρεβάτι και να προσπαθεί να κοιμηθεί. Παρά την κούραση που ένιωθε χθες το βράδυ με τις ατελείωτες δουλειές που είχε η φάρμα, κοιμήθηκε μόλις 4 ώρες και πέρασε άλλες 3 συλλογιζόμενος την αγαπημένη του Ινές, τον παιδικό του έρωτα και μετέπειτα σύζυγό του που η ζωή του πήρε τόσο άδικα πριν από 5 χρόνια. Πως μπόρεσε να σκεφτεί ότι θα βρισκόταν η γυναίκα που θα γέμιζε το κενό που του άφησε η απώλειά της; Και μάλιστα στο πρόσωπο της Καρολίνα, αυτής της άμυαλης - όπως αποδείχθηκε - μικρής που τώρα απολάμβανε τα φώτα της δημοσιότητας εξαιτίας της ιστορίας που είχε μαζί της. Σέλωσε το άλογό του και αποφάσισε να κάνει μια βόλτα.
Τα ζωηρά χρώματα της εξοχής και το γλυκό πρωινό άρωμα γαλήνεψαν την ψυχή του. Ξεπέζεψε και πλησίασε τον καταρράκτη. Άκουσε τον ήχο του νερού, πήρε βαθιά ανάσα, περπάτησε στη χλόη κι όταν έφτασε η ώρα για το πρωινό του, ανέβηκε πάλι στο άλογο. Μια ευχάριστη έκπληξη τον περίμενε στην επιστροφή. Η Λιλιάνα στεκόταν στην είσοδο του σπιτιού με τις βαλίτσες της.
"Πού χάθηκες πρωί πρωί, θείε Γουστάβο;" ρώτησε παιχνιδιάρικα και ρίχτηκε στην αγκαλιά του "Όταν έρχεσαι στο εξοχικόγίνεσαι άλλος άνθρωπος. Με τις κότες κοιμάσαι, με τους πετεινούς σηκώνεσαι!"
"Κι εσύ δεν πας πίσω, βλέπω" χαμογέλασε ο Γουστάβο. "Δεν περίμενα να σε βρω εδώ τέτοια ώρα"
"Πήρα το πρώτο λεωφορείο"
Ο Γουστάβο μετέφερε τις βαλίτσες της κοπέλας στο διάδρομο. "Οι γονείς σου ξέρουν άραγε γι' αυτήν την ξαφνική επίσκεψη;"
"Ω, μην ανησυχείς. Η αδελφούλα σου κι ο γαμπρούλης σου δεν θα είχαν καμιά αντίρρηση να έρχομαι στην εξοχή πότε πότε"
Της σέρβιρε το πρωινό που είχε φτιάξει από νωρίς η οικονόμος και μετά άρχισαν μέσω πειραγμάτων να τακτοποιούν τα πράγματα στο δωμάτιο που πάντα προτιμούσε η μικρή στις αιφνιδιαστικές της επισκέψεις.
Ο Γουστάβο χαμογελούσε στην πραγματικότητα όμως τα συναισθήματά του ήταν ανάμεικτα. Χαιρόταν που έβλεπε την αγαπημένη του ανηψούλα αλλά εδώ και καιρό ένιωθε πως η αστείρευτη ενέργειά της τον αποσυντόνιζε. Παλιότερα ούτε τον κούραζε ούτε τον ενοχλούσε καθόλου. Τώρα η ζωή του όλη ήταν η εργασία στην φάρμα και οι δυσάρεστες σκέψεις που είχαν να κάνουν με τις δυο γυναίκες που η κάθεμια για διαφορετικούς λόγους άφησε στην ψυχή του το μελανό της στίγμα. Μήπως είχε παραμεγαλώσει; Μήπως απλώς του κόστιζε να επιστρέψει στην ζωή που ήταν πιο κοντά στην "κανονικότητα" των περισσότερων ανθρώπων, στην ζωή που δεν περιλάμβανε μόνο δουλειές και μαύρες σκέψεις;
*****
Την ίδια στιγμή, περίπου 2 χιλιόμετρα βορειότερα, η Μέτσε και ο Ντάριο έμπαιναν στο σαλόνι ενός παλιού αρχοντικού. Ο Ντάριο στάθηκε και το κοιτούσε σαν υπνωτισμένος. "Τι κάθεσαι έτσι; Βοήθησέ με να ξεφορτώσουμε τις βαλίτσες" του φώναξε η Μέτσε. "Μοιάζει τόσο με το πατρικό μου" σκέφτηκε μελαγχολικά ο Ντάριο καθώς το βλέμμα του έπεφτε στο μεγάλο τζάκι. "Στη μητέρα μου άρεσε να κάθεται..." αλλά ένα χτύπημα στον ώμο διέκοψε βίαια τις σκέψεις του. "Σου μιλάω Ντάριο! Δεν μ' ακούς; Έλα να ξεφορτώσουμε τις βαλίτσες!" "Υποτίθεται ότι κάποιος θα ήταν εδώ γι' αυτή τη δουλειά!" της απάντησε ενοχλημένος. "Αυτή η κυρία που σου νοίκιασε το σπίτι δεν μου είπες ότι σου άφησε και προσωπικό;" "Χοσέ; Εσύ είσαι άχρηστε;" ακούστηκε μια διαπεραστική, γυναικεία φωνή και έκανε την εμφάνισή της μια μεσήλικη γυναίκα με ποδιά και μια κουτάλα στο χέρι. Μόλις είδε τη Μέτσε και τον Ντάριο αμέσως έφυγε η αγριεμένη έκφραση από το πρόσωπό της και προσπάθησε να διορθώσει λίγο τα μαλλιά της. "Καλημέρα σας" είπε αμήχανα. "Καλά άκουσα ότι κάποιος ήρθε. Ασφαλώς θα είστε ο κ. Μοντέρο" είπε απευθυνόμενη στον Ντάριο που της φάνηκε πιο προσιτός. "Μάλιστα κυρία μου. Είμαι ο Εντουάρντο Μοντέρο και από δω η αδερφή μου Βικτόρια" της αποκρίθηκε διασκεδάζοντας λίγο με την αμηχανία της.
"Σας περιμέναμε, κοπιάστε, κοπιάστε..." χαμογέλασε η γυναίκα "Είμαι η Χασίντα και φροντίζω τούτο το σπίτι. Σας ετοιμάζω ένα γεύμα που θα γλείφετε τα δάχτυλά σας! Ώσπου να τακτοποιηθείτε, θα έχω στρωμένο το τραπέζι. Θα πεινάτε σίγουρα μιας κι έρχεστε από μακριά" είπε μονοκοπανιά και παίρνοντας μια ανάσα, "Βλέπω, κουβαλάτε μπόλικο νοικοκυριό. Έπρεπε να 'ναι δω αυτός ο ανεπρόκοπος! Μη σας νοιάζει, όμως, μόλις γυρίσει θα τον βάλω να σας ανεβάσει τις βαλίτσες στα δωμάτια. Να σας φτιάξω έναν καφέ;"
Ο Ντάριο αρνήθηκε ευγενικά και στράφηκε στη Μέτσε "Δεν είναι όμορφο μέρος, αδερφούλα;"
"Το ομορφότερο που θα μπορούσαμε να βρούμε σ'αυτήν τη μεσαιωνική εξορία"
Ο Ντάριο κοίταξε τη Χασίντα που τα έχασε για μια στιγμή κι έριξε μια επικριτική ματιά στη Μέτσε, που δάγκωσε τα χείλη της. Μα δεν είχαν συμφωνήσει να παραστήσουν τους εραστές της εξοχής για να πειστεί το θήραμα να τους δεχτεί; Στο κάτω κάτω, ξέχασε η Μέτσε την καταγωγή της και φερόταν με τόσο σνομπισμό; Από ένα χωριό ξεχασμένο κι από το Θεό την τράβηξε η μαντάμ Καταλίνα.
Σε λίγο κατέφτασε ο Χοσέ. Είχε το πρόσωπο εύθυμου χωρικού, τα τραχά χέρια του αγρότη και το καουμπόικο καπέλο των ανδρών της περιοχής. Συστήθηκε γελαστός κι ανέλαβε να ανεβάσει τις βαλίτσες υπό τα γρυλίσματα της γυναίκας του. Οι φιλοξενούμενοι αποσύρθηκαν στα δωμάτιά τους.
Η Μέτσε λούστηκε, άλλαξε ρούχα κι έπιασε να στεγνώσει τα μαλλιά της. Ο Ντάριο μπήκε στο δωμάτιό της σφυρίζοντας. "Συμπαθητικό το προσωπικό" είπε, παίζοντας με την κουνουπιέρα του κρεβατιού, "Και πολυλογάδες. Δεν θα δυσκολευτούμε να μάθουμε ολόκληρο το βιογραφικό του γελαδάρη σου. Ούτε θ' αργήσουν να διαδώσουν στο χωριό την άφιξή μας"
Εκείνη κάθισε στην μικρή μπορντό πολυθρόνα όπως θα καθόταν μια αυτοκράτειρα στον θρόνο της.
-Εκ πρώτης όψεως ο Γουστάβο φαίνεται εύκολος στόχος. Από την μικρή μου έρευνα προκύπτει ότι αν και πάμπλουτος δεν έχει σχέση με κομπίνες και βρώμικο χρήμα, απάντησε η Μέτσε με ύφος υψηλόβαθμου στελέχους πολυεθνικής έτοιμο να εξηγήσει στους υφισταμένους την στρατηγική της εταιρείας. Μοιάζει πολύ αθώος, σχεδόν αγνός... Όμως, κανόνας πρώτος, δεν υποτιμάμε ποτέ τον αντίπαλο, ούτε τις συνθήκες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πανωλεθρία.
Ο Ντάριο για μια στιγμή έστρεψε το βλέμμα του από εκείνη την γυναίκα που μόλις χθες τον έτρεμε και σήμερα πάλι κινούσε τα νήματα, η δύναμη που ασκούσε πάνω του ήταν τρομακτική.
-Δεν σε πιστεύω, είμαι σίγουρος πως τον έχεις ήδη καταγράψει στον μακρύ κατάλογο των θυμάτων σου, είπε κοιτάζοντάς την και πάλι στα μάτια. Κι εγώ δεν ξέρω αν θα έπρεπε να είμαι με το μέρος σου ή να προσεγγίσω το θύμα ως... συνάδελφος, συνέχισε μ' ένα χαμόγελο.
-Ας πάμε λοιπόν και στον δεύτερο κανόνα. Αφήνουμε πίσω το παρελθόν. Εγώ δεν θα είχα φτάσει ποτέ εκεί που έφτασα αν δεν το ξεπερνούσα.
Σηκώθηκε και τον ακούμπησε τρυφερά στο περίγραμμα του προσώπου.
-Μην αφήνεις την πίκρα να σε επηρεάζει καλέ μου. Και οι δυο έχουμε να κερδίσουμε από αυτή την ιστορία. Αν μάλιστα φερθείς έξυπνα, έχεις να κερδίσεις κάτι πολύ παραπάνω από το μερίδιό σου. Την οικονομική εξασφάλιση κι ευημερία εφ' όρου ζωής!
“Τι έχεις στο μυαλό σου Μέτσε;” Τη ρώτησε κοιτώντας την καχύποπτα. “ΒΙ-ΚΤΟ-ΡΙ-Α!! Είμαι η Βικτόρια και είσαι ο Εντουάρντο. Ακόμα κι όταν είμαστε μόνοι μας θα χρησιμοποιούμε τα καινούργια μας ονόματα. Δεν ξέρεις ότι και οι τοίχοι έχουν αυτιά;” “Καλά!” Έκανε εκείνος ανυπόμονα. “Τι έχεις στο μυαλό σου αδερφουλα;” “Οτί θα μπορούσες να κάνεις πολύ ενδιαφέρουσες γνωριμίες από τον κύκλο του Γουστάβο όσο εγώ θα ασχολούμαι μαζί του. Και που ξέρεις... μπορεί και έναν πολύ καλό γάμο.” Την κοίταξε εμβρόντητος. Τι; Τώρα τον παντρολογούσε κι από πάνω;
-Τι νομίζεις πως νοσταλγώ την φυλακή, πως δεν βλέπω την ώρα να ξανασαπίσω εκεί μέσα; απάντησε νευρικά. Για σένα βέβαια θα είναι εύκολο να ξαπλώνεις με αυτόν τον χωριάτη και να παίρνεις ως αντάλλαγμα κοσμήματα και ακίνητα. Εγώ πώς θα παντρευτώ ως Εντουάρντο;  
-Αν δε χαλαρώσεις λίγο φυσικά και δε θα παντρευτείς, δε θα φτάσεις πουθενά. Αν δε ζήσεις και ο ίδιος σε ένα βαθμό το παραμύθι δεν πρόκειται να πείσεις. Κι έπειτα τι νόμιζες, πως τα οργανώνω όλα μόνη μου όλα αυτά τα χρόνια; Υπάρχουν οι φύλακες άγγελοί μου που με βοηθούν. Ψεύτικοι δεν είναι μόνο οι έρωτές μου, έχω ψεύτικο περίγυρο, ψεύτικους αριστοκράτες συγγενείς... Άνοιξε το πάνω συρτάρι του κομψού κομοδίνου. Ορίστε, είπε δίνοντας του δυο φρεσκοτυπωμένα διαβατήρια. Ούτε ο πιο έμπειρος ερευνητής της αστυνομίας δε θα καταλάβαινε ότι είναι πλαστά. Είμαστε πια ο Εντουάρντο και η Βικτόρια.
****
«Εντουάρντο και Βικτόρια Μοντέρο;» Όχι, δεν τους έχω ξανακούσει. Και πότε ήρθαν Ελβίρα;» ρώτησε η Λιλιάνα καθώς βοηθούσε την οικονόμο του σπιτιού του Γουστάβο να διπλώσει κάτι σεντόνια. «Σήμερα το πρωί. Νοίκιασαν το αρχοντικό της δόνια Κλορίντα για το καλοκαίρι» «Και πως είναι αυτοί;» «Από τα λίγα που μου είπε ο Χοσέ η κοπέλα φαίνεται λίγο ξιπασμένη αλλά ο αδερφός της είναι πολύ ευγενικός» «Και όμορφος;» «Και τι σ’ ενδιαφέρει αυτό μικρή μου;» «Δεν μ’ ενδιαφέρει, κουβέντα να γίνεται» απάντησε η Λιλιάνα δήθεν αδιάφορα αλλά η Ελβίρα είδε τη λάμψη στα μάτια της. «Πόσο γρήγορα μεγαλώνουν τα παιδιά» σκέφτηκε καθώς παρατηρούσε πιο προσεκτικά τη Λιλιάνα.
Πριν προλάβουν να πουν κάτι άλλο, ο Γουστάβο άνοιξε την πόρτα.
-Τι κάνετε εδώ;
-Μιλούσαμε για την Βικτόρια και τον Εντουάρντο Μοντέρο που έχουν νοικιάσει το αρχοντικό της δόνια Κλορίντα, εσύ γνωρίζεις κάτι γι αυτούς θειούλη;  
-Όχι, θα είναι καινούργιοι στην περιοχή. Βλέπω αρχίσατε ήδη τον κοινωνικό σχολιασμό, συνέχισε πειραχτικά ο Γουστάβο.
-Γιατί όχι, τα νέα είναι για να μαθαίνονται και φυσικά να σχολιάζονται, απάντησε χωρίς να πτοείται η Λιλιάνα. Δεν ξέρουμε ακόμα τίποτα σημαντικό αλλά αύριο στην γιορτή των Λεκορνέ θα τα μάθουμε όλα. Εσύ θα φορέσεις το πιο καλό σου κουστούμι και θα κόψεις λίγο τα μαλλιά, πρόσθεσε περνώντας τα χέρια της ανάμεσά τους. Θα είσαι πιο ωραίος έτσι.
-Μα Λιλιάνα... έχω...
-Δεν έχεις τίποτα. Και μη διανοηθείς σήμερα και αύριο να περάσεις όλο τον χρόνο σου με άλογα και γελάδια, σε θέλω όμορφο και φρέσκο για εκείνο το βράδυ. Είναι καιρός να αρχίσεις να βγαίνεις, να γνωρίζεις κόσμο... πέρα από τις γηραιές κυρίες των φιλανθρωπικών γκαλά εννοώ.
- Σου χαλάω εγώ χατήρι; της απάντησε γνωρίζοντας τον επίμονο χαρακτήρα της ανίψιας του. Θα πήγαινε σ’ αυτήν τη γιορτή, θα έμενε για λίγο, ίσα για να ευχαριστήσει τη Λιλιάνα και για να ευχηθεί στους Λεκορνέ και μετά θα έβρισκε μια δικαιολογία και θα έφευγε. Έτσι είχε τριπλό όφελος: α) θα γλίτωνε από τη γκρίνια της Λιλιάνα, β) δεν θα τον έπιαναν στο στόμα τους οι Λεκορνέ που φρόντιζαν να διαδίδουν ότι μετά το χωρισμό του με την Καρολίνα είχε καταντήσει ερημίτης και μαράζωνε (άσχετα αν ήταν λίγο αλήθεια) και γ) θα γνώριζε κι αυτή την περίφημη δεσποινίδα Μοντέρο για την οποία μιλούσε ακατάπαυστα όλο το προσωπικό μόλις λίγη ώρα από την άφιξή της στην περιοχή. Γνωρίζοντας τον ενθουσιώδη χαρακτήρα της ανιψιάς του, είχε το χρέος να δει από κοντά αυτή τη γυναίκα και τον αδερφό της για να αποφασίσει αν θα επέτρεπε στη Λιλιάνα να κάνει παρέα μαζί τους γιατί αναμφίβολα η μικρή έτσι και τους συμπαθούσε θα τους γινόταν τσιμπούρι.
****
Δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που οι Λεκορνέ εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Αν ήταν τυχοδιώκτες ή αξιοσέβαστοι μεσήλικες κανείς δεν μπορούσε να πει με σιγουριά, πάντως η διαμονή τους στην ακριβότερη έπαυλη-πύργο, η ευθυμία τους και το γεγονός ότι μοιάζανε να είχαν γεννηθεί για να κρατάνε ένα ποτήρι σαμπάνια στις κοσμικές εκδηλώσεις, έφταναν για να κερδίσουν την αγάπη και την εκτίμηση του κόσμου. Έλεγαν ότι προέρχονταν από κάποια βασιλική οικογένεια κάποιου κρατίδιου της Ευρώπης, από εκείνες των οποίων οι φωτογραφίες τυπώνονταν στα σαλόνια των περιοδικών, φήμη που οι ίδιοι ούτε είχαν επιβεβαιώσει, ούτε διαψεύσει.
Η Μέτσε που είχε γύρει τρυφερά στον ώμο του Ντάριο, δε φαινόταν να συμμερίζεται τη γνώμη των επαρχιωτών.
«Αν αυτοί είναι πραγματικοί αριστοκράτες εγώ είμαι η βασίλισσα της Αγγλίας», ψιθύρισε στο Ντάριο καθώς κατευθυνόντουσαν σε μια γωνιά του σαλονιού των Λεκορνέ ύστερα από αμέτρητες συστάσεις και ανιαρές συζητήσεις με τους κατοίκους της περιοχής. «Δεν θα διαφωνήσω. Αν κάποιος από τους δυο μας μπορεί να καταλάβει την ευγενική καταγωγή αυτός είμαι εγώ, μην το ξεχνάς» της απάντησε κοιτώντας την με νόημα. Είχε αρχίσει να τον εκνευρίζει η υπεροπτική συμπεριφορά της. Η Μέτσε έπαιζε πολύ πειστικά τον ρόλο της απόμακρης και συνάμα γοητευτικής δεσποινίδας της καλής κοινωνίας. Μπορεί να συμφώνησαν να αφήσουν πίσω τις πίκρες του παρελθόντος αλλά του ήταν αδύνατο να μην προσπαθεί που και που να την πειράζει και να της υπενθυμίζει ποια είναι. Η Μέτσε του έριξε μια θυμωμένη ματιά και ήπιε μια γουλιά απ’ το ποτό της. Ο Ντάριο έκανε να στραφεί προς το ανοιχτό παράθυρο λίγα μέτρα πιο πέρα αλλά σταμάτησε απότομα. «Μόλις μπήκε ο στόχος» της ψιθύρισε.
Back to top Go down
View user profile
mel
Admin
avatar

Female Posts : 1405
Join date : 2015-08-11

PostSubject: Re: Συνέχισε την ιστορία...    Mon Jan 18, 2016 11:37 am

Εκείνο το απόγευμα η ζέστη ήταν αποπνιχτική και η Μέτσε ήθελε μόνο να μένει στην αιώρα με το κουτσομπολίστικο περιοδικό που διάβαζε με αρκετό ενδιαφέρον ενώ το μακρύ της πόδι χάιδευε τα κεραμιδί πλακάκια της βεράντας. Επιτέλους, είχε ανάγκη από λίγη ξεκούραση για να ξεπεράσει την αποτυχία της τελευταίας επιχείρησης. Ο Αλβάρο Μπεναβίδες ήταν δυνατός στόχος. Ώριμος, γοητευτικός, χήρος χωρίς υποχρεώσεις και προ παντός εφοπλιστής. Η Μέτσε μπορούσε να τον τυλίξει με τα θέλγητρα που απέκτησε σπουδάζοντας κοντά στη μαντάμ Καταλίνα, και τα οποία είχαν ρίξει νωρίτερα πολλούς με πλούσια τα ελέη. Όπως της δίδαξε η καπάτσα μαντάμ, αντί να ιδρώνει στις πιο άθλιες συνθήκες, κι αφού η φύση της χάρισε σπάνια ομορφιά - ως αποζημίωση για την οικτρή φτώχεια - μπορούσε να ζει κατά διαστήματα σε βίλες και εξοχικά πείθοντας τους ιδιοκτήτες τους για την διψασμένη της καρδιά. Το παραμύθι ήταν πάντοτε το ίδιο με μικρές αλλαγές. Χρειάστηκε να πει πολλές φορές το ποίημα από τα δεκαοχτώ ως τα τριάντα, καθώς η μαντάμ Καταλίνα της άφησε ευχή και κατάρα να μη δεσμευτεί με κανένα. Σ' αυτό το διάστημα, έφτιαξε μια μικρή περιουσία από κοσμήματα. Και πάνω που έλεγε να συμπληρώσει τη συλλογή της με μια σειρά από γαλάζια διαμάντια...η σύζυγος του Αλβάρο σηκώθηκε από τον τάφο. Τι κάθαρμα! Πώς αφήνουν ελεύθερους τέτοιους απατεώνες, σκεφτόταν η Μέτσε, εξετάζοντας τις φωτογραφίες στην κοσμική στήλη, για να βρει το επόμενο θήραμα.
Θα προσπερνούσε τις φωτογραφίες του φιλανθρωπικού γκαλά, στο οποίο παρευρίσκονταν κατά 99% κάτι γηραιές κυρίες όταν έπεσε το βλέμμα της στον Γουστάβο Εσκαλόνα που ίσα που φαινόταν σε μια γωνίτσα μίας από αυτές. Αυτό ήταν! Πάμπλουτος, ωραίος, χήρος, πρόσφατα απατημένος (και αυτό το γνώριζαν όλοι) ... Θα περνούσαν μαζί τον καιρό τους παρηγορώντας ο ένας τον άλλον για την έλλειψη ειλικρίνειας και την εξαπάτηση των πρώην τους.
Κύκλωσε το πρόσωπο του Γουστάβο, σαν υπενθύμιση του στόχου της, κι άφησε το περιοδικό στο τραπεζάκι. Σηκώθηκε από την αιώρα κι έτρεξε στο λουτρό. Δεν ήταν ώρα για χασομέρι, ο καλός στρατιώτης φροντίζει το όπλο του και ρίχνεται στη μάχη με την πρώτη ευκαιρία. Βυθισμένη στους αφρούς, με το ακουστικό ανά χείρας, μάζεψε όσες πληροφορίες μπορούσε. Οι γνωριμίες είναι ανεκτίμητες σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις. Όλες οι εμπόλεμες δυνάμεις διαθέτουν δίκτυο κατασκόπων. Ο Γουστάβο Εσκαλόνα, λοιπόν, είχε μια φάρμα στην εξοχή για να χαλαρώνει και να γεμίζει τις μπαταρίες του. Κάποιοι συλλέγουν γραμματόσημα, άλλοι άλογα και κατσίκια. Οι δεύτεροι δεν έχουν γούστο, σκέφτηκε η Μέτσε, μα το πορτοφόλι τους είναι αυτό που μετράει.
Είχε μόλις βγει απ' την μπανιέρα -δεν είχε προλάβει να ρίξει μια πετσέτα πάνω της, όταν άκουσε να χτυπά το κουδούνι. Παρά την επιμονή του απρόσκλητου επισκέπτη ντύθηκε και χτενίστηκε αργά και με την ίδια νωχελικότητα κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
Ανοίγοντας, τα μάτια της αντίκρισαν ένα πρόσωπο που δεν περίμενε να δει και γούρλωσαν τόσο ώστε θύμιζε γιαπωνέζικο καρτούν. Laughing
"Ντ..Ντάριο;" ψιθύρισε.
"Νόμιζες πως δεν θα σ'έβρισκα;" χαμογέλασε σαρδόνια ο επισκέπτης.
Η Μέτσε έσπρωξε την πόρτα αλλά ο Ντάριο πρόλαβε να βάλει το πόδι του. Ήταν αρκετά δυνατός και ήξερε πως τώρα ήταν αδύνατο να τον εμποδίσει να εισβάλει. Τράβηξε πίσω τις τούφες που έπεφταν στο πρόσωπο και κορδώθηκε προσπαθώντας να δείξει αυτοπεποίθηση και ψυχραιμία.
"Πώς από δω;" τον ρώτησε με προσποιητή αφέλεια.
Ο Ντάριο δεν απάντησε. Έριξε μερικές ματιές στο χώρο, εντόπισε ένα ασημένιο αλογάκι στο τραπεζάκι του χωλ και βάλθηκε να το περιεργάζεται. Εκείνη τη στιγμή η Μέτσε τρόμαξε πραγματικά. Το άρπαξε από τα χέρια του, το έριξε στη βαθιά πολυθρόνα και κάθισε πάνω του με την ελπίδα να το σώσει.
"Θα σου έλεγα να μείνεις για ένα ποτό αλλά δεν έχω χρόνο, Ντάριο. Ετοιμαζόμουν να βγω" χαριτολόγησε.
Ο Ντάριο στράφηκε προς το μέρος της. Τα μάτια του ήταν δυο σχισμές.
"Προτού πληρώσεις, δεν έχεις να πας πουθενά" δήλωσε.
"Χαλάρωσε λίγο Ντάριο, μου φαίνεσαι κουρασμένος" είπε η Μέτσε και άπλωσε το χέρι της για να του χαϊδέψει το μάγουλο αλλά εκείνος της έπιασε δυνατά τον καρπό.
"Δεν ήρθα για να χαλαρώσω αλλά για να μου δώσεις αυτά που είχαμε συμφωνήσει"
"Κάθαρμα" σκέφτηκε η Μέτσε. Και να σκεφτείς ότι κάποτε... "Όχι!" σκέφτηκε. Δεν ήταν η ώρα για να τα σκέφτεται αυτά. Δεν είχε νόημα να συλλογίζεται τη μοναδική φορά που αγνόησε τις συμβουλές της Μαντάμ Καταλίνα και πίστεψε σε κάτι αγνό. Ως πότε θα πλήρωνε αυτό το λάθος της εφηβείας της που στεκόταν τώρα μπροστά της; Αυτό που προείχε ήταν να τον διώξει από το διαμέρισμά της και μετά να κάτσει να σκεφτεί ένα καινούργιο σχέδιο για να απαλλαγεί από αυτόν και τους εκβιασμούς του.
"Δεν γίνεται να μιλήσουμε όταν κάνεις σαν τρελός. Ας ηρεμήσουμε πρώτα" του είπε και προχώρησε στην κάβα.
Νιώθοντας τα μάτια του καρφωμένα πάνω της, γέμισε δυο ποτήρια με γλυκό αγουαρδιέντε και με κινήσεις που θα ζήλευε ταχυδακτυλουργός, φρόντισε να ρίξει στο ένα από αυτά την ακριβή σκόνη που φύλαγε στο δαχτυλίδι της. Όταν έχεις μαθητεύσει δίπλα στη μαντάμ Καταλίνα, μπορείς να κοροϊδέψεις τον αντίπαλο μπροστά του, μονολόγησε από μέσα της.
Όχι τον Ντάριο όμως.
"Έχεις εμπιστοσύνη στις ικανότητές σου, έτσι; Σαν την παλάμη του χεριού μου σε ξέρω,καταραμένη" της είπε μόλις του έτεινε το ποτήρι. Το άρπαξε απ'το χέρι της και το κοπάνησε στο πάτωμα. Κρύος ιδρώτας έλουσε τη Μέτσε. "Για να δούμε! Κλάψε για το χαμένο σου κρύσταλλο να φανεί ποιά είσαι!" Βλέποντάς τη ακίνητη σαν άγαλμα, την άρπαξε από τα μπράτσα και την έφερε αντιμέτωπη με το φλογισμένο του πρόσωπο. "Δεύτερη φορά δεν την πατάει ο Ντάριο Αρισμέντι"
Η Μέτσε δεν άντεξε άλλο. Ελευθερώθηκε καταφέρνοντας μια κλωτσιά στο καλάμι κι έπεσε στο πάτωμα να μαζέψει τα θραύσματα. Κυρίως για να μη φανούν τα δάκρυα. "Πότε βγήκες;" ρώτησε, συγκρατώντας ένα λυγμό.
"Το χειμώνα. Ήθελες να με κρατήσουν παραπάνω; Δεν έφτασαν δέκα χρόνια;"
"Έφτασαν"
"Εγώ πλήρωσα,λοιπόν. Σειρά σου τώρα"
Γνωρίζοντας ήδη την απάντηση αλλά μη μπορώντας να βρει κάτι άλλο να πει και προσπαθώντας να κερδίσει κι άλλο χρόνο η Μέτσε τον ρώτησε "Δεν σκέφτηκες να γυρίσεις πίσω στην οικογένειά σου; Οι γονείς σου..." Ο Ντάριο ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Ήταν όμως ένα γέλιο πικρό, γεμάτο θυμό και ίσως λίγη απόγνωση. "Ωραίο ανέκδοτο" είπε. "Μην παριστάνεις την αφελή γιατί και οι δύο ξέρουμε καλά ότι δεν είσαι. Για τους γονείς μου πέθανα την ημέρα που με βρήκε η αστυνομία αναίσθητο δίπλα από το πτώμα του Ντονάτο Τσάβες. Ο μοναχογιός της αξιότιμης οικογένειας Αρισμέντι, γιος του μεγαλοδικηγόρου Μάριο Αρισμέντι και της Μαρσέλα Αρισμέντι της οικογένειας των Μοντενέγκρο καταδικάζεται για το φόνο διευθυντή τραπέζης εξαιτίας μιας..." Ο Ντάριο σταμάτησε απότομα και η Μέτσε τον κοίταξε θυμωμένη προκαλώντας τον να αποτελειώσει τη φράση του.
"Εξαιτίας μιας...; Ξέρεις καλά ότι κάποτε είχα πάρει την απόφαση ν'αλλάξω ζωή. Εσύ όμως κατάφερες να μου αλλάξεις γνώμη" τον κεραυνοβόλησε η Μέτσε, δεν είχε πια διάθεση να τον καλοπιάσει "Πιστεύεις πως δεν είχα τίποτα αγνό μέσα μου; Μια μικρή ελπίδα την είχα. Και φρόντισες να την κάψεις. Τότε κατάλαβα πόσο δίκιο είχε η Μαντάμ Καταλίνα όταν έλεγε να μην εμπιστεύομαι κανέναν. Κι αυτή καμμένη ήταν"
Ο Ντάριο την τράβηξε να σηκωθεί. Ήθελε να δει την αλήθεια στα μάτια της. "Αν σε κατέστρεψα εγώ, όπως με κατηγορείς, γιατί μου τηλεφώνησες εκείνη τη μέρα; Γιατί ζήτησες να σε σώσω από το τομάρι τον διευθυντή της τράπεζας; Εκτός αν..." έκανε μια παύση, προσπαθώντας να διαβάσει τη σκέψη της. Τον κοιτούσε με μια υπόνοια θλίψης. Μήπως δεν αλήθευαν όσα σκέφτηκε γι'αυτήν τις ατελείωτες ώρες μοναξιάς στη φυλακή; Ίσως πάλι να υποκρινόταν τη θλιμμένη για να ξεφύγει. "Εκτός αν ήταν όλα μια καλοστημένη παγίδα!"
Για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή η Μέτσε θέλησε να του πει την αλήθεια. Η υπερηφάνεια της όμως υπερίσχυσε. Άστον να σκέφτεται ό,τι θέλει! Δεν του αξίζει η αλήθεια. Το τελευταίο που ήθελε ήταν να καταλάβει πόσο είχε υποφέρει εξαιτίας του. "Ας μιλήσουμε γι' αυτό που πραγματικά ήρθες" του είπε βάζοντας τέλος στις αμφιβολίες του. Μάζεψε το περιοδικό από το τραπεζάκι και του έτεινε τη σελίδα με το πρόσωπο του Gustavo Escalona. "Τι είναι αυτό;" τη ρώτησε ξαφνιασμένος.
"Αυτό που θέλουμε και οι δύο είναι χρήματα και αυτός ο άνδρας έχει πάρα πολλά. Αν συνεργαστούμε θα έχεις τα διπλά από αυτά που συμφωνήσαμε" του είπε χαμογελώντας.
O Ντάριο κάθισε παράμερα και άρχισε να επεξεργάζεται την εικόνα. Η Μέτσε ανάσανε με ανακούφιση κι έδιωξε το σύννεφο της θλίψης από τα βλέφαρα. Δεν ωφελεί σε τίποτα να σκαλίζεις τα περασμένα. Σημασία έχει τι θα γίνει από δω και μπρος. Ο Ντάριο χρειαζόταν επειγόντως χρήματα. Δεν είχε πού την κεφαλή κλίναι και σιγά μην έβρισκε δουλειά με το απολυτήριο της φυλακής. Η Μέτσε ήταν σίγουρη πως θα δεχόταν την προσφορά της.
"Μπορούμε να τον πλευρίσουμε μαζί. Θα εμφανιστείς ως αδερφός μου" του έκλεισε το μάτι.
Ο Ντάριο σήκωσε το κεφάλι από το περιοδικό. "Να σε εμπιστευτώ άραγε; Όσο ήμουν μέσα δεν ήρθες ούτε μία φορά να με δεις, πόσο μάλλον να μου στείλεις λεφτά, όπως μου είχες υποσχεθεί!"
Η Μέτσε τον πλησίασε, γονάτισε μπροστά του και του χάιδεψε τα γόνατα. "Τώρα είναι διαφορετικό. Η δουλειά πέφτει στους ώμους και των δύο. Ξέρεις ότι μπορείς να ξεσκεπάσεις αν δεν τηρήσω τη συμφωνία"
Ο Ντάριο έμεινε για λίγο σκεπτικός. Έπειτα σηκώθηκε ταυτόχρονα με τη Μέτσε και πήρε ένα ύφος έπαρσης. "Ωραία λοιπόν, δέχομαι. Πού ν'αφήσω τα πράγματά μου; Ένα σακίδιο είναι όλο κι όλο"
"Θα...θα μετακομίσεις εδώ;" τραύλισε εκείνη.
"Δεν με θέλεις, αδελφούλα;"
Η Μέτσε σώπασε να σκεφτεί. Η εισβολή στο αρχοντικό της δεν θα ήταν για πολύ. Σύντομα θα πήγαιναν στην εξοχή να βρουν τον Εσκαλόνα. Συμφώνησε ξεφυσώντας κι έστειλε τον Ντάριο να βολευτεί στον ξενώνα.
*****
Ήταν έξι η ώρα το πρωί όταν ο Γουστάβο αποφάσισε να σηκωθεί. Δεν είχε νόημα να παραμένει στο κρεβάτι και να προσπαθεί να κοιμηθεί. Παρά την κούραση που ένιωθε χθες το βράδυ με τις ατελείωτες δουλειές που είχε η φάρμα, κοιμήθηκε μόλις 4 ώρες και πέρασε άλλες 3 συλλογιζόμενος την αγαπημένη του Ινές, τον παιδικό του έρωτα και μετέπειτα σύζυγό του που η ζωή του πήρε τόσο άδικα πριν από 5 χρόνια. Πως μπόρεσε να σκεφτεί ότι θα βρισκόταν η γυναίκα που θα γέμιζε το κενό που του άφησε η απώλειά της; Και μάλιστα στο πρόσωπο της Καρολίνα, αυτής της άμυαλης - όπως αποδείχθηκε - μικρής που τώρα απολάμβανε τα φώτα της δημοσιότητας εξαιτίας της ιστορίας που είχε μαζί της. Σέλωσε το άλογό του και αποφάσισε να κάνει μια βόλτα.
Τα ζωηρά χρώματα της εξοχής και το γλυκό πρωινό άρωμα γαλήνεψαν την ψυχή του. Ξεπέζεψε και πλησίασε τον καταρράκτη. Άκουσε τον ήχο του νερού, πήρε βαθιά ανάσα, περπάτησε στη χλόη κι όταν έφτασε η ώρα για το πρωινό του, ανέβηκε πάλι στο άλογο. Μια ευχάριστη έκπληξη τον περίμενε στην επιστροφή. Η Λιλιάνα στεκόταν στην είσοδο του σπιτιού με τις βαλίτσες της.
"Πού χάθηκες πρωί πρωί, θείε Γουστάβο;" ρώτησε παιχνιδιάρικα και ρίχτηκε στην αγκαλιά του "Όταν έρχεσαι στο εξοχικόγίνεσαι άλλος άνθρωπος. Με τις κότες κοιμάσαι, με τους πετεινούς σηκώνεσαι!"
"Κι εσύ δεν πας πίσω, βλέπω" χαμογέλασε ο Γουστάβο. "Δεν περίμενα να σε βρω εδώ τέτοια ώρα"
"Πήρα το πρώτο λεωφορείο"
Ο Γουστάβο μετέφερε τις βαλίτσες της κοπέλας στο διάδρομο. "Οι γονείς σου ξέρουν άραγε γι' αυτήν την ξαφνική επίσκεψη;"
"Ω, μην ανησυχείς. Η αδελφούλα σου κι ο γαμπρούλης σου δεν θα είχαν καμιά αντίρρηση να έρχομαι στην εξοχή πότε πότε"
Της σέρβιρε το πρωινό που είχε φτιάξει από νωρίς η οικονόμος και μετά άρχισαν μέσω πειραγμάτων να τακτοποιούν τα πράγματα στο δωμάτιο που πάντα προτιμούσε η μικρή στις αιφνιδιαστικές της επισκέψεις.
Ο Γουστάβο χαμογελούσε στην πραγματικότητα όμως τα συναισθήματά του ήταν ανάμεικτα. Χαιρόταν που έβλεπε την αγαπημένη του ανηψούλα αλλά εδώ και καιρό ένιωθε πως η αστείρευτη ενέργειά της τον αποσυντόνιζε. Παλιότερα ούτε τον κούραζε ούτε τον ενοχλούσε καθόλου. Τώρα η ζωή του όλη ήταν η εργασία στην φάρμα και οι δυσάρεστες σκέψεις που είχαν να κάνουν με τις δυο γυναίκες που η κάθεμια για διαφορετικούς λόγους άφησε στην ψυχή του το μελανό της στίγμα. Μήπως είχε παραμεγαλώσει; Μήπως απλώς του κόστιζε να επιστρέψει στην ζωή που ήταν πιο κοντά στην "κανονικότητα" των περισσότερων ανθρώπων, στην ζωή που δεν περιλάμβανε μόνο δουλειές και μαύρες σκέψεις;
*****
Την ίδια στιγμή, περίπου 2 χιλιόμετρα βορειότερα, η Μέτσε και ο Ντάριο έμπαιναν στο σαλόνι ενός παλιού αρχοντικού. Ο Ντάριο στάθηκε και το κοιτούσε σαν υπνωτισμένος. "Τι κάθεσαι έτσι; Βοήθησέ με να ξεφορτώσουμε τις βαλίτσες" του φώναξε η Μέτσε. "Μοιάζει τόσο με το πατρικό μου" σκέφτηκε μελαγχολικά ο Ντάριο καθώς το βλέμμα του έπεφτε στο μεγάλο τζάκι. "Στη μητέρα μου άρεσε να κάθεται..." αλλά ένα χτύπημα στον ώμο διέκοψε βίαια τις σκέψεις του. "Σου μιλάω Ντάριο! Δεν μ' ακούς; Έλα να ξεφορτώσουμε τις βαλίτσες!" "Υποτίθεται ότι κάποιος θα ήταν εδώ γι' αυτή τη δουλειά!" της απάντησε ενοχλημένος. "Αυτή η κυρία που σου νοίκιασε το σπίτι δεν μου είπες ότι σου άφησε και προσωπικό;" "Χοσέ; Εσύ είσαι άχρηστε;" ακούστηκε μια διαπεραστική, γυναικεία φωνή και έκανε την εμφάνισή της μια μεσήλικη γυναίκα με ποδιά και μια κουτάλα στο χέρι. Μόλις είδε τη Μέτσε και τον Ντάριο αμέσως έφυγε η αγριεμένη έκφραση από το πρόσωπό της και προσπάθησε να διορθώσει λίγο τα μαλλιά της. "Καλημέρα σας" είπε αμήχανα. "Καλά άκουσα ότι κάποιος ήρθε. Ασφαλώς θα είστε ο κ. Μοντέρο" είπε απευθυνόμενη στον Ντάριο που της φάνηκε πιο προσιτός. "Μάλιστα κυρία μου. Είμαι ο Εντουάρντο Μοντέρο και από δω η αδερφή μου Βικτόρια" της αποκρίθηκε διασκεδάζοντας λίγο με την αμηχανία της.
"Σας περιμέναμε, κοπιάστε, κοπιάστε..." χαμογέλασε η γυναίκα "Είμαι η Χασίντα και φροντίζω τούτο το σπίτι. Σας ετοιμάζω ένα γεύμα που θα γλείφετε τα δάχτυλά σας! Ώσπου να τακτοποιηθείτε, θα έχω στρωμένο το τραπέζι. Θα πεινάτε σίγουρα μιας κι έρχεστε από μακριά" είπε μονοκοπανιά και παίρνοντας μια ανάσα, "Βλέπω, κουβαλάτε μπόλικο νοικοκυριό. Έπρεπε να 'ναι δω αυτός ο ανεπρόκοπος! Μη σας νοιάζει, όμως, μόλις γυρίσει θα τον βάλω να σας ανεβάσει τις βαλίτσες στα δωμάτια. Να σας φτιάξω έναν καφέ;"
Ο Ντάριο αρνήθηκε ευγενικά και στράφηκε στη Μέτσε "Δεν είναι όμορφο μέρος, αδερφούλα;"
"Το ομορφότερο που θα μπορούσαμε να βρούμε σ'αυτήν τη μεσαιωνική εξορία"
Ο Ντάριο κοίταξε τη Χασίντα που τα έχασε για μια στιγμή κι έριξε μια επικριτική ματιά στη Μέτσε, που δάγκωσε τα χείλη της. Μα δεν είχαν συμφωνήσει να παραστήσουν τους εραστές της εξοχής για να πειστεί το θήραμα να τους δεχτεί; Στο κάτω κάτω, ξέχασε η Μέτσε την καταγωγή της και φερόταν με τόσο σνομπισμό; Από ένα χωριό ξεχασμένο κι από το Θεό την τράβηξε η μαντάμ Καταλίνα.
Σε λίγο κατέφτασε ο Χοσέ. Είχε το πρόσωπο εύθυμου χωρικού, τα τραχά χέρια του αγρότη και το καουμπόικο καπέλο των ανδρών της περιοχής. Συστήθηκε γελαστός κι ανέλαβε να ανεβάσει τις βαλίτσες υπό τα γρυλίσματα της γυναίκας του. Οι φιλοξενούμενοι αποσύρθηκαν στα δωμάτιά τους.
Η Μέτσε λούστηκε, άλλαξε ρούχα κι έπιασε να στεγνώσει τα μαλλιά της. Ο Ντάριο μπήκε στο δωμάτιό της σφυρίζοντας. "Συμπαθητικό το προσωπικό" είπε, παίζοντας με την κουνουπιέρα του κρεβατιού, "Και πολυλογάδες. Δεν θα δυσκολευτούμε να μάθουμε ολόκληρο το βιογραφικό του γελαδάρη σου. Ούτε θ' αργήσουν να διαδώσουν στο χωριό την άφιξή μας"
Εκείνη κάθισε στην μικρή μπορντό πολυθρόνα όπως θα καθόταν μια αυτοκράτειρα στον θρόνο της.
-Εκ πρώτης όψεως ο Γουστάβο φαίνεται εύκολος στόχος. Από την μικρή μου έρευνα προκύπτει ότι αν και πάμπλουτος δεν έχει σχέση με κομπίνες και βρώμικο χρήμα, απάντησε η Μέτσε με ύφος υψηλόβαθμου στελέχους πολυεθνικής έτοιμο να εξηγήσει στους υφισταμένους την στρατηγική της εταιρείας. Μοιάζει πολύ αθώος, σχεδόν αγνός... Όμως, κανόνας πρώτος, δεν υποτιμάμε ποτέ τον αντίπαλο, ούτε τις συνθήκες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πανωλεθρία.
Ο Ντάριο για μια στιγμή έστρεψε το βλέμμα του από εκείνη την γυναίκα που μόλις χθες τον έτρεμε και σήμερα πάλι κινούσε τα νήματα, η δύναμη που ασκούσε πάνω του ήταν τρομακτική.
-Δεν σε πιστεύω, είμαι σίγουρος πως τον έχεις ήδη καταγράψει στον μακρύ κατάλογο των θυμάτων σου, είπε κοιτάζοντάς την και πάλι στα μάτια. Κι εγώ δεν ξέρω αν θα έπρεπε να είμαι με το μέρος σου ή να προσεγγίσω το θύμα ως... συνάδελφος, συνέχισε μ' ένα χαμόγελο.
-Ας πάμε λοιπόν και στον δεύτερο κανόνα. Αφήνουμε πίσω το παρελθόν. Εγώ δεν θα είχα φτάσει ποτέ εκεί που έφτασα αν δεν το ξεπερνούσα.
Σηκώθηκε και τον ακούμπησε τρυφερά στο περίγραμμα του προσώπου.
-Μην αφήνεις την πίκρα να σε επηρεάζει καλέ μου. Και οι δυο έχουμε να κερδίσουμε από αυτή την ιστορία. Αν μάλιστα φερθείς έξυπνα, έχεις να κερδίσεις κάτι πολύ παραπάνω από το μερίδιό σου. Την οικονομική εξασφάλιση κι ευημερία εφ' όρου ζωής!
“Τι έχεις στο μυαλό σου Μέτσε;” Τη ρώτησε κοιτώντας την καχύποπτα. “ΒΙ-ΚΤΟ-ΡΙ-Α!! Είμαι η Βικτόρια και είσαι ο Εντουάρντο. Ακόμα κι όταν είμαστε μόνοι μας θα χρησιμοποιούμε τα καινούργια μας ονόματα. Δεν ξέρεις ότι και οι τοίχοι έχουν αυτιά;” “Καλά!” Έκανε εκείνος ανυπόμονα. “Τι έχεις στο μυαλό σου αδερφουλα;” “Οτί θα μπορούσες να κάνεις πολύ ενδιαφέρουσες γνωριμίες από τον κύκλο του Γουστάβο όσο εγώ θα ασχολούμαι μαζί του. Και που ξέρεις... μπορεί και έναν πολύ καλό γάμο.” Την κοίταξε εμβρόντητος. Τι; Τώρα τον παντρολογούσε κι από πάνω;
-Τι νομίζεις πως νοσταλγώ την φυλακή, πως δεν βλέπω την ώρα να ξανασαπίσω εκεί μέσα; απάντησε νευρικά. Για σένα βέβαια θα είναι εύκολο να ξαπλώνεις με αυτόν τον χωριάτη και να παίρνεις ως αντάλλαγμα κοσμήματα και ακίνητα. Εγώ πώς θα παντρευτώ ως Εντουάρντο;  
-Αν δε χαλαρώσεις λίγο φυσικά και δε θα παντρευτείς, δε θα φτάσεις πουθενά. Αν δε ζήσεις και ο ίδιος σε ένα βαθμό το παραμύθι δεν πρόκειται να πείσεις. Κι έπειτα τι νόμιζες, πως τα οργανώνω όλα μόνη μου όλα αυτά τα χρόνια; Υπάρχουν οι φύλακες άγγελοί μου που με βοηθούν. Ψεύτικοι δεν είναι μόνο οι έρωτές μου, έχω ψεύτικο περίγυρο, ψεύτικους αριστοκράτες συγγενείς... Άνοιξε το πάνω συρτάρι του κομψού κομοδίνου. Ορίστε, είπε δίνοντας του δυο φρεσκοτυπωμένα διαβατήρια. Ούτε ο πιο έμπειρος ερευνητής της αστυνομίας δε θα καταλάβαινε ότι είναι πλαστά. Είμαστε πια ο Εντουάρντο και η Βικτόρια.
****
«Εντουάρντο και Βικτόρια Μοντέρο;» Όχι, δεν τους έχω ξανακούσει. Και πότε ήρθαν Ελβίρα;» ρώτησε η Λιλιάνα καθώς βοηθούσε την οικονόμο του σπιτιού του Γουστάβο να διπλώσει κάτι σεντόνια. «Σήμερα το πρωί. Νοίκιασαν το αρχοντικό της δόνια Κλορίντα για το καλοκαίρι» «Και πως είναι αυτοί;» «Από τα λίγα που μου είπε ο Χοσέ η κοπέλα φαίνεται λίγο ξιπασμένη αλλά ο αδερφός της είναι πολύ ευγενικός» «Και όμορφος;» «Και τι σ’ ενδιαφέρει αυτό μικρή μου;» «Δεν μ’ ενδιαφέρει, κουβέντα να γίνεται» απάντησε η Λιλιάνα δήθεν αδιάφορα αλλά η Ελβίρα είδε τη λάμψη στα μάτια της. «Πόσο γρήγορα μεγαλώνουν τα παιδιά» σκέφτηκε καθώς παρατηρούσε πιο προσεκτικά τη Λιλιάνα.
Πριν προλάβουν να πουν κάτι άλλο, ο Γουστάβο άνοιξε την πόρτα.
-Τι κάνετε εδώ;
-Μιλούσαμε για την Βικτόρια και τον Εντουάρντο Μοντέρο που έχουν νοικιάσει το αρχοντικό της δόνια Κλορίντα, εσύ γνωρίζεις κάτι γι αυτούς θειούλη;  
-Όχι, θα είναι καινούργιοι στην περιοχή. Βλέπω αρχίσατε ήδη τον κοινωνικό σχολιασμό, συνέχισε πειραχτικά ο Γουστάβο.
-Γιατί όχι, τα νέα είναι για να μαθαίνονται και φυσικά να σχολιάζονται, απάντησε χωρίς να πτοείται η Λιλιάνα. Δεν ξέρουμε ακόμα τίποτα σημαντικό αλλά αύριο στην γιορτή των Λεκορνέ θα τα μάθουμε όλα. Εσύ θα φορέσεις το πιο καλό σου κουστούμι και θα κόψεις λίγο τα μαλλιά, πρόσθεσε περνώντας τα χέρια της ανάμεσά τους. Θα είσαι πιο ωραίος έτσι.
-Μα Λιλιάνα... έχω...
-Δεν έχεις τίποτα. Και μη διανοηθείς σήμερα και αύριο να περάσεις όλο τον χρόνο σου με άλογα και γελάδια, σε θέλω όμορφο και φρέσκο για εκείνο το βράδυ. Είναι καιρός να αρχίσεις να βγαίνεις, να γνωρίζεις κόσμο... πέρα από τις γηραιές κυρίες των φιλανθρωπικών γκαλά εννοώ.
- Σου χαλάω εγώ χατήρι; της απάντησε γνωρίζοντας τον επίμονο χαρακτήρα της ανίψιας του. Θα πήγαινε σ’ αυτήν τη γιορτή, θα έμενε για λίγο, ίσα για να ευχαριστήσει τη Λιλιάνα και για να ευχηθεί στους Λεκορνέ και μετά θα έβρισκε μια δικαιολογία και θα έφευγε. Έτσι είχε τριπλό όφελος: α) θα γλίτωνε από τη γκρίνια της Λιλιάνα, β) δεν θα τον έπιαναν στο στόμα τους οι Λεκορνέ που φρόντιζαν να διαδίδουν ότι μετά το χωρισμό του με την Καρολίνα είχε καταντήσει ερημίτης και μαράζωνε (άσχετα αν ήταν λίγο αλήθεια) και γ) θα γνώριζε κι αυτή την περίφημη δεσποινίδα Μοντέρο για την οποία μιλούσε ακατάπαυστα όλο το προσωπικό μόλις λίγη ώρα από την άφιξή της στην περιοχή. Γνωρίζοντας τον ενθουσιώδη χαρακτήρα της ανιψιάς του, είχε το χρέος να δει από κοντά αυτή τη γυναίκα και τον αδερφό της για να αποφασίσει αν θα επέτρεπε στη Λιλιάνα να κάνει παρέα μαζί τους γιατί αναμφίβολα η μικρή έτσι και τους συμπαθούσε θα τους γινόταν τσιμπούρι.
****
Δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που οι Λεκορνέ εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Αν ήταν τυχοδιώκτες ή αξιοσέβαστοι μεσήλικες κανείς δεν μπορούσε να πει με σιγουριά, πάντως η διαμονή τους στην ακριβότερη έπαυλη-πύργο, η ευθυμία τους και το γεγονός ότι μοιάζανε να είχαν γεννηθεί για να κρατάνε ένα ποτήρι σαμπάνια στις κοσμικές εκδηλώσεις, έφταναν για να κερδίσουν την αγάπη και την εκτίμηση του κόσμου. Έλεγαν ότι προέρχονταν από κάποια βασιλική οικογένεια κάποιου κρατίδιου της Ευρώπης, από εκείνες των οποίων οι φωτογραφίες τυπώνονταν στα σαλόνια των περιοδικών, φήμη που οι ίδιοι ούτε είχαν επιβεβαιώσει, ούτε διαψεύσει.
Η Μέτσε που είχε γύρει τρυφερά στον ώμο του Ντάριο, δε φαινόταν να συμμερίζεται τη γνώμη των επαρχιωτών.
«Αν αυτοί είναι πραγματικοί αριστοκράτες εγώ είμαι η βασίλισσα της Αγγλίας», ψιθύρισε στο Ντάριο καθώς κατευθυνόντουσαν σε μια γωνιά του σαλονιού των Λεκορνέ ύστερα από αμέτρητες συστάσεις και ανιαρές συζητήσεις με τους κατοίκους της περιοχής. «Δεν θα διαφωνήσω. Αν κάποιος από τους δυο μας μπορεί να καταλάβει την ευγενική καταγωγή αυτός είμαι εγώ, μην το ξεχνάς» της απάντησε κοιτώντας την με νόημα. Είχε αρχίσει να τον εκνευρίζει η υπεροπτική συμπεριφορά της. Η Μέτσε έπαιζε πολύ πειστικά τον ρόλο της απόμακρης και συνάμα γοητευτικής δεσποινίδας της καλής κοινωνίας. Μπορεί να συμφώνησαν να αφήσουν πίσω τις πίκρες του παρελθόντος αλλά του ήταν αδύνατο να μην προσπαθεί που και που να την πειράζει και να της υπενθυμίζει ποια είναι. Η Μέτσε του έριξε μια θυμωμένη ματιά και ήπιε μια γουλιά απ’ το ποτό της. Ο Ντάριο έκανε να στραφεί προς το ανοιχτό παράθυρο λίγα μέτρα πιο πέρα αλλά σταμάτησε απότομα. «Μόλις μπήκε ο στόχος» της ψιθύρισε. Εκείνη κοίταξε προς τον Γουστάβο και αμέσως μετά σ' έναν από τους καθρέπτες που κοσμούσαν το υπερπολυτελές σαλόνι. Δεν θα τον κάρφωνε με το βλέμμα, θα την πρόσεχε αυτός. Καμάρωσε με μια φευγαλέα ματιά τον εαυτό της. Το εμπριμέ φόρεμα αναδείκνυε το μαύρισμα μιας πραγματικής καλλονής. Το λιπ γκλος τα υπέροχα χείλη της, ενώ ένα μικρό κλάμερ με ασημένια φτερά συγκρατούσε λίγο από τον χείμαρρο των μαλλιών της.

_________________
Back to top Go down
View user profile http://thlenouvelotrela.forumgreek.com
Αλμοδοβαρεμένη

avatar

Posts : 697
Join date : 2015-08-13

PostSubject: Re: Συνέχισε την ιστορία...    Fri Jan 22, 2016 12:44 am

Εκείνο το απόγευμα η ζέστη ήταν αποπνιχτική και η Μέτσε ήθελε μόνο να μένει στην αιώρα με το κουτσομπολίστικο περιοδικό που διάβαζε με αρκετό ενδιαφέρον ενώ το μακρύ της πόδι χάιδευε τα κεραμιδί πλακάκια της βεράντας. Επιτέλους, είχε ανάγκη από λίγη ξεκούραση για να ξεπεράσει την αποτυχία της τελευταίας επιχείρησης. Ο Αλβάρο Μπεναβίδες ήταν δυνατός στόχος. Ώριμος, γοητευτικός, χήρος χωρίς υποχρεώσεις και προ παντός εφοπλιστής. Η Μέτσε μπορούσε να τον τυλίξει με τα θέλγητρα που απέκτησε σπουδάζοντας κοντά στη μαντάμ Καταλίνα, και τα οποία είχαν ρίξει νωρίτερα πολλούς με πλούσια τα ελέη. Όπως της δίδαξε η καπάτσα μαντάμ, αντί να ιδρώνει στις πιο άθλιες συνθήκες, κι αφού η φύση της χάρισε σπάνια ομορφιά - ως αποζημίωση για την οικτρή φτώχεια - μπορούσε να ζει κατά διαστήματα σε βίλες και εξοχικά πείθοντας τους ιδιοκτήτες τους για την διψασμένη της καρδιά. Το παραμύθι ήταν πάντοτε το ίδιο με μικρές αλλαγές. Χρειάστηκε να πει πολλές φορές το ποίημα από τα δεκαοχτώ ως τα τριάντα, καθώς η μαντάμ Καταλίνα της άφησε ευχή και κατάρα να μη δεσμευτεί με κανένα. Σ' αυτό το διάστημα, έφτιαξε μια μικρή περιουσία από κοσμήματα. Και πάνω που έλεγε να συμπληρώσει τη συλλογή της με μια σειρά από γαλάζια διαμάντια...η σύζυγος του Αλβάρο σηκώθηκε από τον τάφο. Τι κάθαρμα! Πώς αφήνουν ελεύθερους τέτοιους απατεώνες, σκεφτόταν η Μέτσε, εξετάζοντας τις φωτογραφίες στην κοσμική στήλη, για να βρει το επόμενο θήραμα.
Θα προσπερνούσε τις φωτογραφίες του φιλανθρωπικού γκαλά, στο οποίο παρευρίσκονταν κατά 99% κάτι γηραιές κυρίες όταν έπεσε το βλέμμα της στον Γουστάβο Εσκαλόνα που ίσα που φαινόταν σε μια γωνίτσα μίας από αυτές. Αυτό ήταν! Πάμπλουτος, ωραίος, χήρος, πρόσφατα απατημένος (και αυτό το γνώριζαν όλοι) ... Θα περνούσαν μαζί τον καιρό τους παρηγορώντας ο ένας τον άλλον για την έλλειψη ειλικρίνειας και την εξαπάτηση των πρώην τους.
Κύκλωσε το πρόσωπο του Γουστάβο, σαν υπενθύμιση του στόχου της, κι άφησε το περιοδικό στο τραπεζάκι. Σηκώθηκε από την αιώρα κι έτρεξε στο λουτρό. Δεν ήταν ώρα για χασομέρι, ο καλός στρατιώτης φροντίζει το όπλο του και ρίχνεται στη μάχη με την πρώτη ευκαιρία. Βυθισμένη στους αφρούς, με το ακουστικό ανά χείρας, μάζεψε όσες πληροφορίες μπορούσε. Οι γνωριμίες είναι ανεκτίμητες σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις. Όλες οι εμπόλεμες δυνάμεις διαθέτουν δίκτυο κατασκόπων. Ο Γουστάβο Εσκαλόνα, λοιπόν, είχε μια φάρμα στην εξοχή για να χαλαρώνει και να γεμίζει τις μπαταρίες του. Κάποιοι συλλέγουν γραμματόσημα, άλλοι άλογα και κατσίκια. Οι δεύτεροι δεν έχουν γούστο, σκέφτηκε η Μέτσε, μα το πορτοφόλι τους είναι αυτό που μετράει.
Είχε μόλις βγει απ' την μπανιέρα -δεν είχε προλάβει να ρίξει μια πετσέτα πάνω της, όταν άκουσε να χτυπά το κουδούνι. Παρά την επιμονή του απρόσκλητου επισκέπτη ντύθηκε και χτενίστηκε αργά και με την ίδια νωχελικότητα κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
Ανοίγοντας, τα μάτια της αντίκρισαν ένα πρόσωπο που δεν περίμενε να δει και γούρλωσαν τόσο ώστε θύμιζε γιαπωνέζικο καρτούν. Laughing
"Ντ..Ντάριο;" ψιθύρισε.
"Νόμιζες πως δεν θα σ'έβρισκα;" χαμογέλασε σαρδόνια ο επισκέπτης.
Η Μέτσε έσπρωξε την πόρτα αλλά ο Ντάριο πρόλαβε να βάλει το πόδι του. Ήταν αρκετά δυνατός και ήξερε πως τώρα ήταν αδύνατο να τον εμποδίσει να εισβάλει. Τράβηξε πίσω τις τούφες που έπεφταν στο πρόσωπο και κορδώθηκε προσπαθώντας να δείξει αυτοπεποίθηση και ψυχραιμία.
"Πώς από δω;" τον ρώτησε με προσποιητή αφέλεια.
Ο Ντάριο δεν απάντησε. Έριξε μερικές ματιές στο χώρο, εντόπισε ένα ασημένιο αλογάκι στο τραπεζάκι του χωλ και βάλθηκε να το περιεργάζεται. Εκείνη τη στιγμή η Μέτσε τρόμαξε πραγματικά. Το άρπαξε από τα χέρια του, το έριξε στη βαθιά πολυθρόνα και κάθισε πάνω του με την ελπίδα να το σώσει.
"Θα σου έλεγα να μείνεις για ένα ποτό αλλά δεν έχω χρόνο, Ντάριο. Ετοιμαζόμουν να βγω" χαριτολόγησε.
Ο Ντάριο στράφηκε προς το μέρος της. Τα μάτια του ήταν δυο σχισμές.
"Προτού πληρώσεις, δεν έχεις να πας πουθενά" δήλωσε.
"Χαλάρωσε λίγο Ντάριο, μου φαίνεσαι κουρασμένος" είπε η Μέτσε και άπλωσε το χέρι της για να του χαϊδέψει το μάγουλο αλλά εκείνος της έπιασε δυνατά τον καρπό.
"Δεν ήρθα για να χαλαρώσω αλλά για να μου δώσεις αυτά που είχαμε συμφωνήσει"
"Κάθαρμα" σκέφτηκε η Μέτσε. Και να σκεφτείς ότι κάποτε... "Όχι!" σκέφτηκε. Δεν ήταν η ώρα για να τα σκέφτεται αυτά. Δεν είχε νόημα να συλλογίζεται τη μοναδική φορά που αγνόησε τις συμβουλές της Μαντάμ Καταλίνα και πίστεψε σε κάτι αγνό. Ως πότε θα πλήρωνε αυτό το λάθος της εφηβείας της που στεκόταν τώρα μπροστά της; Αυτό που προείχε ήταν να τον διώξει από το διαμέρισμά της και μετά να κάτσει να σκεφτεί ένα καινούργιο σχέδιο για να απαλλαγεί από αυτόν και τους εκβιασμούς του.
"Δεν γίνεται να μιλήσουμε όταν κάνεις σαν τρελός. Ας ηρεμήσουμε πρώτα" του είπε και προχώρησε στην κάβα.
Νιώθοντας τα μάτια του καρφωμένα πάνω της, γέμισε δυο ποτήρια με γλυκό αγουαρδιέντε και με κινήσεις που θα ζήλευε ταχυδακτυλουργός, φρόντισε να ρίξει στο ένα από αυτά την ακριβή σκόνη που φύλαγε στο δαχτυλίδι της. Όταν έχεις μαθητεύσει δίπλα στη μαντάμ Καταλίνα, μπορείς να κοροϊδέψεις τον αντίπαλο μπροστά του, μονολόγησε από μέσα της.
Όχι τον Ντάριο όμως.
"Έχεις εμπιστοσύνη στις ικανότητές σου, έτσι; Σαν την παλάμη του χεριού μου σε ξέρω,καταραμένη" της είπε μόλις του έτεινε το ποτήρι. Το άρπαξε απ'το χέρι της και το κοπάνησε στο πάτωμα. Κρύος ιδρώτας έλουσε τη Μέτσε. "Για να δούμε! Κλάψε για το χαμένο σου κρύσταλλο να φανεί ποιά είσαι!" Βλέποντάς τη ακίνητη σαν άγαλμα, την άρπαξε από τα μπράτσα και την έφερε αντιμέτωπη με το φλογισμένο του πρόσωπο. "Δεύτερη φορά δεν την πατάει ο Ντάριο Αρισμέντι"
Η Μέτσε δεν άντεξε άλλο. Ελευθερώθηκε καταφέρνοντας μια κλωτσιά στο καλάμι κι έπεσε στο πάτωμα να μαζέψει τα θραύσματα. Κυρίως για να μη φανούν τα δάκρυα. "Πότε βγήκες;" ρώτησε, συγκρατώντας ένα λυγμό.
"Το χειμώνα. Ήθελες να με κρατήσουν παραπάνω; Δεν έφτασαν δέκα χρόνια;"
"Έφτασαν"
"Εγώ πλήρωσα,λοιπόν. Σειρά σου τώρα"
Γνωρίζοντας ήδη την απάντηση αλλά μη μπορώντας να βρει κάτι άλλο να πει και προσπαθώντας να κερδίσει κι άλλο χρόνο η Μέτσε τον ρώτησε "Δεν σκέφτηκες να γυρίσεις πίσω στην οικογένειά σου; Οι γονείς σου..." Ο Ντάριο ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Ήταν όμως ένα γέλιο πικρό, γεμάτο θυμό και ίσως λίγη απόγνωση. "Ωραίο ανέκδοτο" είπε. "Μην παριστάνεις την αφελή γιατί και οι δύο ξέρουμε καλά ότι δεν είσαι. Για τους γονείς μου πέθανα την ημέρα που με βρήκε η αστυνομία αναίσθητο δίπλα από το πτώμα του Ντονάτο Τσάβες. Ο μοναχογιός της αξιότιμης οικογένειας Αρισμέντι, γιος του μεγαλοδικηγόρου Μάριο Αρισμέντι και της Μαρσέλα Αρισμέντι της οικογένειας των Μοντενέγκρο καταδικάζεται για το φόνο διευθυντή τραπέζης εξαιτίας μιας..." Ο Ντάριο σταμάτησε απότομα και η Μέτσε τον κοίταξε θυμωμένη προκαλώντας τον να αποτελειώσει τη φράση του.
"Εξαιτίας μιας...; Ξέρεις καλά ότι κάποτε είχα πάρει την απόφαση ν'αλλάξω ζωή. Εσύ όμως κατάφερες να μου αλλάξεις γνώμη" τον κεραυνοβόλησε η Μέτσε, δεν είχε πια διάθεση να τον καλοπιάσει "Πιστεύεις πως δεν είχα τίποτα αγνό μέσα μου; Μια μικρή ελπίδα την είχα. Και φρόντισες να την κάψεις. Τότε κατάλαβα πόσο δίκιο είχε η Μαντάμ Καταλίνα όταν έλεγε να μην εμπιστεύομαι κανέναν. Κι αυτή καμμένη ήταν"
Ο Ντάριο την τράβηξε να σηκωθεί. Ήθελε να δει την αλήθεια στα μάτια της. "Αν σε κατέστρεψα εγώ, όπως με κατηγορείς, γιατί μου τηλεφώνησες εκείνη τη μέρα; Γιατί ζήτησες να σε σώσω από το τομάρι τον διευθυντή της τράπεζας; Εκτός αν..." έκανε μια παύση, προσπαθώντας να διαβάσει τη σκέψη της. Τον κοιτούσε με μια υπόνοια θλίψης. Μήπως δεν αλήθευαν όσα σκέφτηκε γι'αυτήν τις ατελείωτες ώρες μοναξιάς στη φυλακή; Ίσως πάλι να υποκρινόταν τη θλιμμένη για να ξεφύγει. "Εκτός αν ήταν όλα μια καλοστημένη παγίδα!"
Για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή η Μέτσε θέλησε να του πει την αλήθεια. Η υπερηφάνεια της όμως υπερίσχυσε. Άστον να σκέφτεται ό,τι θέλει! Δεν του αξίζει η αλήθεια. Το τελευταίο που ήθελε ήταν να καταλάβει πόσο είχε υποφέρει εξαιτίας του. "Ας μιλήσουμε γι' αυτό που πραγματικά ήρθες" του είπε βάζοντας τέλος στις αμφιβολίες του. Μάζεψε το περιοδικό από το τραπεζάκι και του έτεινε τη σελίδα με το πρόσωπο του Gustavo Escalona. "Τι είναι αυτό;" τη ρώτησε ξαφνιασμένος.
"Αυτό που θέλουμε και οι δύο είναι χρήματα και αυτός ο άνδρας έχει πάρα πολλά. Αν συνεργαστούμε θα έχεις τα διπλά από αυτά που συμφωνήσαμε" του είπε χαμογελώντας.
O Ντάριο κάθισε παράμερα και άρχισε να επεξεργάζεται την εικόνα. Η Μέτσε ανάσανε με ανακούφιση κι έδιωξε το σύννεφο της θλίψης από τα βλέφαρα. Δεν ωφελεί σε τίποτα να σκαλίζεις τα περασμένα. Σημασία έχει τι θα γίνει από δω και μπρος. Ο Ντάριο χρειαζόταν επειγόντως χρήματα. Δεν είχε πού την κεφαλή κλίναι και σιγά μην έβρισκε δουλειά με το απολυτήριο της φυλακής. Η Μέτσε ήταν σίγουρη πως θα δεχόταν την προσφορά της.
"Μπορούμε να τον πλευρίσουμε μαζί. Θα εμφανιστείς ως αδερφός μου" του έκλεισε το μάτι.
Ο Ντάριο σήκωσε το κεφάλι από το περιοδικό. "Να σε εμπιστευτώ άραγε; Όσο ήμουν μέσα δεν ήρθες ούτε μία φορά να με δεις, πόσο μάλλον να μου στείλεις λεφτά, όπως μου είχες υποσχεθεί!"
Η Μέτσε τον πλησίασε, γονάτισε μπροστά του και του χάιδεψε τα γόνατα. "Τώρα είναι διαφορετικό. Η δουλειά πέφτει στους ώμους και των δύο. Ξέρεις ότι μπορείς να ξεσκεπάσεις αν δεν τηρήσω τη συμφωνία"
Ο Ντάριο έμεινε για λίγο σκεπτικός. Έπειτα σηκώθηκε ταυτόχρονα με τη Μέτσε και πήρε ένα ύφος έπαρσης. "Ωραία λοιπόν, δέχομαι. Πού ν'αφήσω τα πράγματά μου; Ένα σακίδιο είναι όλο κι όλο"
"Θα...θα μετακομίσεις εδώ;" τραύλισε εκείνη.
"Δεν με θέλεις, αδελφούλα;"
Η Μέτσε σώπασε να σκεφτεί. Η εισβολή στο αρχοντικό της δεν θα ήταν για πολύ. Σύντομα θα πήγαιναν στην εξοχή να βρουν τον Εσκαλόνα. Συμφώνησε ξεφυσώντας κι έστειλε τον Ντάριο να βολευτεί στον ξενώνα.
*****
Ήταν έξι η ώρα το πρωί όταν ο Γουστάβο αποφάσισε να σηκωθεί. Δεν είχε νόημα να παραμένει στο κρεβάτι και να προσπαθεί να κοιμηθεί. Παρά την κούραση που ένιωθε χθες το βράδυ με τις ατελείωτες δουλειές που είχε η φάρμα, κοιμήθηκε μόλις 4 ώρες και πέρασε άλλες 3 συλλογιζόμενος την αγαπημένη του Ινές, τον παιδικό του έρωτα και μετέπειτα σύζυγό του που η ζωή του πήρε τόσο άδικα πριν από 5 χρόνια. Πως μπόρεσε να σκεφτεί ότι θα βρισκόταν η γυναίκα που θα γέμιζε το κενό που του άφησε η απώλειά της; Και μάλιστα στο πρόσωπο της Καρολίνα, αυτής της άμυαλης - όπως αποδείχθηκε - μικρής που τώρα απολάμβανε τα φώτα της δημοσιότητας εξαιτίας της ιστορίας που είχε μαζί της. Σέλωσε το άλογό του και αποφάσισε να κάνει μια βόλτα.
Τα ζωηρά χρώματα της εξοχής και το γλυκό πρωινό άρωμα γαλήνεψαν την ψυχή του. Ξεπέζεψε και πλησίασε τον καταρράκτη. Άκουσε τον ήχο του νερού, πήρε βαθιά ανάσα, περπάτησε στη χλόη κι όταν έφτασε η ώρα για το πρωινό του, ανέβηκε πάλι στο άλογο. Μια ευχάριστη έκπληξη τον περίμενε στην επιστροφή. Η Λιλιάνα στεκόταν στην είσοδο του σπιτιού με τις βαλίτσες της.
"Πού χάθηκες πρωί πρωί, θείε Γουστάβο;" ρώτησε παιχνιδιάρικα και ρίχτηκε στην αγκαλιά του "Όταν έρχεσαι στο εξοχικόγίνεσαι άλλος άνθρωπος. Με τις κότες κοιμάσαι, με τους πετεινούς σηκώνεσαι!"
"Κι εσύ δεν πας πίσω, βλέπω" χαμογέλασε ο Γουστάβο. "Δεν περίμενα να σε βρω εδώ τέτοια ώρα"
"Πήρα το πρώτο λεωφορείο"
Ο Γουστάβο μετέφερε τις βαλίτσες της κοπέλας στο διάδρομο. "Οι γονείς σου ξέρουν άραγε γι' αυτήν την ξαφνική επίσκεψη;"
"Ω, μην ανησυχείς. Η αδελφούλα σου κι ο γαμπρούλης σου δεν θα είχαν καμιά αντίρρηση να έρχομαι στην εξοχή πότε πότε"
Της σέρβιρε το πρωινό που είχε φτιάξει από νωρίς η οικονόμος και μετά άρχισαν μέσω πειραγμάτων να τακτοποιούν τα πράγματα στο δωμάτιο που πάντα προτιμούσε η μικρή στις αιφνιδιαστικές της επισκέψεις.
Ο Γουστάβο χαμογελούσε στην πραγματικότητα όμως τα συναισθήματά του ήταν ανάμεικτα. Χαιρόταν που έβλεπε την αγαπημένη του ανηψούλα αλλά εδώ και καιρό ένιωθε πως η αστείρευτη ενέργειά της τον αποσυντόνιζε. Παλιότερα ούτε τον κούραζε ούτε τον ενοχλούσε καθόλου. Τώρα η ζωή του όλη ήταν η εργασία στην φάρμα και οι δυσάρεστες σκέψεις που είχαν να κάνουν με τις δυο γυναίκες που η κάθεμια για διαφορετικούς λόγους άφησε στην ψυχή του το μελανό της στίγμα. Μήπως είχε παραμεγαλώσει; Μήπως απλώς του κόστιζε να επιστρέψει στην ζωή που ήταν πιο κοντά στην "κανονικότητα" των περισσότερων ανθρώπων, στην ζωή που δεν περιλάμβανε μόνο δουλειές και μαύρες σκέψεις;
*****
Την ίδια στιγμή, περίπου 2 χιλιόμετρα βορειότερα, η Μέτσε και ο Ντάριο έμπαιναν στο σαλόνι ενός παλιού αρχοντικού. Ο Ντάριο στάθηκε και το κοιτούσε σαν υπνωτισμένος. "Τι κάθεσαι έτσι; Βοήθησέ με να ξεφορτώσουμε τις βαλίτσες" του φώναξε η Μέτσε. "Μοιάζει τόσο με το πατρικό μου" σκέφτηκε μελαγχολικά ο Ντάριο καθώς το βλέμμα του έπεφτε στο μεγάλο τζάκι. "Στη μητέρα μου άρεσε να κάθεται..." αλλά ένα χτύπημα στον ώμο διέκοψε βίαια τις σκέψεις του. "Σου μιλάω Ντάριο! Δεν μ' ακούς; Έλα να ξεφορτώσουμε τις βαλίτσες!" "Υποτίθεται ότι κάποιος θα ήταν εδώ γι' αυτή τη δουλειά!" της απάντησε ενοχλημένος. "Αυτή η κυρία που σου νοίκιασε το σπίτι δεν μου είπες ότι σου άφησε και προσωπικό;" "Χοσέ; Εσύ είσαι άχρηστε;" ακούστηκε μια διαπεραστική, γυναικεία φωνή και έκανε την εμφάνισή της μια μεσήλικη γυναίκα με ποδιά και μια κουτάλα στο χέρι. Μόλις είδε τη Μέτσε και τον Ντάριο αμέσως έφυγε η αγριεμένη έκφραση από το πρόσωπό της και προσπάθησε να διορθώσει λίγο τα μαλλιά της. "Καλημέρα σας" είπε αμήχανα. "Καλά άκουσα ότι κάποιος ήρθε. Ασφαλώς θα είστε ο κ. Μοντέρο" είπε απευθυνόμενη στον Ντάριο που της φάνηκε πιο προσιτός. "Μάλιστα κυρία μου. Είμαι ο Εντουάρντο Μοντέρο και από δω η αδερφή μου Βικτόρια" της αποκρίθηκε διασκεδάζοντας λίγο με την αμηχανία της.
"Σας περιμέναμε, κοπιάστε, κοπιάστε..." χαμογέλασε η γυναίκα "Είμαι η Χασίντα και φροντίζω τούτο το σπίτι. Σας ετοιμάζω ένα γεύμα που θα γλείφετε τα δάχτυλά σας! Ώσπου να τακτοποιηθείτε, θα έχω στρωμένο το τραπέζι. Θα πεινάτε σίγουρα μιας κι έρχεστε από μακριά" είπε μονοκοπανιά και παίρνοντας μια ανάσα, "Βλέπω, κουβαλάτε μπόλικο νοικοκυριό. Έπρεπε να 'ναι δω αυτός ο ανεπρόκοπος! Μη σας νοιάζει, όμως, μόλις γυρίσει θα τον βάλω να σας ανεβάσει τις βαλίτσες στα δωμάτια. Να σας φτιάξω έναν καφέ;"
Ο Ντάριο αρνήθηκε ευγενικά και στράφηκε στη Μέτσε "Δεν είναι όμορφο μέρος, αδερφούλα;"
"Το ομορφότερο που θα μπορούσαμε να βρούμε σ'αυτήν τη μεσαιωνική εξορία"
Ο Ντάριο κοίταξε τη Χασίντα που τα έχασε για μια στιγμή κι έριξε μια επικριτική ματιά στη Μέτσε, που δάγκωσε τα χείλη της. Μα δεν είχαν συμφωνήσει να παραστήσουν τους εραστές της εξοχής για να πειστεί το θήραμα να τους δεχτεί; Στο κάτω κάτω, ξέχασε η Μέτσε την καταγωγή της και φερόταν με τόσο σνομπισμό; Από ένα χωριό ξεχασμένο κι από το Θεό την τράβηξε η μαντάμ Καταλίνα.
Σε λίγο κατέφτασε ο Χοσέ. Είχε το πρόσωπο εύθυμου χωρικού, τα τραχά χέρια του αγρότη και το καουμπόικο καπέλο των ανδρών της περιοχής. Συστήθηκε γελαστός κι ανέλαβε να ανεβάσει τις βαλίτσες υπό τα γρυλίσματα της γυναίκας του. Οι φιλοξενούμενοι αποσύρθηκαν στα δωμάτιά τους.
Η Μέτσε λούστηκε, άλλαξε ρούχα κι έπιασε να στεγνώσει τα μαλλιά της. Ο Ντάριο μπήκε στο δωμάτιό της σφυρίζοντας. "Συμπαθητικό το προσωπικό" είπε, παίζοντας με την κουνουπιέρα του κρεβατιού, "Και πολυλογάδες. Δεν θα δυσκολευτούμε να μάθουμε ολόκληρο το βιογραφικό του γελαδάρη σου. Ούτε θ' αργήσουν να διαδώσουν στο χωριό την άφιξή μας"
Εκείνη κάθισε στην μικρή μπορντό πολυθρόνα όπως θα καθόταν μια αυτοκράτειρα στον θρόνο της.
-Εκ πρώτης όψεως ο Γουστάβο φαίνεται εύκολος στόχος. Από την μικρή μου έρευνα προκύπτει ότι αν και πάμπλουτος δεν έχει σχέση με κομπίνες και βρώμικο χρήμα, απάντησε η Μέτσε με ύφος υψηλόβαθμου στελέχους πολυεθνικής έτοιμο να εξηγήσει στους υφισταμένους την στρατηγική της εταιρείας. Μοιάζει πολύ αθώος, σχεδόν αγνός... Όμως, κανόνας πρώτος, δεν υποτιμάμε ποτέ τον αντίπαλο, ούτε τις συνθήκες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πανωλεθρία.
Ο Ντάριο για μια στιγμή έστρεψε το βλέμμα του από εκείνη την γυναίκα που μόλις χθες τον έτρεμε και σήμερα πάλι κινούσε τα νήματα, η δύναμη που ασκούσε πάνω του ήταν τρομακτική.
-Δεν σε πιστεύω, είμαι σίγουρος πως τον έχεις ήδη καταγράψει στον μακρύ κατάλογο των θυμάτων σου, είπε κοιτάζοντάς την και πάλι στα μάτια. Κι εγώ δεν ξέρω αν θα έπρεπε να είμαι με το μέρος σου ή να προσεγγίσω το θύμα ως... συνάδελφος, συνέχισε μ' ένα χαμόγελο.
-Ας πάμε λοιπόν και στον δεύτερο κανόνα. Αφήνουμε πίσω το παρελθόν. Εγώ δεν θα είχα φτάσει ποτέ εκεί που έφτασα αν δεν το ξεπερνούσα.
Σηκώθηκε και τον ακούμπησε τρυφερά στο περίγραμμα του προσώπου.
-Μην αφήνεις την πίκρα να σε επηρεάζει καλέ μου. Και οι δυο έχουμε να κερδίσουμε από αυτή την ιστορία. Αν μάλιστα φερθείς έξυπνα, έχεις να κερδίσεις κάτι πολύ παραπάνω από το μερίδιό σου. Την οικονομική εξασφάλιση κι ευημερία εφ' όρου ζωής!
“Τι έχεις στο μυαλό σου Μέτσε;” Τη ρώτησε κοιτώντας την καχύποπτα. “ΒΙ-ΚΤΟ-ΡΙ-Α!! Είμαι η Βικτόρια και είσαι ο Εντουάρντο. Ακόμα κι όταν είμαστε μόνοι μας θα χρησιμοποιούμε τα καινούργια μας ονόματα. Δεν ξέρεις ότι και οι τοίχοι έχουν αυτιά;” “Καλά!” Έκανε εκείνος ανυπόμονα. “Τι έχεις στο μυαλό σου αδερφουλα;” “Οτί θα μπορούσες να κάνεις πολύ ενδιαφέρουσες γνωριμίες από τον κύκλο του Γουστάβο όσο εγώ θα ασχολούμαι μαζί του. Και που ξέρεις... μπορεί και έναν πολύ καλό γάμο.” Την κοίταξε εμβρόντητος. Τι; Τώρα τον παντρολογούσε κι από πάνω;
-Τι νομίζεις πως νοσταλγώ την φυλακή, πως δεν βλέπω την ώρα να ξανασαπίσω εκεί μέσα; απάντησε νευρικά. Για σένα βέβαια θα είναι εύκολο να ξαπλώνεις με αυτόν τον χωριάτη και να παίρνεις ως αντάλλαγμα κοσμήματα και ακίνητα. Εγώ πώς θα παντρευτώ ως Εντουάρντο;
-Αν δε χαλαρώσεις λίγο φυσικά και δε θα παντρευτείς, δε θα φτάσεις πουθενά. Αν δε ζήσεις και ο ίδιος σε ένα βαθμό το παραμύθι δεν πρόκειται να πείσεις. Κι έπειτα τι νόμιζες, πως τα οργανώνω όλα μόνη μου όλα αυτά τα χρόνια; Υπάρχουν οι φύλακες άγγελοί μου που με βοηθούν. Ψεύτικοι δεν είναι μόνο οι έρωτές μου, έχω ψεύτικο περίγυρο, ψεύτικους αριστοκράτες συγγενείς... Άνοιξε το πάνω συρτάρι του κομψού κομοδίνου. Ορίστε, είπε δίνοντας του δυο φρεσκοτυπωμένα διαβατήρια. Ούτε ο πιο έμπειρος ερευνητής της αστυνομίας δε θα καταλάβαινε ότι είναι πλαστά. Είμαστε πια ο Εντουάρντο και η Βικτόρια.
****
«Εντουάρντο και Βικτόρια Μοντέρο;» Όχι, δεν τους έχω ξανακούσει. Και πότε ήρθαν Ελβίρα;» ρώτησε η Λιλιάνα καθώς βοηθούσε την οικονόμο του σπιτιού του Γουστάβο να διπλώσει κάτι σεντόνια. «Σήμερα το πρωί. Νοίκιασαν το αρχοντικό της δόνια Κλορίντα για το καλοκαίρι» «Και πως είναι αυτοί;» «Από τα λίγα που μου είπε ο Χοσέ η κοπέλα φαίνεται λίγο ξιπασμένη αλλά ο αδερφός της είναι πολύ ευγενικός» «Και όμορφος;» «Και τι σ’ ενδιαφέρει αυτό μικρή μου;» «Δεν μ’ ενδιαφέρει, κουβέντα να γίνεται» απάντησε η Λιλιάνα δήθεν αδιάφορα αλλά η Ελβίρα είδε τη λάμψη στα μάτια της. «Πόσο γρήγορα μεγαλώνουν τα παιδιά» σκέφτηκε καθώς παρατηρούσε πιο προσεκτικά τη Λιλιάνα.
Πριν προλάβουν να πουν κάτι άλλο, ο Γουστάβο άνοιξε την πόρτα.
-Τι κάνετε εδώ;
-Μιλούσαμε για την Βικτόρια και τον Εντουάρντο Μοντέρο που έχουν νοικιάσει το αρχοντικό της δόνια Κλορίντα, εσύ γνωρίζεις κάτι γι αυτούς θειούλη;
-Όχι, θα είναι καινούργιοι στην περιοχή. Βλέπω αρχίσατε ήδη τον κοινωνικό σχολιασμό, συνέχισε πειραχτικά ο Γουστάβο.
-Γιατί όχι, τα νέα είναι για να μαθαίνονται και φυσικά να σχολιάζονται, απάντησε χωρίς να πτοείται η Λιλιάνα. Δεν ξέρουμε ακόμα τίποτα σημαντικό αλλά αύριο στην γιορτή των Λεκορνέ θα τα μάθουμε όλα. Εσύ θα φορέσεις το πιο καλό σου κουστούμι και θα κόψεις λίγο τα μαλλιά, πρόσθεσε περνώντας τα χέρια της ανάμεσά τους. Θα είσαι πιο ωραίος έτσι.
-Μα Λιλιάνα... έχω...
-Δεν έχεις τίποτα. Και μη διανοηθείς σήμερα και αύριο να περάσεις όλο τον χρόνο σου με άλογα και γελάδια, σε θέλω όμορφο και φρέσκο για εκείνο το βράδυ. Είναι καιρός να αρχίσεις να βγαίνεις, να γνωρίζεις κόσμο... πέρα από τις γηραιές κυρίες των φιλανθρωπικών γκαλά εννοώ.
- Σου χαλάω εγώ χατήρι; της απάντησε γνωρίζοντας τον επίμονο χαρακτήρα της ανίψιας του. Θα πήγαινε σ’ αυτήν τη γιορτή, θα έμενε για λίγο, ίσα για να ευχαριστήσει τη Λιλιάνα και για να ευχηθεί στους Λεκορνέ και μετά θα έβρισκε μια δικαιολογία και θα έφευγε. Έτσι είχε τριπλό όφελος: α) θα γλίτωνε από τη γκρίνια της Λιλιάνα, β) δεν θα τον έπιαναν στο στόμα τους οι Λεκορνέ που φρόντιζαν να διαδίδουν ότι μετά το χωρισμό του με την Καρολίνα είχε καταντήσει ερημίτης και μαράζωνε (άσχετα αν ήταν λίγο αλήθεια) και γ) θα γνώριζε κι αυτή την περίφημη δεσποινίδα Μοντέρο για την οποία μιλούσε ακατάπαυστα όλο το προσωπικό μόλις λίγη ώρα από την άφιξή της στην περιοχή. Γνωρίζοντας τον ενθουσιώδη χαρακτήρα της ανιψιάς του, είχε το χρέος να δει από κοντά αυτή τη γυναίκα και τον αδερφό της για να αποφασίσει αν θα επέτρεπε στη Λιλιάνα να κάνει παρέα μαζί τους γιατί αναμφίβολα η μικρή έτσι και τους συμπαθούσε θα τους γινόταν τσιμπούρι.
****
Δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που οι Λεκορνέ εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Αν ήταν τυχοδιώκτες ή αξιοσέβαστοι μεσήλικες κανείς δεν μπορούσε να πει με σιγουριά, πάντως η διαμονή τους στην ακριβότερη έπαυλη-πύργο, η ευθυμία τους και το γεγονός ότι μοιάζανε να είχαν γεννηθεί για να κρατάνε ένα ποτήρι σαμπάνια στις κοσμικές εκδηλώσεις, έφταναν για να κερδίσουν την αγάπη και την εκτίμηση του κόσμου. Έλεγαν ότι προέρχονταν από κάποια βασιλική οικογένεια κάποιου κρατίδιου της Ευρώπης, από εκείνες των οποίων οι φωτογραφίες τυπώνονταν στα σαλόνια των περιοδικών, φήμη που οι ίδιοι ούτε είχαν επιβεβαιώσει, ούτε διαψεύσει.
Η Μέτσε που είχε γύρει τρυφερά στον ώμο του Ντάριο, δε φαινόταν να συμμερίζεται τη γνώμη των επαρχιωτών.
«Αν αυτοί είναι πραγματικοί αριστοκράτες εγώ είμαι η βασίλισσα της Αγγλίας», ψιθύρισε στο Ντάριο καθώς κατευθυνόντουσαν σε μια γωνιά του σαλονιού των Λεκορνέ ύστερα από αμέτρητες συστάσεις και ανιαρές συζητήσεις με τους κατοίκους της περιοχής. «Δεν θα διαφωνήσω. Αν κάποιος από τους δυο μας μπορεί να καταλάβει την ευγενική καταγωγή αυτός είμαι εγώ, μην το ξεχνάς» της απάντησε κοιτώντας την με νόημα. Είχε αρχίσει να τον εκνευρίζει η υπεροπτική συμπεριφορά της. Η Μέτσε έπαιζε πολύ πειστικά τον ρόλο της απόμακρης και συνάμα γοητευτικής δεσποινίδας της καλής κοινωνίας. Μπορεί να συμφώνησαν να αφήσουν πίσω τις πίκρες του παρελθόντος αλλά του ήταν αδύνατο να μην προσπαθεί που και που να την πειράζει και να της υπενθυμίζει ποια είναι. Η Μέτσε του έριξε μια θυμωμένη ματιά και ήπιε μια γουλιά απ’ το ποτό της. Ο Ντάριο έκανε να στραφεί προς το ανοιχτό παράθυρο λίγα μέτρα πιο πέρα αλλά σταμάτησε απότομα. «Μόλις μπήκε ο στόχος» της ψιθύρισε. Εκείνη κοίταξε προς τον Γουστάβο και αμέσως μετά σ' έναν από τους καθρέπτες που κοσμούσαν το υπερπολυτελές σαλόνι. Δεν θα τον κάρφωνε με το βλέμμα, θα την πρόσεχε αυτός. Καμάρωσε με μια φευγαλέα ματιά τον εαυτό της. Το εμπριμέ φόρεμα αναδείκνυε το μαύρισμα μιας πραγματικής καλλονής. Το λιπ γκλος τα υπέροχα χείλη της, ενώ ένα μικρό κλάμερ με ασημένια φτερά συγκρατούσε λίγο από τον χείμαρρο των μαλλιών της.
Η κυρία Λεκορνέ υποδέχτηκε θείο και ανιψιά με τέτοιον ενθουσιασμό, θαρρείς κι ήταν τα τιμώμενα πρόσωπα της ημέρας. Η Λιλιάνα την χαιρέτησε με φιλοφρονήσεις για την εμφάνισή της ενώ ο Γουστάβο προσπάθησε να χαμογελάσει εγκάρδια.
-Καιρός ήταν να βγεις να ξεσκάσεις, χρυσό μου, ακόμη λίγο και θα το 'βαζες το ράσο, σχολίασε η οικοδέσποινα και ο Γουστάβο θυμήθηκε γιατί του κόστιζε προσπάθεια να χαμογελάει μπροστά της. Έκανες ένα μαγουλάκι όμως! Αναπαύεται περισσότερο ο εργένης άνθρωπος για να ξεχνάει τη μοναξιά του. Συνομήλικος της ανιψούλας σου δείχνεις, να φανταστείς! Αχ πόσο σε ζηλεύω...
Η Λιλιάνα στράβωσε με την ανόητη φλυαρία της. Ήθελε να σκαλίζει τα προσωπικά των άλλων; Ας κοιτούσε την καμπούρα της καλύτερα.
-Είναι πράγματι αξιοζήλευτο, ειδικά αν σκεφτούμε πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν καταφέρνουν ούτε μια ρυτίδα να σβήσουν, ακόμη κι αν περνούν όλη τη μέρα αναπαυτικά. Ευτυχώς, δεν έτυχε σ'εμάς κάτι τέτοιο...
Τώρα ήταν σειρά της κυρίας Λεκορνέ να στραβώσει. Φρόντισε ν' αλλάξει αμέσως τη συζήτηση.
-Δεν σας σύστησα στους καινούργιους μου καλεσμένους, είπε, τυλίγοντας το χέρι με τα χρυσαφικά στο μπράτσο του Γουστάβο και τραβώντας τον στο σημείο όπου στέκονταν ο Ντάριο κι η Μέτσε. Η Λιλιάνα ακολούθησε γεμάτη περιέργεια. Εντουάρντο και Βικτώρια Μοντέρο, άρτι αφιχθέντες στην περιοχή μας για διακοπές. Από δω ο Γουστάβο Εσκαλόνα, σημαντικός παράγων του τόπου σχεδόν όσο και ο άντρας μου.
-Κι από δω η ανιψιά μου, πρόσθεσε ο Γουστάβο σφίγγοντας το χέρι του Ντάριο που τον κοίταζε βαθιά στα μάτια, άγνωστο γιατί.
-Λιλιάνα, έκανε η μικρή ανταλλάσσοντας χειραψία με τους νιόφερτους. Η γυναίκα, υπέρ το δέον εκθαμβωτική, θα πρέπει να ήταν από εκείνες τις κοσμικές τύπισσες με μακριά γλώσσα και περιορισμένο εγκέφαλο, συμπέρανε. Ο άνδρας όμως είχε μια γοητεία που δεν είχε ξανασυναντήσει, μια αύρα μυστηριώδη, απόκοσμη... Θα μείνετε καιρό εδώ με τη γυναίκα σας; τον ρώτησε.
-Δεν είναι γυναίκα μου, απάντησε ο Ντάριο μ' ένα χαμόγελο που φανέρωνε σφιχτά δόντια, αδέλφια είμαστε. Ναι, σχεδιάζουμε να μείνουμε όσο χρειαστεί. Να ξεκουραστούμε.
Η Λιλιάνα έλαμψε ξαφνικά. Δεν το πρόσεξε όμως ο Γουστάβο, στεκόμενος σαν στύλος, με το αρωματισμένο χέρι της Μέτσε στη χούφτα του που δεν έλεγε ν' αφήσει, είχε καρφώσει τα μάτια του, όχι στην ίδια και τα θέλγητρά της, μα στον καρπό και συγκεκριμένα στο ασημένιο βραχιόλι της. Το κοίταζε μ' επιμονή, φέρνοντας σε κάποια φάση σε δύσκολη θέση την ιδιοκτήτριά του.
"Δεν μπορεί να κάνω λάθος..." μουρμούρισε από μέσα του "Εγώ ο ίδιος το είχα χαρίσει στην Ινές! Παρήγγειλα να το σκαλίσουν ειδικά για εκείνη, την έθαψα με αυτό. Μα πώς βρέθηκε στο χέρι αυτής της άγνωστης γυναίκας;"
Back to top Go down
View user profile
Άσχετη

avatar

Posts : 55
Join date : 2015-08-13

PostSubject: Re: Συνέχισε την ιστορία...    Mon Jan 25, 2016 11:16 am

Εκείνο το απόγευμα η ζέστη ήταν αποπνιχτική και η Μέτσε ήθελε μόνο να μένει στην αιώρα με το κουτσομπολίστικο περιοδικό που διάβαζε με αρκετό ενδιαφέρον ενώ το μακρύ της πόδι χάιδευε τα κεραμιδί πλακάκια της βεράντας. Επιτέλους, είχε ανάγκη από λίγη ξεκούραση για να ξεπεράσει την αποτυχία της τελευταίας επιχείρησης. Ο Αλβάρο Μπεναβίδες ήταν δυνατός στόχος. Ώριμος, γοητευτικός, χήρος χωρίς υποχρεώσεις και προ παντός εφοπλιστής. Η Μέτσε μπορούσε να τον τυλίξει με τα θέλγητρα που απέκτησε σπουδάζοντας κοντά στη μαντάμ Καταλίνα, και τα οποία είχαν ρίξει νωρίτερα πολλούς με πλούσια τα ελέη. Όπως της δίδαξε η καπάτσα μαντάμ, αντί να ιδρώνει στις πιο άθλιες συνθήκες, κι αφού η φύση της χάρισε σπάνια ομορφιά - ως αποζημίωση για την οικτρή φτώχεια - μπορούσε να ζει κατά διαστήματα σε βίλες και εξοχικά πείθοντας τους ιδιοκτήτες τους για την διψασμένη της καρδιά. Το παραμύθι ήταν πάντοτε το ίδιο με μικρές αλλαγές. Χρειάστηκε να πει πολλές φορές το ποίημα από τα δεκαοχτώ ως τα τριάντα, καθώς η μαντάμ Καταλίνα της άφησε ευχή και κατάρα να μη δεσμευτεί με κανένα. Σ' αυτό το διάστημα, έφτιαξε μια μικρή περιουσία από κοσμήματα. Και πάνω που έλεγε να συμπληρώσει τη συλλογή της με μια σειρά από γαλάζια διαμάντια...η σύζυγος του Αλβάρο σηκώθηκε από τον τάφο. Τι κάθαρμα! Πώς αφήνουν ελεύθερους τέτοιους απατεώνες, σκεφτόταν η Μέτσε, εξετάζοντας τις φωτογραφίες στην κοσμική στήλη, για να βρει το επόμενο θήραμα.
Θα προσπερνούσε τις φωτογραφίες του φιλανθρωπικού γκαλά, στο οποίο παρευρίσκονταν κατά 99% κάτι γηραιές κυρίες όταν έπεσε το βλέμμα της στον Γουστάβο Εσκαλόνα που ίσα που φαινόταν σε μια γωνίτσα μίας από αυτές. Αυτό ήταν! Πάμπλουτος, ωραίος, χήρος, πρόσφατα απατημένος (και αυτό το γνώριζαν όλοι) ... Θα περνούσαν μαζί τον καιρό τους παρηγορώντας ο ένας τον άλλον για την έλλειψη ειλικρίνειας και την εξαπάτηση των πρώην τους.
Κύκλωσε το πρόσωπο του Γουστάβο, σαν υπενθύμιση του στόχου της, κι άφησε το περιοδικό στο τραπεζάκι. Σηκώθηκε από την αιώρα κι έτρεξε στο λουτρό. Δεν ήταν ώρα για χασομέρι, ο καλός στρατιώτης φροντίζει το όπλο του και ρίχνεται στη μάχη με την πρώτη ευκαιρία. Βυθισμένη στους αφρούς, με το ακουστικό ανά χείρας, μάζεψε όσες πληροφορίες μπορούσε. Οι γνωριμίες είναι ανεκτίμητες σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις. Όλες οι εμπόλεμες δυνάμεις διαθέτουν δίκτυο κατασκόπων. Ο Γουστάβο Εσκαλόνα, λοιπόν, είχε μια φάρμα στην εξοχή για να χαλαρώνει και να γεμίζει τις μπαταρίες του. Κάποιοι συλλέγουν γραμματόσημα, άλλοι άλογα και κατσίκια. Οι δεύτεροι δεν έχουν γούστο, σκέφτηκε η Μέτσε, μα το πορτοφόλι τους είναι αυτό που μετράει.
Είχε μόλις βγει απ' την μπανιέρα -δεν είχε προλάβει να ρίξει μια πετσέτα πάνω της, όταν άκουσε να χτυπά το κουδούνι. Παρά την επιμονή του απρόσκλητου επισκέπτη ντύθηκε και χτενίστηκε αργά και με την ίδια νωχελικότητα κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
Ανοίγοντας, τα μάτια της αντίκρισαν ένα πρόσωπο που δεν περίμενε να δει και γούρλωσαν τόσο ώστε θύμιζε γιαπωνέζικο καρτούν. Laughing
"Ντ..Ντάριο;" ψιθύρισε.
"Νόμιζες πως δεν θα σ'έβρισκα;" χαμογέλασε σαρδόνια ο επισκέπτης.
Η Μέτσε έσπρωξε την πόρτα αλλά ο Ντάριο πρόλαβε να βάλει το πόδι του. Ήταν αρκετά δυνατός και ήξερε πως τώρα ήταν αδύνατο να τον εμποδίσει να εισβάλει. Τράβηξε πίσω τις τούφες που έπεφταν στο πρόσωπο και κορδώθηκε προσπαθώντας να δείξει αυτοπεποίθηση και ψυχραιμία.
"Πώς από δω;" τον ρώτησε με προσποιητή αφέλεια.
Ο Ντάριο δεν απάντησε. Έριξε μερικές ματιές στο χώρο, εντόπισε ένα ασημένιο αλογάκι στο τραπεζάκι του χωλ και βάλθηκε να το περιεργάζεται. Εκείνη τη στιγμή η Μέτσε τρόμαξε πραγματικά. Το άρπαξε από τα χέρια του, το έριξε στη βαθιά πολυθρόνα και κάθισε πάνω του με την ελπίδα να το σώσει.
"Θα σου έλεγα να μείνεις για ένα ποτό αλλά δεν έχω χρόνο, Ντάριο. Ετοιμαζόμουν να βγω" χαριτολόγησε.
Ο Ντάριο στράφηκε προς το μέρος της. Τα μάτια του ήταν δυο σχισμές.
"Προτού πληρώσεις, δεν έχεις να πας πουθενά" δήλωσε.
"Χαλάρωσε λίγο Ντάριο, μου φαίνεσαι κουρασμένος" είπε η Μέτσε και άπλωσε το χέρι της για να του χαϊδέψει το μάγουλο αλλά εκείνος της έπιασε δυνατά τον καρπό.
"Δεν ήρθα για να χαλαρώσω αλλά για να μου δώσεις αυτά που είχαμε συμφωνήσει"
"Κάθαρμα" σκέφτηκε η Μέτσε. Και να σκεφτείς ότι κάποτε... "Όχι!" σκέφτηκε. Δεν ήταν η ώρα για να τα σκέφτεται αυτά. Δεν είχε νόημα να συλλογίζεται τη μοναδική φορά που αγνόησε τις συμβουλές της Μαντάμ Καταλίνα και πίστεψε σε κάτι αγνό. Ως πότε θα πλήρωνε αυτό το λάθος της εφηβείας της που στεκόταν τώρα μπροστά της; Αυτό που προείχε ήταν να τον διώξει από το διαμέρισμά της και μετά να κάτσει να σκεφτεί ένα καινούργιο σχέδιο για να απαλλαγεί από αυτόν και τους εκβιασμούς του.
"Δεν γίνεται να μιλήσουμε όταν κάνεις σαν τρελός. Ας ηρεμήσουμε πρώτα" του είπε και προχώρησε στην κάβα.
Νιώθοντας τα μάτια του καρφωμένα πάνω της, γέμισε δυο ποτήρια με γλυκό αγουαρδιέντε και με κινήσεις που θα ζήλευε ταχυδακτυλουργός, φρόντισε να ρίξει στο ένα από αυτά την ακριβή σκόνη που φύλαγε στο δαχτυλίδι της. Όταν έχεις μαθητεύσει δίπλα στη μαντάμ Καταλίνα, μπορείς να κοροϊδέψεις τον αντίπαλο μπροστά του, μονολόγησε από μέσα της.
Όχι τον Ντάριο όμως.
"Έχεις εμπιστοσύνη στις ικανότητές σου, έτσι; Σαν την παλάμη του χεριού μου σε ξέρω,καταραμένη" της είπε μόλις του έτεινε το ποτήρι. Το άρπαξε απ'το χέρι της και το κοπάνησε στο πάτωμα. Κρύος ιδρώτας έλουσε τη Μέτσε. "Για να δούμε! Κλάψε για το χαμένο σου κρύσταλλο να φανεί ποιά είσαι!" Βλέποντάς τη ακίνητη σαν άγαλμα, την άρπαξε από τα μπράτσα και την έφερε αντιμέτωπη με το φλογισμένο του πρόσωπο. "Δεύτερη φορά δεν την πατάει ο Ντάριο Αρισμέντι"
Η Μέτσε δεν άντεξε άλλο. Ελευθερώθηκε καταφέρνοντας μια κλωτσιά στο καλάμι κι έπεσε στο πάτωμα να μαζέψει τα θραύσματα. Κυρίως για να μη φανούν τα δάκρυα. "Πότε βγήκες;" ρώτησε, συγκρατώντας ένα λυγμό.
"Το χειμώνα. Ήθελες να με κρατήσουν παραπάνω; Δεν έφτασαν δέκα χρόνια;"
"Έφτασαν"
"Εγώ πλήρωσα,λοιπόν. Σειρά σου τώρα"
Γνωρίζοντας ήδη την απάντηση αλλά μη μπορώντας να βρει κάτι άλλο να πει και προσπαθώντας να κερδίσει κι άλλο χρόνο η Μέτσε τον ρώτησε "Δεν σκέφτηκες να γυρίσεις πίσω στην οικογένειά σου; Οι γονείς σου..." Ο Ντάριο ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Ήταν όμως ένα γέλιο πικρό, γεμάτο θυμό και ίσως λίγη απόγνωση. "Ωραίο ανέκδοτο" είπε. "Μην παριστάνεις την αφελή γιατί και οι δύο ξέρουμε καλά ότι δεν είσαι. Για τους γονείς μου πέθανα την ημέρα που με βρήκε η αστυνομία αναίσθητο δίπλα από το πτώμα του Ντονάτο Τσάβες. Ο μοναχογιός της αξιότιμης οικογένειας Αρισμέντι, γιος του μεγαλοδικηγόρου Μάριο Αρισμέντι και της Μαρσέλα Αρισμέντι της οικογένειας των Μοντενέγκρο καταδικάζεται για το φόνο διευθυντή τραπέζης εξαιτίας μιας..." Ο Ντάριο σταμάτησε απότομα και η Μέτσε τον κοίταξε θυμωμένη προκαλώντας τον να αποτελειώσει τη φράση του.
"Εξαιτίας μιας...; Ξέρεις καλά ότι κάποτε είχα πάρει την απόφαση ν'αλλάξω ζωή. Εσύ όμως κατάφερες να μου αλλάξεις γνώμη" τον κεραυνοβόλησε η Μέτσε, δεν είχε πια διάθεση να τον καλοπιάσει "Πιστεύεις πως δεν είχα τίποτα αγνό μέσα μου; Μια μικρή ελπίδα την είχα. Και φρόντισες να την κάψεις. Τότε κατάλαβα πόσο δίκιο είχε η Μαντάμ Καταλίνα όταν έλεγε να μην εμπιστεύομαι κανέναν. Κι αυτή καμμένη ήταν"
Ο Ντάριο την τράβηξε να σηκωθεί. Ήθελε να δει την αλήθεια στα μάτια της. "Αν σε κατέστρεψα εγώ, όπως με κατηγορείς, γιατί μου τηλεφώνησες εκείνη τη μέρα; Γιατί ζήτησες να σε σώσω από το τομάρι τον διευθυντή της τράπεζας; Εκτός αν..." έκανε μια παύση, προσπαθώντας να διαβάσει τη σκέψη της. Τον κοιτούσε με μια υπόνοια θλίψης. Μήπως δεν αλήθευαν όσα σκέφτηκε γι'αυτήν τις ατελείωτες ώρες μοναξιάς στη φυλακή; Ίσως πάλι να υποκρινόταν τη θλιμμένη για να ξεφύγει. "Εκτός αν ήταν όλα μια καλοστημένη παγίδα!"
Για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή η Μέτσε θέλησε να του πει την αλήθεια. Η υπερηφάνεια της όμως υπερίσχυσε. Άστον να σκέφτεται ό,τι θέλει! Δεν του αξίζει η αλήθεια. Το τελευταίο που ήθελε ήταν να καταλάβει πόσο είχε υποφέρει εξαιτίας του. "Ας μιλήσουμε γι' αυτό που πραγματικά ήρθες" του είπε βάζοντας τέλος στις αμφιβολίες του. Μάζεψε το περιοδικό από το τραπεζάκι και του έτεινε τη σελίδα με το πρόσωπο του Gustavo Escalona. "Τι είναι αυτό;" τη ρώτησε ξαφνιασμένος.
"Αυτό που θέλουμε και οι δύο είναι χρήματα και αυτός ο άνδρας έχει πάρα πολλά. Αν συνεργαστούμε θα έχεις τα διπλά από αυτά που συμφωνήσαμε" του είπε χαμογελώντας.
O Ντάριο κάθισε παράμερα και άρχισε να επεξεργάζεται την εικόνα. Η Μέτσε ανάσανε με ανακούφιση κι έδιωξε το σύννεφο της θλίψης από τα βλέφαρα. Δεν ωφελεί σε τίποτα να σκαλίζεις τα περασμένα. Σημασία έχει τι θα γίνει από δω και μπρος. Ο Ντάριο χρειαζόταν επειγόντως χρήματα. Δεν είχε πού την κεφαλή κλίναι και σιγά μην έβρισκε δουλειά με το απολυτήριο της φυλακής. Η Μέτσε ήταν σίγουρη πως θα δεχόταν την προσφορά της.
"Μπορούμε να τον πλευρίσουμε μαζί. Θα εμφανιστείς ως αδερφός μου" του έκλεισε το μάτι.
Ο Ντάριο σήκωσε το κεφάλι από το περιοδικό. "Να σε εμπιστευτώ άραγε; Όσο ήμουν μέσα δεν ήρθες ούτε μία φορά να με δεις, πόσο μάλλον να μου στείλεις λεφτά, όπως μου είχες υποσχεθεί!"
Η Μέτσε τον πλησίασε, γονάτισε μπροστά του και του χάιδεψε τα γόνατα. "Τώρα είναι διαφορετικό. Η δουλειά πέφτει στους ώμους και των δύο. Ξέρεις ότι μπορείς να ξεσκεπάσεις αν δεν τηρήσω τη συμφωνία"
Ο Ντάριο έμεινε για λίγο σκεπτικός. Έπειτα σηκώθηκε ταυτόχρονα με τη Μέτσε και πήρε ένα ύφος έπαρσης. "Ωραία λοιπόν, δέχομαι. Πού ν'αφήσω τα πράγματά μου; Ένα σακίδιο είναι όλο κι όλο"
"Θα...θα μετακομίσεις εδώ;" τραύλισε εκείνη.
"Δεν με θέλεις, αδελφούλα;"
Η Μέτσε σώπασε να σκεφτεί. Η εισβολή στο αρχοντικό της δεν θα ήταν για πολύ. Σύντομα θα πήγαιναν στην εξοχή να βρουν τον Εσκαλόνα. Συμφώνησε ξεφυσώντας κι έστειλε τον Ντάριο να βολευτεί στον ξενώνα.
*****
Ήταν έξι η ώρα το πρωί όταν ο Γουστάβο αποφάσισε να σηκωθεί. Δεν είχε νόημα να παραμένει στο κρεβάτι και να προσπαθεί να κοιμηθεί. Παρά την κούραση που ένιωθε χθες το βράδυ με τις ατελείωτες δουλειές που είχε η φάρμα, κοιμήθηκε μόλις 4 ώρες και πέρασε άλλες 3 συλλογιζόμενος την αγαπημένη του Ινές, τον παιδικό του έρωτα και μετέπειτα σύζυγό του που η ζωή του πήρε τόσο άδικα πριν από 5 χρόνια. Πως μπόρεσε να σκεφτεί ότι θα βρισκόταν η γυναίκα που θα γέμιζε το κενό που του άφησε η απώλειά της; Και μάλιστα στο πρόσωπο της Καρολίνα, αυτής της άμυαλης - όπως αποδείχθηκε - μικρής που τώρα απολάμβανε τα φώτα της δημοσιότητας εξαιτίας της ιστορίας που είχε μαζί της. Σέλωσε το άλογό του και αποφάσισε να κάνει μια βόλτα.
Τα ζωηρά χρώματα της εξοχής και το γλυκό πρωινό άρωμα γαλήνεψαν την ψυχή του. Ξεπέζεψε και πλησίασε τον καταρράκτη. Άκουσε τον ήχο του νερού, πήρε βαθιά ανάσα, περπάτησε στη χλόη κι όταν έφτασε η ώρα για το πρωινό του, ανέβηκε πάλι στο άλογο. Μια ευχάριστη έκπληξη τον περίμενε στην επιστροφή. Η Λιλιάνα στεκόταν στην είσοδο του σπιτιού με τις βαλίτσες της.
"Πού χάθηκες πρωί πρωί, θείε Γουστάβο;" ρώτησε παιχνιδιάρικα και ρίχτηκε στην αγκαλιά του "Όταν έρχεσαι στο εξοχικόγίνεσαι άλλος άνθρωπος. Με τις κότες κοιμάσαι, με τους πετεινούς σηκώνεσαι!"
"Κι εσύ δεν πας πίσω, βλέπω" χαμογέλασε ο Γουστάβο. "Δεν περίμενα να σε βρω εδώ τέτοια ώρα"
"Πήρα το πρώτο λεωφορείο"
Ο Γουστάβο μετέφερε τις βαλίτσες της κοπέλας στο διάδρομο. "Οι γονείς σου ξέρουν άραγε γι' αυτήν την ξαφνική επίσκεψη;"
"Ω, μην ανησυχείς. Η αδελφούλα σου κι ο γαμπρούλης σου δεν θα είχαν καμιά αντίρρηση να έρχομαι στην εξοχή πότε πότε"
Της σέρβιρε το πρωινό που είχε φτιάξει από νωρίς η οικονόμος και μετά άρχισαν μέσω πειραγμάτων να τακτοποιούν τα πράγματα στο δωμάτιο που πάντα προτιμούσε η μικρή στις αιφνιδιαστικές της επισκέψεις.
Ο Γουστάβο χαμογελούσε στην πραγματικότητα όμως τα συναισθήματά του ήταν ανάμεικτα. Χαιρόταν που έβλεπε την αγαπημένη του ανηψούλα αλλά εδώ και καιρό ένιωθε πως η αστείρευτη ενέργειά της τον αποσυντόνιζε. Παλιότερα ούτε τον κούραζε ούτε τον ενοχλούσε καθόλου. Τώρα η ζωή του όλη ήταν η εργασία στην φάρμα και οι δυσάρεστες σκέψεις που είχαν να κάνουν με τις δυο γυναίκες που η κάθεμια για διαφορετικούς λόγους άφησε στην ψυχή του το μελανό της στίγμα. Μήπως είχε παραμεγαλώσει; Μήπως απλώς του κόστιζε να επιστρέψει στην ζωή που ήταν πιο κοντά στην "κανονικότητα" των περισσότερων ανθρώπων, στην ζωή που δεν περιλάμβανε μόνο δουλειές και μαύρες σκέψεις;
*****
Την ίδια στιγμή, περίπου 2 χιλιόμετρα βορειότερα, η Μέτσε και ο Ντάριο έμπαιναν στο σαλόνι ενός παλιού αρχοντικού. Ο Ντάριο στάθηκε και το κοιτούσε σαν υπνωτισμένος. "Τι κάθεσαι έτσι; Βοήθησέ με να ξεφορτώσουμε τις βαλίτσες" του φώναξε η Μέτσε. "Μοιάζει τόσο με το πατρικό μου" σκέφτηκε μελαγχολικά ο Ντάριο καθώς το βλέμμα του έπεφτε στο μεγάλο τζάκι. "Στη μητέρα μου άρεσε να κάθεται..." αλλά ένα χτύπημα στον ώμο διέκοψε βίαια τις σκέψεις του. "Σου μιλάω Ντάριο! Δεν μ' ακούς; Έλα να ξεφορτώσουμε τις βαλίτσες!" "Υποτίθεται ότι κάποιος θα ήταν εδώ γι' αυτή τη δουλειά!" της απάντησε ενοχλημένος. "Αυτή η κυρία που σου νοίκιασε το σπίτι δεν μου είπες ότι σου άφησε και προσωπικό;" "Χοσέ; Εσύ είσαι άχρηστε;" ακούστηκε μια διαπεραστική, γυναικεία φωνή και έκανε την εμφάνισή της μια μεσήλικη γυναίκα με ποδιά και μια κουτάλα στο χέρι. Μόλις είδε τη Μέτσε και τον Ντάριο αμέσως έφυγε η αγριεμένη έκφραση από το πρόσωπό της και προσπάθησε να διορθώσει λίγο τα μαλλιά της. "Καλημέρα σας" είπε αμήχανα. "Καλά άκουσα ότι κάποιος ήρθε. Ασφαλώς θα είστε ο κ. Μοντέρο" είπε απευθυνόμενη στον Ντάριο που της φάνηκε πιο προσιτός. "Μάλιστα κυρία μου. Είμαι ο Εντουάρντο Μοντέρο και από δω η αδερφή μου Βικτόρια" της αποκρίθηκε διασκεδάζοντας λίγο με την αμηχανία της.
"Σας περιμέναμε, κοπιάστε, κοπιάστε..." χαμογέλασε η γυναίκα "Είμαι η Χασίντα και φροντίζω τούτο το σπίτι. Σας ετοιμάζω ένα γεύμα που θα γλείφετε τα δάχτυλά σας! Ώσπου να τακτοποιηθείτε, θα έχω στρωμένο το τραπέζι. Θα πεινάτε σίγουρα μιας κι έρχεστε από μακριά" είπε μονοκοπανιά και παίρνοντας μια ανάσα, "Βλέπω, κουβαλάτε μπόλικο νοικοκυριό. Έπρεπε να 'ναι δω αυτός ο ανεπρόκοπος! Μη σας νοιάζει, όμως, μόλις γυρίσει θα τον βάλω να σας ανεβάσει τις βαλίτσες στα δωμάτια. Να σας φτιάξω έναν καφέ;"
Ο Ντάριο αρνήθηκε ευγενικά και στράφηκε στη Μέτσε "Δεν είναι όμορφο μέρος, αδερφούλα;"
"Το ομορφότερο που θα μπορούσαμε να βρούμε σ'αυτήν τη μεσαιωνική εξορία"
Ο Ντάριο κοίταξε τη Χασίντα που τα έχασε για μια στιγμή κι έριξε μια επικριτική ματιά στη Μέτσε, που δάγκωσε τα χείλη της. Μα δεν είχαν συμφωνήσει να παραστήσουν τους εραστές της εξοχής για να πειστεί το θήραμα να τους δεχτεί; Στο κάτω κάτω, ξέχασε η Μέτσε την καταγωγή της και φερόταν με τόσο σνομπισμό; Από ένα χωριό ξεχασμένο κι από το Θεό την τράβηξε η μαντάμ Καταλίνα.
Σε λίγο κατέφτασε ο Χοσέ. Είχε το πρόσωπο εύθυμου χωρικού, τα τραχά χέρια του αγρότη και το καουμπόικο καπέλο των ανδρών της περιοχής. Συστήθηκε γελαστός κι ανέλαβε να ανεβάσει τις βαλίτσες υπό τα γρυλίσματα της γυναίκας του. Οι φιλοξενούμενοι αποσύρθηκαν στα δωμάτιά τους.
Η Μέτσε λούστηκε, άλλαξε ρούχα κι έπιασε να στεγνώσει τα μαλλιά της. Ο Ντάριο μπήκε στο δωμάτιό της σφυρίζοντας. "Συμπαθητικό το προσωπικό" είπε, παίζοντας με την κουνουπιέρα του κρεβατιού, "Και πολυλογάδες. Δεν θα δυσκολευτούμε να μάθουμε ολόκληρο το βιογραφικό του γελαδάρη σου. Ούτε θ' αργήσουν να διαδώσουν στο χωριό την άφιξή μας"
Εκείνη κάθισε στην μικρή μπορντό πολυθρόνα όπως θα καθόταν μια αυτοκράτειρα στον θρόνο της.
-Εκ πρώτης όψεως ο Γουστάβο φαίνεται εύκολος στόχος. Από την μικρή μου έρευνα προκύπτει ότι αν και πάμπλουτος δεν έχει σχέση με κομπίνες και βρώμικο χρήμα, απάντησε η Μέτσε με ύφος υψηλόβαθμου στελέχους πολυεθνικής έτοιμο να εξηγήσει στους υφισταμένους την στρατηγική της εταιρείας. Μοιάζει πολύ αθώος, σχεδόν αγνός... Όμως, κανόνας πρώτος, δεν υποτιμάμε ποτέ τον αντίπαλο, ούτε τις συνθήκες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πανωλεθρία.
Ο Ντάριο για μια στιγμή έστρεψε το βλέμμα του από εκείνη την γυναίκα που μόλις χθες τον έτρεμε και σήμερα πάλι κινούσε τα νήματα, η δύναμη που ασκούσε πάνω του ήταν τρομακτική.
-Δεν σε πιστεύω, είμαι σίγουρος πως τον έχεις ήδη καταγράψει στον μακρύ κατάλογο των θυμάτων σου, είπε κοιτάζοντάς την και πάλι στα μάτια. Κι εγώ δεν ξέρω αν θα έπρεπε να είμαι με το μέρος σου ή να προσεγγίσω το θύμα ως... συνάδελφος, συνέχισε μ' ένα χαμόγελο.
-Ας πάμε λοιπόν και στον δεύτερο κανόνα. Αφήνουμε πίσω το παρελθόν. Εγώ δεν θα είχα φτάσει ποτέ εκεί που έφτασα αν δεν το ξεπερνούσα.
Σηκώθηκε και τον ακούμπησε τρυφερά στο περίγραμμα του προσώπου.
-Μην αφήνεις την πίκρα να σε επηρεάζει καλέ μου. Και οι δυο έχουμε να κερδίσουμε από αυτή την ιστορία. Αν μάλιστα φερθείς έξυπνα, έχεις να κερδίσεις κάτι πολύ παραπάνω από το μερίδιό σου. Την οικονομική εξασφάλιση κι ευημερία εφ' όρου ζωής!
“Τι έχεις στο μυαλό σου Μέτσε;” Τη ρώτησε κοιτώντας την καχύποπτα. “ΒΙ-ΚΤΟ-ΡΙ-Α!! Είμαι η Βικτόρια και είσαι ο Εντουάρντο. Ακόμα κι όταν είμαστε μόνοι μας θα χρησιμοποιούμε τα καινούργια μας ονόματα. Δεν ξέρεις ότι και οι τοίχοι έχουν αυτιά;” “Καλά!” Έκανε εκείνος ανυπόμονα. “Τι έχεις στο μυαλό σου αδερφουλα;” “Οτί θα μπορούσες να κάνεις πολύ ενδιαφέρουσες γνωριμίες από τον κύκλο του Γουστάβο όσο εγώ θα ασχολούμαι μαζί του. Και που ξέρεις... μπορεί και έναν πολύ καλό γάμο.” Την κοίταξε εμβρόντητος. Τι; Τώρα τον παντρολογούσε κι από πάνω;
-Τι νομίζεις πως νοσταλγώ την φυλακή, πως δεν βλέπω την ώρα να ξανασαπίσω εκεί μέσα; απάντησε νευρικά. Για σένα βέβαια θα είναι εύκολο να ξαπλώνεις με αυτόν τον χωριάτη και να παίρνεις ως αντάλλαγμα κοσμήματα και ακίνητα. Εγώ πώς θα παντρευτώ ως Εντουάρντο;
-Αν δε χαλαρώσεις λίγο φυσικά και δε θα παντρευτείς, δε θα φτάσεις πουθενά. Αν δε ζήσεις και ο ίδιος σε ένα βαθμό το παραμύθι δεν πρόκειται να πείσεις. Κι έπειτα τι νόμιζες, πως τα οργανώνω όλα μόνη μου όλα αυτά τα χρόνια; Υπάρχουν οι φύλακες άγγελοί μου που με βοηθούν. Ψεύτικοι δεν είναι μόνο οι έρωτές μου, έχω ψεύτικο περίγυρο, ψεύτικους αριστοκράτες συγγενείς... Άνοιξε το πάνω συρτάρι του κομψού κομοδίνου. Ορίστε, είπε δίνοντας του δυο φρεσκοτυπωμένα διαβατήρια. Ούτε ο πιο έμπειρος ερευνητής της αστυνομίας δε θα καταλάβαινε ότι είναι πλαστά. Είμαστε πια ο Εντουάρντο και η Βικτόρια.
****
«Εντουάρντο και Βικτόρια Μοντέρο;» Όχι, δεν τους έχω ξανακούσει. Και πότε ήρθαν Ελβίρα;» ρώτησε η Λιλιάνα καθώς βοηθούσε την οικονόμο του σπιτιού του Γουστάβο να διπλώσει κάτι σεντόνια. «Σήμερα το πρωί. Νοίκιασαν το αρχοντικό της δόνια Κλορίντα για το καλοκαίρι» «Και πως είναι αυτοί;» «Από τα λίγα που μου είπε ο Χοσέ η κοπέλα φαίνεται λίγο ξιπασμένη αλλά ο αδερφός της είναι πολύ ευγενικός» «Και όμορφος;» «Και τι σ’ ενδιαφέρει αυτό μικρή μου;» «Δεν μ’ ενδιαφέρει, κουβέντα να γίνεται» απάντησε η Λιλιάνα δήθεν αδιάφορα αλλά η Ελβίρα είδε τη λάμψη στα μάτια της. «Πόσο γρήγορα μεγαλώνουν τα παιδιά» σκέφτηκε καθώς παρατηρούσε πιο προσεκτικά τη Λιλιάνα.
Πριν προλάβουν να πουν κάτι άλλο, ο Γουστάβο άνοιξε την πόρτα.
-Τι κάνετε εδώ;
-Μιλούσαμε για την Βικτόρια και τον Εντουάρντο Μοντέρο που έχουν νοικιάσει το αρχοντικό της δόνια Κλορίντα, εσύ γνωρίζεις κάτι γι αυτούς θειούλη;
-Όχι, θα είναι καινούργιοι στην περιοχή. Βλέπω αρχίσατε ήδη τον κοινωνικό σχολιασμό, συνέχισε πειραχτικά ο Γουστάβο.
-Γιατί όχι, τα νέα είναι για να μαθαίνονται και φυσικά να σχολιάζονται, απάντησε χωρίς να πτοείται η Λιλιάνα. Δεν ξέρουμε ακόμα τίποτα σημαντικό αλλά αύριο στην γιορτή των Λεκορνέ θα τα μάθουμε όλα. Εσύ θα φορέσεις το πιο καλό σου κουστούμι και θα κόψεις λίγο τα μαλλιά, πρόσθεσε περνώντας τα χέρια της ανάμεσά τους. Θα είσαι πιο ωραίος έτσι.
-Μα Λιλιάνα... έχω...
-Δεν έχεις τίποτα. Και μη διανοηθείς σήμερα και αύριο να περάσεις όλο τον χρόνο σου με άλογα και γελάδια, σε θέλω όμορφο και φρέσκο για εκείνο το βράδυ. Είναι καιρός να αρχίσεις να βγαίνεις, να γνωρίζεις κόσμο... πέρα από τις γηραιές κυρίες των φιλανθρωπικών γκαλά εννοώ.
- Σου χαλάω εγώ χατήρι; της απάντησε γνωρίζοντας τον επίμονο χαρακτήρα της ανίψιας του. Θα πήγαινε σ’ αυτήν τη γιορτή, θα έμενε για λίγο, ίσα για να ευχαριστήσει τη Λιλιάνα και για να ευχηθεί στους Λεκορνέ και μετά θα έβρισκε μια δικαιολογία και θα έφευγε. Έτσι είχε τριπλό όφελος: α) θα γλίτωνε από τη γκρίνια της Λιλιάνα, β) δεν θα τον έπιαναν στο στόμα τους οι Λεκορνέ που φρόντιζαν να διαδίδουν ότι μετά το χωρισμό του με την Καρολίνα είχε καταντήσει ερημίτης και μαράζωνε (άσχετα αν ήταν λίγο αλήθεια) και γ) θα γνώριζε κι αυτή την περίφημη δεσποινίδα Μοντέρο για την οποία μιλούσε ακατάπαυστα όλο το προσωπικό μόλις λίγη ώρα από την άφιξή της στην περιοχή. Γνωρίζοντας τον ενθουσιώδη χαρακτήρα της ανιψιάς του, είχε το χρέος να δει από κοντά αυτή τη γυναίκα και τον αδερφό της για να αποφασίσει αν θα επέτρεπε στη Λιλιάνα να κάνει παρέα μαζί τους γιατί αναμφίβολα η μικρή έτσι και τους συμπαθούσε θα τους γινόταν τσιμπούρι.
****
Δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που οι Λεκορνέ εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Αν ήταν τυχοδιώκτες ή αξιοσέβαστοι μεσήλικες κανείς δεν μπορούσε να πει με σιγουριά, πάντως η διαμονή τους στην ακριβότερη έπαυλη-πύργο, η ευθυμία τους και το γεγονός ότι μοιάζανε να είχαν γεννηθεί για να κρατάνε ένα ποτήρι σαμπάνια στις κοσμικές εκδηλώσεις, έφταναν για να κερδίσουν την αγάπη και την εκτίμηση του κόσμου. Έλεγαν ότι προέρχονταν από κάποια βασιλική οικογένεια κάποιου κρατίδιου της Ευρώπης, από εκείνες των οποίων οι φωτογραφίες τυπώνονταν στα σαλόνια των περιοδικών, φήμη που οι ίδιοι ούτε είχαν επιβεβαιώσει, ούτε διαψεύσει.
Η Μέτσε που είχε γύρει τρυφερά στον ώμο του Ντάριο, δε φαινόταν να συμμερίζεται τη γνώμη των επαρχιωτών.
«Αν αυτοί είναι πραγματικοί αριστοκράτες εγώ είμαι η βασίλισσα της Αγγλίας», ψιθύρισε στο Ντάριο καθώς κατευθυνόντουσαν σε μια γωνιά του σαλονιού των Λεκορνέ ύστερα από αμέτρητες συστάσεις και ανιαρές συζητήσεις με τους κατοίκους της περιοχής. «Δεν θα διαφωνήσω. Αν κάποιος από τους δυο μας μπορεί να καταλάβει την ευγενική καταγωγή αυτός είμαι εγώ, μην το ξεχνάς» της απάντησε κοιτώντας την με νόημα. Είχε αρχίσει να τον εκνευρίζει η υπεροπτική συμπεριφορά της. Η Μέτσε έπαιζε πολύ πειστικά τον ρόλο της απόμακρης και συνάμα γοητευτικής δεσποινίδας της καλής κοινωνίας. Μπορεί να συμφώνησαν να αφήσουν πίσω τις πίκρες του παρελθόντος αλλά του ήταν αδύνατο να μην προσπαθεί που και που να την πειράζει και να της υπενθυμίζει ποια είναι. Η Μέτσε του έριξε μια θυμωμένη ματιά και ήπιε μια γουλιά απ’ το ποτό της. Ο Ντάριο έκανε να στραφεί προς το ανοιχτό παράθυρο λίγα μέτρα πιο πέρα αλλά σταμάτησε απότομα. «Μόλις μπήκε ο στόχος» της ψιθύρισε. Εκείνη κοίταξε προς τον Γουστάβο και αμέσως μετά σ' έναν από τους καθρέπτες που κοσμούσαν το υπερπολυτελές σαλόνι. Δεν θα τον κάρφωνε με το βλέμμα, θα την πρόσεχε αυτός. Καμάρωσε με μια φευγαλέα ματιά τον εαυτό της. Το εμπριμέ φόρεμα αναδείκνυε το μαύρισμα μιας πραγματικής καλλονής. Το λιπ γκλος τα υπέροχα χείλη της, ενώ ένα μικρό κλάμερ με ασημένια φτερά συγκρατούσε λίγο από τον χείμαρρο των μαλλιών της.
Η κυρία Λεκορνέ υποδέχτηκε θείο και ανιψιά με τέτοιον ενθουσιασμό, θαρρείς κι ήταν τα τιμώμενα πρόσωπα της ημέρας. Η Λιλιάνα την χαιρέτησε με φιλοφρονήσεις για την εμφάνισή της ενώ ο Γουστάβο προσπάθησε να χαμογελάσει εγκάρδια.
-Καιρός ήταν να βγεις να ξεσκάσεις, χρυσό μου, ακόμη λίγο και θα το 'βαζες το ράσο, σχολίασε η οικοδέσποινα και ο Γουστάβο θυμήθηκε γιατί του κόστιζε προσπάθεια να χαμογελάει μπροστά της. Έκανες ένα μαγουλάκι όμως! Αναπαύεται περισσότερο ο εργένης άνθρωπος για να ξεχνάει τη μοναξιά του. Συνομήλικος της ανιψούλας σου δείχνεις, να φανταστείς! Αχ πόσο σε ζηλεύω...
Η Λιλιάνα στράβωσε με την ανόητη φλυαρία της. Ήθελε να σκαλίζει τα προσωπικά των άλλων; Ας κοιτούσε την καμπούρα της καλύτερα.
-Είναι πράγματι αξιοζήλευτο, ειδικά αν σκεφτούμε πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν καταφέρνουν ούτε μια ρυτίδα να σβήσουν, ακόμη κι αν περνούν όλη τη μέρα αναπαυτικά. Ευτυχώς, δεν έτυχε σ'εμάς κάτι τέτοιο...
Τώρα ήταν σειρά της κυρίας Λεκορνέ να στραβώσει. Φρόντισε ν' αλλάξει αμέσως τη συζήτηση.
-Δεν σας σύστησα στους καινούργιους μου καλεσμένους, είπε, τυλίγοντας το χέρι με τα χρυσαφικά στο μπράτσο του Γουστάβο και τραβώντας τον στο σημείο όπου στέκονταν ο Ντάριο κι η Μέτσε. Η Λιλιάνα ακολούθησε γεμάτη περιέργεια. Εντουάρντο και Βικτώρια Μοντέρο, άρτι αφιχθέντες στην περιοχή μας για διακοπές. Από δω ο Γουστάβο Εσκαλόνα, σημαντικός παράγων του τόπου σχεδόν όσο και ο άντρας μου.
-Κι από δω η ανιψιά μου, πρόσθεσε ο Γουστάβο σφίγγοντας το χέρι του Ντάριο που τον κοίταζε βαθιά στα μάτια, άγνωστο γιατί.
-Λιλιάνα, έκανε η μικρή ανταλλάσσοντας χειραψία με τους νιόφερτους. Η γυναίκα, υπέρ το δέον εκθαμβωτική, θα πρέπει να ήταν από εκείνες τις κοσμικές τύπισσες με μακριά γλώσσα και περιορισμένο εγκέφαλο, συμπέρανε. Ο άνδρας όμως είχε μια γοητεία που δεν είχε ξανασυναντήσει, μια αύρα μυστηριώδη, απόκοσμη... Θα μείνετε καιρό εδώ με τη γυναίκα σας; τον ρώτησε.
-Δεν είναι γυναίκα μου, απάντησε ο Ντάριο μ' ένα χαμόγελο που φανέρωνε σφιχτά δόντια, αδέλφια είμαστε. Ναι, σχεδιάζουμε να μείνουμε όσο χρειαστεί. Να ξεκουραστούμε.
Η Λιλιάνα έλαμψε ξαφνικά. Δεν το πρόσεξε όμως ο Γουστάβο, στεκόμενος σαν στύλος, με το αρωματισμένο χέρι της Μέτσε στη χούφτα του που δεν έλεγε ν' αφήσει, είχε καρφώσει τα μάτια του, όχι στην ίδια και τα θέλγητρά της, μα στον καρπό και συγκεκριμένα στο ασημένιο βραχιόλι της. Το κοίταζε μ' επιμονή, φέρνοντας σε κάποια φάση σε δύσκολη θέση την ιδιοκτήτριά του.
"Δεν μπορεί να κάνω λάθος..." μουρμούρισε από μέσα του "Εγώ ο ίδιος το είχα χαρίσει στην Ινές! Παρήγγειλα να το σκαλίσουν ειδικά για εκείνη, την έθαψα με αυτό. Μα πώς βρέθηκε στο χέρι αυτής της άγνωστης γυναίκας;"
Ο Ντάριο ακολούθησε το σαστισμένο βλέμμα του Γουστάβο καρφωμένο στο βραχιόλι της Μέτσε και σε κλάσματα δευτερολέπτου κατάλαβε. Πως δεν το είχε προσέξει νωρίτερα; Ήταν το ίδιο βραχιόλι που του είχε χαρίσει ο Τομάς, το πρώτο μαχαίρι της φυλακής, ο συγκρατούμενός του που μοιράζονταν το ίδιο κελί, όταν ο Ντάριο του είχε σώσει τη ζωή σε μια εξέγερση των φυλακισμένων. Του είχε πει «πάρτο, αξίζει πολλά» και αμέσως μετά τον είχε ρωτήσει «υπάρχει κάποια εκεί έξω που να σε περιμένει;» και ο Ντάριο του είχε πει «για δέκα χρόνια; Αυτή που έχω στο μυαλό μου δεν περιμένει ούτε δέκα δευτερόλεπτα. Εξαιτίας της είμαι εδώ». Ωστόσο της το είχε στείλει κοντά στα γενέθλιά της πριν λίγα χρόνια σε μια ανόητη στιγμή συναισθηματισμού. Το δικαιολόγησε στον εαυτό του αργότερα ότι το έκανε για να της δείξει ότι βρήκε τη νέα της διεύθυνση και ότι άδικα προσπαθούσε να ξεφύγει από εκείνον. Ήταν το ίδιο βραχιόλι που ο Τομάς του είχε πει ότι ανήκε σε μια πολύ πλούσια νέα γυναίκα που πέθανε και του είχε δείξει το πρόσωπο του χήρου σε μια φωτογραφία από την κηδεία που ήταν δημοσιευμένη σε μια εφημερίδα και ο Ντάριο ίσα που του είχε ρίξει μια ματιά. Παρόλο που η Μέτσε του είχε δείξει το πρόσωπο του Γουστάβο στις κοσμικές στήλες των περιοδικών (καλά πόσο συχνά έβγαινε αυτός ο τύπος στα έντυπα επιτέλους!) αν και κάτι του θύμιζε αμυδρά, ο Ντάριο μόλις τώρα έκανε την ταυτοποίηση. Ο χήρος και ο «στόχος» ήταν το ίδιο πρόσωπο! Η Μέτσε, ανίδεη, κοιτούσε φιλάρεσκα τον Γουστάβο νομίζοντας ότι απλά αυτός φερόταν περίεργα μόνο εξαιτίας της εκθαμβωτικής ομορφιάς της. Ο Ντάριο έπρεπε κάτι να πει πριν ο Γουστάβο αρχίσει τις ερωτήσεις.
Back to top Go down
View user profile
mel
Admin
avatar

Female Posts : 1405
Join date : 2015-08-11

PostSubject: Re: Συνέχισε την ιστορία...    Thu Jan 28, 2016 12:00 pm

Εκείνο το απόγευμα η ζέστη ήταν αποπνιχτική και η Μέτσε ήθελε μόνο να μένει στην αιώρα με το κουτσομπολίστικο περιοδικό που διάβαζε με αρκετό ενδιαφέρον ενώ το μακρύ της πόδι χάιδευε τα κεραμιδί πλακάκια της βεράντας. Επιτέλους, είχε ανάγκη από λίγη ξεκούραση για να ξεπεράσει την αποτυχία της τελευταίας επιχείρησης. Ο Αλβάρο Μπεναβίδες ήταν δυνατός στόχος. Ώριμος, γοητευτικός, χήρος χωρίς υποχρεώσεις και προ παντός εφοπλιστής. Η Μέτσε μπορούσε να τον τυλίξει με τα θέλγητρα που απέκτησε σπουδάζοντας κοντά στη μαντάμ Καταλίνα, και τα οποία είχαν ρίξει νωρίτερα πολλούς με πλούσια τα ελέη. Όπως της δίδαξε η καπάτσα μαντάμ, αντί να ιδρώνει στις πιο άθλιες συνθήκες, κι αφού η φύση της χάρισε σπάνια ομορφιά - ως αποζημίωση για την οικτρή φτώχεια - μπορούσε να ζει κατά διαστήματα σε βίλες και εξοχικά πείθοντας τους ιδιοκτήτες τους για την διψασμένη της καρδιά. Το παραμύθι ήταν πάντοτε το ίδιο με μικρές αλλαγές. Χρειάστηκε να πει πολλές φορές το ποίημα από τα δεκαοχτώ ως τα τριάντα, καθώς η μαντάμ Καταλίνα της άφησε ευχή και κατάρα να μη δεσμευτεί με κανένα. Σ' αυτό το διάστημα, έφτιαξε μια μικρή περιουσία από κοσμήματα. Και πάνω που έλεγε να συμπληρώσει τη συλλογή της με μια σειρά από γαλάζια διαμάντια...η σύζυγος του Αλβάρο σηκώθηκε από τον τάφο. Τι κάθαρμα! Πώς αφήνουν ελεύθερους τέτοιους απατεώνες, σκεφτόταν η Μέτσε, εξετάζοντας τις φωτογραφίες στην κοσμική στήλη, για να βρει το επόμενο θήραμα.
Θα προσπερνούσε τις φωτογραφίες του φιλανθρωπικού γκαλά, στο οποίο παρευρίσκονταν κατά 99% κάτι γηραιές κυρίες όταν έπεσε το βλέμμα της στον Γουστάβο Εσκαλόνα που ίσα που φαινόταν σε μια γωνίτσα μίας από αυτές. Αυτό ήταν! Πάμπλουτος, ωραίος, χήρος, πρόσφατα απατημένος (και αυτό το γνώριζαν όλοι) ... Θα περνούσαν μαζί τον καιρό τους παρηγορώντας ο ένας τον άλλον για την έλλειψη ειλικρίνειας και την εξαπάτηση των πρώην τους.
Κύκλωσε το πρόσωπο του Γουστάβο, σαν υπενθύμιση του στόχου της, κι άφησε το περιοδικό στο τραπεζάκι. Σηκώθηκε από την αιώρα κι έτρεξε στο λουτρό. Δεν ήταν ώρα για χασομέρι, ο καλός στρατιώτης φροντίζει το όπλο του και ρίχνεται στη μάχη με την πρώτη ευκαιρία. Βυθισμένη στους αφρούς, με το ακουστικό ανά χείρας, μάζεψε όσες πληροφορίες μπορούσε. Οι γνωριμίες είναι ανεκτίμητες σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις. Όλες οι εμπόλεμες δυνάμεις διαθέτουν δίκτυο κατασκόπων. Ο Γουστάβο Εσκαλόνα, λοιπόν, είχε μια φάρμα στην εξοχή για να χαλαρώνει και να γεμίζει τις μπαταρίες του. Κάποιοι συλλέγουν γραμματόσημα, άλλοι άλογα και κατσίκια. Οι δεύτεροι δεν έχουν γούστο, σκέφτηκε η Μέτσε, μα το πορτοφόλι τους είναι αυτό που μετράει.
Είχε μόλις βγει απ' την μπανιέρα -δεν είχε προλάβει να ρίξει μια πετσέτα πάνω της, όταν άκουσε να χτυπά το κουδούνι. Παρά την επιμονή του απρόσκλητου επισκέπτη ντύθηκε και χτενίστηκε αργά και με την ίδια νωχελικότητα κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
Ανοίγοντας, τα μάτια της αντίκρισαν ένα πρόσωπο που δεν περίμενε να δει και γούρλωσαν τόσο ώστε θύμιζε γιαπωνέζικο καρτούν. Laughing
"Ντ..Ντάριο;" ψιθύρισε.
"Νόμιζες πως δεν θα σ'έβρισκα;" χαμογέλασε σαρδόνια ο επισκέπτης.
Η Μέτσε έσπρωξε την πόρτα αλλά ο Ντάριο πρόλαβε να βάλει το πόδι του. Ήταν αρκετά δυνατός και ήξερε πως τώρα ήταν αδύνατο να τον εμποδίσει να εισβάλει. Τράβηξε πίσω τις τούφες που έπεφταν στο πρόσωπο και κορδώθηκε προσπαθώντας να δείξει αυτοπεποίθηση και ψυχραιμία.
"Πώς από δω;" τον ρώτησε με προσποιητή αφέλεια.
Ο Ντάριο δεν απάντησε. Έριξε μερικές ματιές στο χώρο, εντόπισε ένα ασημένιο αλογάκι στο τραπεζάκι του χωλ και βάλθηκε να το περιεργάζεται. Εκείνη τη στιγμή η Μέτσε τρόμαξε πραγματικά. Το άρπαξε από τα χέρια του, το έριξε στη βαθιά πολυθρόνα και κάθισε πάνω του με την ελπίδα να το σώσει.
"Θα σου έλεγα να μείνεις για ένα ποτό αλλά δεν έχω χρόνο, Ντάριο. Ετοιμαζόμουν να βγω" χαριτολόγησε.
Ο Ντάριο στράφηκε προς το μέρος της. Τα μάτια του ήταν δυο σχισμές.
"Προτού πληρώσεις, δεν έχεις να πας πουθενά" δήλωσε.
"Χαλάρωσε λίγο Ντάριο, μου φαίνεσαι κουρασμένος" είπε η Μέτσε και άπλωσε το χέρι της για να του χαϊδέψει το μάγουλο αλλά εκείνος της έπιασε δυνατά τον καρπό.
"Δεν ήρθα για να χαλαρώσω αλλά για να μου δώσεις αυτά που είχαμε συμφωνήσει"
"Κάθαρμα" σκέφτηκε η Μέτσε. Και να σκεφτείς ότι κάποτε... "Όχι!" σκέφτηκε. Δεν ήταν η ώρα για να τα σκέφτεται αυτά. Δεν είχε νόημα να συλλογίζεται τη μοναδική φορά που αγνόησε τις συμβουλές της Μαντάμ Καταλίνα και πίστεψε σε κάτι αγνό. Ως πότε θα πλήρωνε αυτό το λάθος της εφηβείας της που στεκόταν τώρα μπροστά της; Αυτό που προείχε ήταν να τον διώξει από το διαμέρισμά της και μετά να κάτσει να σκεφτεί ένα καινούργιο σχέδιο για να απαλλαγεί από αυτόν και τους εκβιασμούς του.
"Δεν γίνεται να μιλήσουμε όταν κάνεις σαν τρελός. Ας ηρεμήσουμε πρώτα" του είπε και προχώρησε στην κάβα.
Νιώθοντας τα μάτια του καρφωμένα πάνω της, γέμισε δυο ποτήρια με γλυκό αγουαρδιέντε και με κινήσεις που θα ζήλευε ταχυδακτυλουργός, φρόντισε να ρίξει στο ένα από αυτά την ακριβή σκόνη που φύλαγε στο δαχτυλίδι της. Όταν έχεις μαθητεύσει δίπλα στη μαντάμ Καταλίνα, μπορείς να κοροϊδέψεις τον αντίπαλο μπροστά του, μονολόγησε από μέσα της.
Όχι τον Ντάριο όμως.
"Έχεις εμπιστοσύνη στις ικανότητές σου, έτσι; Σαν την παλάμη του χεριού μου σε ξέρω,καταραμένη" της είπε μόλις του έτεινε το ποτήρι. Το άρπαξε απ'το χέρι της και το κοπάνησε στο πάτωμα. Κρύος ιδρώτας έλουσε τη Μέτσε. "Για να δούμε! Κλάψε για το χαμένο σου κρύσταλλο να φανεί ποιά είσαι!" Βλέποντάς τη ακίνητη σαν άγαλμα, την άρπαξε από τα μπράτσα και την έφερε αντιμέτωπη με το φλογισμένο του πρόσωπο. "Δεύτερη φορά δεν την πατάει ο Ντάριο Αρισμέντι"
Η Μέτσε δεν άντεξε άλλο. Ελευθερώθηκε καταφέρνοντας μια κλωτσιά στο καλάμι κι έπεσε στο πάτωμα να μαζέψει τα θραύσματα. Κυρίως για να μη φανούν τα δάκρυα. "Πότε βγήκες;" ρώτησε, συγκρατώντας ένα λυγμό.
"Το χειμώνα. Ήθελες να με κρατήσουν παραπάνω; Δεν έφτασαν δέκα χρόνια;"
"Έφτασαν"
"Εγώ πλήρωσα,λοιπόν. Σειρά σου τώρα"
Γνωρίζοντας ήδη την απάντηση αλλά μη μπορώντας να βρει κάτι άλλο να πει και προσπαθώντας να κερδίσει κι άλλο χρόνο η Μέτσε τον ρώτησε "Δεν σκέφτηκες να γυρίσεις πίσω στην οικογένειά σου; Οι γονείς σου..." Ο Ντάριο ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Ήταν όμως ένα γέλιο πικρό, γεμάτο θυμό και ίσως λίγη απόγνωση. "Ωραίο ανέκδοτο" είπε. "Μην παριστάνεις την αφελή γιατί και οι δύο ξέρουμε καλά ότι δεν είσαι. Για τους γονείς μου πέθανα την ημέρα που με βρήκε η αστυνομία αναίσθητο δίπλα από το πτώμα του Ντονάτο Τσάβες. Ο μοναχογιός της αξιότιμης οικογένειας Αρισμέντι, γιος του μεγαλοδικηγόρου Μάριο Αρισμέντι και της Μαρσέλα Αρισμέντι της οικογένειας των Μοντενέγκρο καταδικάζεται για το φόνο διευθυντή τραπέζης εξαιτίας μιας..." Ο Ντάριο σταμάτησε απότομα και η Μέτσε τον κοίταξε θυμωμένη προκαλώντας τον να αποτελειώσει τη φράση του.
"Εξαιτίας μιας...; Ξέρεις καλά ότι κάποτε είχα πάρει την απόφαση ν'αλλάξω ζωή. Εσύ όμως κατάφερες να μου αλλάξεις γνώμη" τον κεραυνοβόλησε η Μέτσε, δεν είχε πια διάθεση να τον καλοπιάσει "Πιστεύεις πως δεν είχα τίποτα αγνό μέσα μου; Μια μικρή ελπίδα την είχα. Και φρόντισες να την κάψεις. Τότε κατάλαβα πόσο δίκιο είχε η Μαντάμ Καταλίνα όταν έλεγε να μην εμπιστεύομαι κανέναν. Κι αυτή καμμένη ήταν"
Ο Ντάριο την τράβηξε να σηκωθεί. Ήθελε να δει την αλήθεια στα μάτια της. "Αν σε κατέστρεψα εγώ, όπως με κατηγορείς, γιατί μου τηλεφώνησες εκείνη τη μέρα; Γιατί ζήτησες να σε σώσω από το τομάρι τον διευθυντή της τράπεζας; Εκτός αν..." έκανε μια παύση, προσπαθώντας να διαβάσει τη σκέψη της. Τον κοιτούσε με μια υπόνοια θλίψης. Μήπως δεν αλήθευαν όσα σκέφτηκε γι'αυτήν τις ατελείωτες ώρες μοναξιάς στη φυλακή; Ίσως πάλι να υποκρινόταν τη θλιμμένη για να ξεφύγει. "Εκτός αν ήταν όλα μια καλοστημένη παγίδα!"
Για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή η Μέτσε θέλησε να του πει την αλήθεια. Η υπερηφάνεια της όμως υπερίσχυσε. Άστον να σκέφτεται ό,τι θέλει! Δεν του αξίζει η αλήθεια. Το τελευταίο που ήθελε ήταν να καταλάβει πόσο είχε υποφέρει εξαιτίας του. "Ας μιλήσουμε γι' αυτό που πραγματικά ήρθες" του είπε βάζοντας τέλος στις αμφιβολίες του. Μάζεψε το περιοδικό από το τραπεζάκι και του έτεινε τη σελίδα με το πρόσωπο του Gustavo Escalona. "Τι είναι αυτό;" τη ρώτησε ξαφνιασμένος.
"Αυτό που θέλουμε και οι δύο είναι χρήματα και αυτός ο άνδρας έχει πάρα πολλά. Αν συνεργαστούμε θα έχεις τα διπλά από αυτά που συμφωνήσαμε" του είπε χαμογελώντας.
O Ντάριο κάθισε παράμερα και άρχισε να επεξεργάζεται την εικόνα. Η Μέτσε ανάσανε με ανακούφιση κι έδιωξε το σύννεφο της θλίψης από τα βλέφαρα. Δεν ωφελεί σε τίποτα να σκαλίζεις τα περασμένα. Σημασία έχει τι θα γίνει από δω και μπρος. Ο Ντάριο χρειαζόταν επειγόντως χρήματα. Δεν είχε πού την κεφαλή κλίναι και σιγά μην έβρισκε δουλειά με το απολυτήριο της φυλακής. Η Μέτσε ήταν σίγουρη πως θα δεχόταν την προσφορά της.
"Μπορούμε να τον πλευρίσουμε μαζί. Θα εμφανιστείς ως αδερφός μου" του έκλεισε το μάτι.
Ο Ντάριο σήκωσε το κεφάλι από το περιοδικό. "Να σε εμπιστευτώ άραγε; Όσο ήμουν μέσα δεν ήρθες ούτε μία φορά να με δεις, πόσο μάλλον να μου στείλεις λεφτά, όπως μου είχες υποσχεθεί!"
Η Μέτσε τον πλησίασε, γονάτισε μπροστά του και του χάιδεψε τα γόνατα. "Τώρα είναι διαφορετικό. Η δουλειά πέφτει στους ώμους και των δύο. Ξέρεις ότι μπορείς να ξεσκεπάσεις αν δεν τηρήσω τη συμφωνία"
Ο Ντάριο έμεινε για λίγο σκεπτικός. Έπειτα σηκώθηκε ταυτόχρονα με τη Μέτσε και πήρε ένα ύφος έπαρσης. "Ωραία λοιπόν, δέχομαι. Πού ν'αφήσω τα πράγματά μου; Ένα σακίδιο είναι όλο κι όλο"
"Θα...θα μετακομίσεις εδώ;" τραύλισε εκείνη.
"Δεν με θέλεις, αδελφούλα;"
Η Μέτσε σώπασε να σκεφτεί. Η εισβολή στο αρχοντικό της δεν θα ήταν για πολύ. Σύντομα θα πήγαιναν στην εξοχή να βρουν τον Εσκαλόνα. Συμφώνησε ξεφυσώντας κι έστειλε τον Ντάριο να βολευτεί στον ξενώνα.
*****
Ήταν έξι η ώρα το πρωί όταν ο Γουστάβο αποφάσισε να σηκωθεί. Δεν είχε νόημα να παραμένει στο κρεβάτι και να προσπαθεί να κοιμηθεί. Παρά την κούραση που ένιωθε χθες το βράδυ με τις ατελείωτες δουλειές που είχε η φάρμα, κοιμήθηκε μόλις 4 ώρες και πέρασε άλλες 3 συλλογιζόμενος την αγαπημένη του Ινές, τον παιδικό του έρωτα και μετέπειτα σύζυγό του που η ζωή του πήρε τόσο άδικα πριν από 5 χρόνια. Πως μπόρεσε να σκεφτεί ότι θα βρισκόταν η γυναίκα που θα γέμιζε το κενό που του άφησε η απώλειά της; Και μάλιστα στο πρόσωπο της Καρολίνα, αυτής της άμυαλης - όπως αποδείχθηκε - μικρής που τώρα απολάμβανε τα φώτα της δημοσιότητας εξαιτίας της ιστορίας που είχε μαζί της. Σέλωσε το άλογό του και αποφάσισε να κάνει μια βόλτα.
Τα ζωηρά χρώματα της εξοχής και το γλυκό πρωινό άρωμα γαλήνεψαν την ψυχή του. Ξεπέζεψε και πλησίασε τον καταρράκτη. Άκουσε τον ήχο του νερού, πήρε βαθιά ανάσα, περπάτησε στη χλόη κι όταν έφτασε η ώρα για το πρωινό του, ανέβηκε πάλι στο άλογο. Μια ευχάριστη έκπληξη τον περίμενε στην επιστροφή. Η Λιλιάνα στεκόταν στην είσοδο του σπιτιού με τις βαλίτσες της.
"Πού χάθηκες πρωί πρωί, θείε Γουστάβο;" ρώτησε παιχνιδιάρικα και ρίχτηκε στην αγκαλιά του "Όταν έρχεσαι στο εξοχικόγίνεσαι άλλος άνθρωπος. Με τις κότες κοιμάσαι, με τους πετεινούς σηκώνεσαι!"
"Κι εσύ δεν πας πίσω, βλέπω" χαμογέλασε ο Γουστάβο. "Δεν περίμενα να σε βρω εδώ τέτοια ώρα"
"Πήρα το πρώτο λεωφορείο"
Ο Γουστάβο μετέφερε τις βαλίτσες της κοπέλας στο διάδρομο. "Οι γονείς σου ξέρουν άραγε γι' αυτήν την ξαφνική επίσκεψη;"
"Ω, μην ανησυχείς. Η αδελφούλα σου κι ο γαμπρούλης σου δεν θα είχαν καμιά αντίρρηση να έρχομαι στην εξοχή πότε πότε"
Της σέρβιρε το πρωινό που είχε φτιάξει από νωρίς η οικονόμος και μετά άρχισαν μέσω πειραγμάτων να τακτοποιούν τα πράγματα στο δωμάτιο που πάντα προτιμούσε η μικρή στις αιφνιδιαστικές της επισκέψεις.
Ο Γουστάβο χαμογελούσε στην πραγματικότητα όμως τα συναισθήματά του ήταν ανάμεικτα. Χαιρόταν που έβλεπε την αγαπημένη του ανηψούλα αλλά εδώ και καιρό ένιωθε πως η αστείρευτη ενέργειά της τον αποσυντόνιζε. Παλιότερα ούτε τον κούραζε ούτε τον ενοχλούσε καθόλου. Τώρα η ζωή του όλη ήταν η εργασία στην φάρμα και οι δυσάρεστες σκέψεις που είχαν να κάνουν με τις δυο γυναίκες που η κάθεμια για διαφορετικούς λόγους άφησε στην ψυχή του το μελανό της στίγμα. Μήπως είχε παραμεγαλώσει; Μήπως απλώς του κόστιζε να επιστρέψει στην ζωή που ήταν πιο κοντά στην "κανονικότητα" των περισσότερων ανθρώπων, στην ζωή που δεν περιλάμβανε μόνο δουλειές και μαύρες σκέψεις;
*****
Την ίδια στιγμή, περίπου 2 χιλιόμετρα βορειότερα, η Μέτσε και ο Ντάριο έμπαιναν στο σαλόνι ενός παλιού αρχοντικού. Ο Ντάριο στάθηκε και το κοιτούσε σαν υπνωτισμένος. "Τι κάθεσαι έτσι; Βοήθησέ με να ξεφορτώσουμε τις βαλίτσες" του φώναξε η Μέτσε. "Μοιάζει τόσο με το πατρικό μου" σκέφτηκε μελαγχολικά ο Ντάριο καθώς το βλέμμα του έπεφτε στο μεγάλο τζάκι. "Στη μητέρα μου άρεσε να κάθεται..." αλλά ένα χτύπημα στον ώμο διέκοψε βίαια τις σκέψεις του. "Σου μιλάω Ντάριο! Δεν μ' ακούς; Έλα να ξεφορτώσουμε τις βαλίτσες!" "Υποτίθεται ότι κάποιος θα ήταν εδώ γι' αυτή τη δουλειά!" της απάντησε ενοχλημένος. "Αυτή η κυρία που σου νοίκιασε το σπίτι δεν μου είπες ότι σου άφησε και προσωπικό;" "Χοσέ; Εσύ είσαι άχρηστε;" ακούστηκε μια διαπεραστική, γυναικεία φωνή και έκανε την εμφάνισή της μια μεσήλικη γυναίκα με ποδιά και μια κουτάλα στο χέρι. Μόλις είδε τη Μέτσε και τον Ντάριο αμέσως έφυγε η αγριεμένη έκφραση από το πρόσωπό της και προσπάθησε να διορθώσει λίγο τα μαλλιά της. "Καλημέρα σας" είπε αμήχανα. "Καλά άκουσα ότι κάποιος ήρθε. Ασφαλώς θα είστε ο κ. Μοντέρο" είπε απευθυνόμενη στον Ντάριο που της φάνηκε πιο προσιτός. "Μάλιστα κυρία μου. Είμαι ο Εντουάρντο Μοντέρο και από δω η αδερφή μου Βικτόρια" της αποκρίθηκε διασκεδάζοντας λίγο με την αμηχανία της.
"Σας περιμέναμε, κοπιάστε, κοπιάστε..." χαμογέλασε η γυναίκα "Είμαι η Χασίντα και φροντίζω τούτο το σπίτι. Σας ετοιμάζω ένα γεύμα που θα γλείφετε τα δάχτυλά σας! Ώσπου να τακτοποιηθείτε, θα έχω στρωμένο το τραπέζι. Θα πεινάτε σίγουρα μιας κι έρχεστε από μακριά" είπε μονοκοπανιά και παίρνοντας μια ανάσα, "Βλέπω, κουβαλάτε μπόλικο νοικοκυριό. Έπρεπε να 'ναι δω αυτός ο ανεπρόκοπος! Μη σας νοιάζει, όμως, μόλις γυρίσει θα τον βάλω να σας ανεβάσει τις βαλίτσες στα δωμάτια. Να σας φτιάξω έναν καφέ;"
Ο Ντάριο αρνήθηκε ευγενικά και στράφηκε στη Μέτσε "Δεν είναι όμορφο μέρος, αδερφούλα;"
"Το ομορφότερο που θα μπορούσαμε να βρούμε σ'αυτήν τη μεσαιωνική εξορία"
Ο Ντάριο κοίταξε τη Χασίντα που τα έχασε για μια στιγμή κι έριξε μια επικριτική ματιά στη Μέτσε, που δάγκωσε τα χείλη της. Μα δεν είχαν συμφωνήσει να παραστήσουν τους εραστές της εξοχής για να πειστεί το θήραμα να τους δεχτεί; Στο κάτω κάτω, ξέχασε η Μέτσε την καταγωγή της και φερόταν με τόσο σνομπισμό; Από ένα χωριό ξεχασμένο κι από το Θεό την τράβηξε η μαντάμ Καταλίνα.
Σε λίγο κατέφτασε ο Χοσέ. Είχε το πρόσωπο εύθυμου χωρικού, τα τραχά χέρια του αγρότη και το καουμπόικο καπέλο των ανδρών της περιοχής. Συστήθηκε γελαστός κι ανέλαβε να ανεβάσει τις βαλίτσες υπό τα γρυλίσματα της γυναίκας του. Οι φιλοξενούμενοι αποσύρθηκαν στα δωμάτιά τους.
Η Μέτσε λούστηκε, άλλαξε ρούχα κι έπιασε να στεγνώσει τα μαλλιά της. Ο Ντάριο μπήκε στο δωμάτιό της σφυρίζοντας. "Συμπαθητικό το προσωπικό" είπε, παίζοντας με την κουνουπιέρα του κρεβατιού, "Και πολυλογάδες. Δεν θα δυσκολευτούμε να μάθουμε ολόκληρο το βιογραφικό του γελαδάρη σου. Ούτε θ' αργήσουν να διαδώσουν στο χωριό την άφιξή μας"
Εκείνη κάθισε στην μικρή μπορντό πολυθρόνα όπως θα καθόταν μια αυτοκράτειρα στον θρόνο της.
-Εκ πρώτης όψεως ο Γουστάβο φαίνεται εύκολος στόχος. Από την μικρή μου έρευνα προκύπτει ότι αν και πάμπλουτος δεν έχει σχέση με κομπίνες και βρώμικο χρήμα, απάντησε η Μέτσε με ύφος υψηλόβαθμου στελέχους πολυεθνικής έτοιμο να εξηγήσει στους υφισταμένους την στρατηγική της εταιρείας. Μοιάζει πολύ αθώος, σχεδόν αγνός... Όμως, κανόνας πρώτος, δεν υποτιμάμε ποτέ τον αντίπαλο, ούτε τις συνθήκες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πανωλεθρία.
Ο Ντάριο για μια στιγμή έστρεψε το βλέμμα του από εκείνη την γυναίκα που μόλις χθες τον έτρεμε και σήμερα πάλι κινούσε τα νήματα, η δύναμη που ασκούσε πάνω του ήταν τρομακτική.
-Δεν σε πιστεύω, είμαι σίγουρος πως τον έχεις ήδη καταγράψει στον μακρύ κατάλογο των θυμάτων σου, είπε κοιτάζοντάς την και πάλι στα μάτια. Κι εγώ δεν ξέρω αν θα έπρεπε να είμαι με το μέρος σου ή να προσεγγίσω το θύμα ως... συνάδελφος, συνέχισε μ' ένα χαμόγελο.
-Ας πάμε λοιπόν και στον δεύτερο κανόνα. Αφήνουμε πίσω το παρελθόν. Εγώ δεν θα είχα φτάσει ποτέ εκεί που έφτασα αν δεν το ξεπερνούσα.
Σηκώθηκε και τον ακούμπησε τρυφερά στο περίγραμμα του προσώπου.
-Μην αφήνεις την πίκρα να σε επηρεάζει καλέ μου. Και οι δυο έχουμε να κερδίσουμε από αυτή την ιστορία. Αν μάλιστα φερθείς έξυπνα, έχεις να κερδίσεις κάτι πολύ παραπάνω από το μερίδιό σου. Την οικονομική εξασφάλιση κι ευημερία εφ' όρου ζωής!
“Τι έχεις στο μυαλό σου Μέτσε;” Τη ρώτησε κοιτώντας την καχύποπτα. “ΒΙ-ΚΤΟ-ΡΙ-Α!! Είμαι η Βικτόρια και είσαι ο Εντουάρντο. Ακόμα κι όταν είμαστε μόνοι μας θα χρησιμοποιούμε τα καινούργια μας ονόματα. Δεν ξέρεις ότι και οι τοίχοι έχουν αυτιά;” “Καλά!” Έκανε εκείνος ανυπόμονα. “Τι έχεις στο μυαλό σου αδερφουλα;” “Οτί θα μπορούσες να κάνεις πολύ ενδιαφέρουσες γνωριμίες από τον κύκλο του Γουστάβο όσο εγώ θα ασχολούμαι μαζί του. Και που ξέρεις... μπορεί και έναν πολύ καλό γάμο.” Την κοίταξε εμβρόντητος. Τι; Τώρα τον παντρολογούσε κι από πάνω;
-Τι νομίζεις πως νοσταλγώ την φυλακή, πως δεν βλέπω την ώρα να ξανασαπίσω εκεί μέσα; απάντησε νευρικά. Για σένα βέβαια θα είναι εύκολο να ξαπλώνεις με αυτόν τον χωριάτη και να παίρνεις ως αντάλλαγμα κοσμήματα και ακίνητα. Εγώ πώς θα παντρευτώ ως Εντουάρντο;
-Αν δε χαλαρώσεις λίγο φυσικά και δε θα παντρευτείς, δε θα φτάσεις πουθενά. Αν δε ζήσεις και ο ίδιος σε ένα βαθμό το παραμύθι δεν πρόκειται να πείσεις. Κι έπειτα τι νόμιζες, πως τα οργανώνω όλα μόνη μου όλα αυτά τα χρόνια; Υπάρχουν οι φύλακες άγγελοί μου που με βοηθούν. Ψεύτικοι δεν είναι μόνο οι έρωτές μου, έχω ψεύτικο περίγυρο, ψεύτικους αριστοκράτες συγγενείς... Άνοιξε το πάνω συρτάρι του κομψού κομοδίνου. Ορίστε, είπε δίνοντας του δυο φρεσκοτυπωμένα διαβατήρια. Ούτε ο πιο έμπειρος ερευνητής της αστυνομίας δε θα καταλάβαινε ότι είναι πλαστά. Είμαστε πια ο Εντουάρντο και η Βικτόρια.
****
«Εντουάρντο και Βικτόρια Μοντέρο;» Όχι, δεν τους έχω ξανακούσει. Και πότε ήρθαν Ελβίρα;» ρώτησε η Λιλιάνα καθώς βοηθούσε την οικονόμο του σπιτιού του Γουστάβο να διπλώσει κάτι σεντόνια. «Σήμερα το πρωί. Νοίκιασαν το αρχοντικό της δόνια Κλορίντα για το καλοκαίρι» «Και πως είναι αυτοί;» «Από τα λίγα που μου είπε ο Χοσέ η κοπέλα φαίνεται λίγο ξιπασμένη αλλά ο αδερφός της είναι πολύ ευγενικός» «Και όμορφος;» «Και τι σ’ ενδιαφέρει αυτό μικρή μου;» «Δεν μ’ ενδιαφέρει, κουβέντα να γίνεται» απάντησε η Λιλιάνα δήθεν αδιάφορα αλλά η Ελβίρα είδε τη λάμψη στα μάτια της. «Πόσο γρήγορα μεγαλώνουν τα παιδιά» σκέφτηκε καθώς παρατηρούσε πιο προσεκτικά τη Λιλιάνα.
Πριν προλάβουν να πουν κάτι άλλο, ο Γουστάβο άνοιξε την πόρτα.
-Τι κάνετε εδώ;
-Μιλούσαμε για την Βικτόρια και τον Εντουάρντο Μοντέρο που έχουν νοικιάσει το αρχοντικό της δόνια Κλορίντα, εσύ γνωρίζεις κάτι γι αυτούς θειούλη;
-Όχι, θα είναι καινούργιοι στην περιοχή. Βλέπω αρχίσατε ήδη τον κοινωνικό σχολιασμό, συνέχισε πειραχτικά ο Γουστάβο.
-Γιατί όχι, τα νέα είναι για να μαθαίνονται και φυσικά να σχολιάζονται, απάντησε χωρίς να πτοείται η Λιλιάνα. Δεν ξέρουμε ακόμα τίποτα σημαντικό αλλά αύριο στην γιορτή των Λεκορνέ θα τα μάθουμε όλα. Εσύ θα φορέσεις το πιο καλό σου κουστούμι και θα κόψεις λίγο τα μαλλιά, πρόσθεσε περνώντας τα χέρια της ανάμεσά τους. Θα είσαι πιο ωραίος έτσι.
-Μα Λιλιάνα... έχω...
-Δεν έχεις τίποτα. Και μη διανοηθείς σήμερα και αύριο να περάσεις όλο τον χρόνο σου με άλογα και γελάδια, σε θέλω όμορφο και φρέσκο για εκείνο το βράδυ. Είναι καιρός να αρχίσεις να βγαίνεις, να γνωρίζεις κόσμο... πέρα από τις γηραιές κυρίες των φιλανθρωπικών γκαλά εννοώ.
- Σου χαλάω εγώ χατήρι; της απάντησε γνωρίζοντας τον επίμονο χαρακτήρα της ανίψιας του. Θα πήγαινε σ’ αυτήν τη γιορτή, θα έμενε για λίγο, ίσα για να ευχαριστήσει τη Λιλιάνα και για να ευχηθεί στους Λεκορνέ και μετά θα έβρισκε μια δικαιολογία και θα έφευγε. Έτσι είχε τριπλό όφελος: α) θα γλίτωνε από τη γκρίνια της Λιλιάνα, β) δεν θα τον έπιαναν στο στόμα τους οι Λεκορνέ που φρόντιζαν να διαδίδουν ότι μετά το χωρισμό του με την Καρολίνα είχε καταντήσει ερημίτης και μαράζωνε (άσχετα αν ήταν λίγο αλήθεια) και γ) θα γνώριζε κι αυτή την περίφημη δεσποινίδα Μοντέρο για την οποία μιλούσε ακατάπαυστα όλο το προσωπικό μόλις λίγη ώρα από την άφιξή της στην περιοχή. Γνωρίζοντας τον ενθουσιώδη χαρακτήρα της ανιψιάς του, είχε το χρέος να δει από κοντά αυτή τη γυναίκα και τον αδερφό της για να αποφασίσει αν θα επέτρεπε στη Λιλιάνα να κάνει παρέα μαζί τους γιατί αναμφίβολα η μικρή έτσι και τους συμπαθούσε θα τους γινόταν τσιμπούρι.
****
Δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που οι Λεκορνέ εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Αν ήταν τυχοδιώκτες ή αξιοσέβαστοι μεσήλικες κανείς δεν μπορούσε να πει με σιγουριά, πάντως η διαμονή τους στην ακριβότερη έπαυλη-πύργο, η ευθυμία τους και το γεγονός ότι μοιάζανε να είχαν γεννηθεί για να κρατάνε ένα ποτήρι σαμπάνια στις κοσμικές εκδηλώσεις, έφταναν για να κερδίσουν την αγάπη και την εκτίμηση του κόσμου. Έλεγαν ότι προέρχονταν από κάποια βασιλική οικογένεια κάποιου κρατίδιου της Ευρώπης, από εκείνες των οποίων οι φωτογραφίες τυπώνονταν στα σαλόνια των περιοδικών, φήμη που οι ίδιοι ούτε είχαν επιβεβαιώσει, ούτε διαψεύσει.
Η Μέτσε που είχε γύρει τρυφερά στον ώμο του Ντάριο, δε φαινόταν να συμμερίζεται τη γνώμη των επαρχιωτών.
«Αν αυτοί είναι πραγματικοί αριστοκράτες εγώ είμαι η βασίλισσα της Αγγλίας», ψιθύρισε στο Ντάριο καθώς κατευθυνόντουσαν σε μια γωνιά του σαλονιού των Λεκορνέ ύστερα από αμέτρητες συστάσεις και ανιαρές συζητήσεις με τους κατοίκους της περιοχής. «Δεν θα διαφωνήσω. Αν κάποιος από τους δυο μας μπορεί να καταλάβει την ευγενική καταγωγή αυτός είμαι εγώ, μην το ξεχνάς» της απάντησε κοιτώντας την με νόημα. Είχε αρχίσει να τον εκνευρίζει η υπεροπτική συμπεριφορά της. Η Μέτσε έπαιζε πολύ πειστικά τον ρόλο της απόμακρης και συνάμα γοητευτικής δεσποινίδας της καλής κοινωνίας. Μπορεί να συμφώνησαν να αφήσουν πίσω τις πίκρες του παρελθόντος αλλά του ήταν αδύνατο να μην προσπαθεί που και που να την πειράζει και να της υπενθυμίζει ποια είναι. Η Μέτσε του έριξε μια θυμωμένη ματιά και ήπιε μια γουλιά απ’ το ποτό της. Ο Ντάριο έκανε να στραφεί προς το ανοιχτό παράθυρο λίγα μέτρα πιο πέρα αλλά σταμάτησε απότομα. «Μόλις μπήκε ο στόχος» της ψιθύρισε. Εκείνη κοίταξε προς τον Γουστάβο και αμέσως μετά σ' έναν από τους καθρέπτες που κοσμούσαν το υπερπολυτελές σαλόνι. Δεν θα τον κάρφωνε με το βλέμμα, θα την πρόσεχε αυτός. Καμάρωσε με μια φευγαλέα ματιά τον εαυτό της. Το εμπριμέ φόρεμα αναδείκνυε το μαύρισμα μιας πραγματικής καλλονής. Το λιπ γκλος τα υπέροχα χείλη της, ενώ ένα μικρό κλάμερ με ασημένια φτερά συγκρατούσε λίγο από τον χείμαρρο των μαλλιών της.
Η κυρία Λεκορνέ υποδέχτηκε θείο και ανιψιά με τέτοιον ενθουσιασμό, θαρρείς κι ήταν τα τιμώμενα πρόσωπα της ημέρας. Η Λιλιάνα την χαιρέτησε με φιλοφρονήσεις για την εμφάνισή της ενώ ο Γουστάβο προσπάθησε να χαμογελάσει εγκάρδια.
-Καιρός ήταν να βγεις να ξεσκάσεις, χρυσό μου, ακόμη λίγο και θα το 'βαζες το ράσο, σχολίασε η οικοδέσποινα και ο Γουστάβο θυμήθηκε γιατί του κόστιζε προσπάθεια να χαμογελάει μπροστά της. Έκανες ένα μαγουλάκι όμως! Αναπαύεται περισσότερο ο εργένης άνθρωπος για να ξεχνάει τη μοναξιά του. Συνομήλικος της ανιψούλας σου δείχνεις, να φανταστείς! Αχ πόσο σε ζηλεύω...
Η Λιλιάνα στράβωσε με την ανόητη φλυαρία της. Ήθελε να σκαλίζει τα προσωπικά των άλλων; Ας κοιτούσε την καμπούρα της καλύτερα.
-Είναι πράγματι αξιοζήλευτο, ειδικά αν σκεφτούμε πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν καταφέρνουν ούτε μια ρυτίδα να σβήσουν, ακόμη κι αν περνούν όλη τη μέρα αναπαυτικά. Ευτυχώς, δεν έτυχε σ'εμάς κάτι τέτοιο...
Τώρα ήταν σειρά της κυρίας Λεκορνέ να στραβώσει. Φρόντισε ν' αλλάξει αμέσως τη συζήτηση.
-Δεν σας σύστησα στους καινούργιους μου καλεσμένους, είπε, τυλίγοντας το χέρι με τα χρυσαφικά στο μπράτσο του Γουστάβο και τραβώντας τον στο σημείο όπου στέκονταν ο Ντάριο κι η Μέτσε. Η Λιλιάνα ακολούθησε γεμάτη περιέργεια. Εντουάρντο και Βικτώρια Μοντέρο, άρτι αφιχθέντες στην περιοχή μας για διακοπές. Από δω ο Γουστάβο Εσκαλόνα, σημαντικός παράγων του τόπου σχεδόν όσο και ο άντρας μου.
-Κι από δω η ανιψιά μου, πρόσθεσε ο Γουστάβο σφίγγοντας το χέρι του Ντάριο που τον κοίταζε βαθιά στα μάτια, άγνωστο γιατί.
-Λιλιάνα, έκανε η μικρή ανταλλάσσοντας χειραψία με τους νιόφερτους. Η γυναίκα, υπέρ το δέον εκθαμβωτική, θα πρέπει να ήταν από εκείνες τις κοσμικές τύπισσες με μακριά γλώσσα και περιορισμένο εγκέφαλο, συμπέρανε. Ο άνδρας όμως είχε μια γοητεία που δεν είχε ξανασυναντήσει, μια αύρα μυστηριώδη, απόκοσμη... Θα μείνετε καιρό εδώ με τη γυναίκα σας; τον ρώτησε.
-Δεν είναι γυναίκα μου, απάντησε ο Ντάριο μ' ένα χαμόγελο που φανέρωνε σφιχτά δόντια, αδέλφια είμαστε. Ναι, σχεδιάζουμε να μείνουμε όσο χρειαστεί. Να ξεκουραστούμε.
Η Λιλιάνα έλαμψε ξαφνικά. Δεν το πρόσεξε όμως ο Γουστάβο, στεκόμενος σαν στύλος, με το αρωματισμένο χέρι της Μέτσε στη χούφτα του που δεν έλεγε ν' αφήσει, είχε καρφώσει τα μάτια του, όχι στην ίδια και τα θέλγητρά της, μα στον καρπό και συγκεκριμένα στο ασημένιο βραχιόλι της. Το κοίταζε μ' επιμονή, φέρνοντας σε κάποια φάση σε δύσκολη θέση την ιδιοκτήτριά του.
"Δεν μπορεί να κάνω λάθος..." μουρμούρισε από μέσα του "Εγώ ο ίδιος το είχα χαρίσει στην Ινές! Παρήγγειλα να το σκαλίσουν ειδικά για εκείνη, την έθαψα με αυτό. Μα πώς βρέθηκε στο χέρι αυτής της άγνωστης γυναίκας;"
Ο Ντάριο ακολούθησε το σαστισμένο βλέμμα του Γουστάβο καρφωμένο στο βραχιόλι της Μέτσε και σε κλάσματα δευτερολέπτου κατάλαβε. Πως δεν το είχε προσέξει νωρίτερα; Ήταν το ίδιο βραχιόλι που του είχε χαρίσει ο Τομάς, το πρώτο μαχαίρι της φυλακής, ο συγκρατούμενός του που μοιράζονταν το ίδιο κελί, όταν ο Ντάριο του είχε σώσει τη ζωή σε μια εξέγερση των φυλακισμένων. Του είχε πει «πάρτο, αξίζει πολλά» και αμέσως μετά τον είχε ρωτήσει «υπάρχει κάποια εκεί έξω που να σε περιμένει;» και ο Ντάριο του είχε πει «για δέκα χρόνια; Αυτή που έχω στο μυαλό μου δεν περιμένει ούτε δέκα δευτερόλεπτα. Εξαιτίας της είμαι εδώ». Ωστόσο της το είχε στείλει κοντά στα γενέθλιά της πριν λίγα χρόνια σε μια ανόητη στιγμή συναισθηματισμού. Το δικαιολόγησε στον εαυτό του αργότερα ότι το έκανε για να της δείξει ότι βρήκε τη νέα της διεύθυνση και ότι άδικα προσπαθούσε να ξεφύγει από εκείνον. Ήταν το ίδιο βραχιόλι που ο Τομάς του είχε πει ότι ανήκε σε μια πολύ πλούσια νέα γυναίκα που πέθανε και του είχε δείξει το πρόσωπο του χήρου σε μια φωτογραφία από την κηδεία που ήταν δημοσιευμένη σε μια εφημερίδα και ο Ντάριο ίσα που του είχε ρίξει μια ματιά. Παρόλο που η Μέτσε του είχε δείξει το πρόσωπο του Γουστάβο στις κοσμικές στήλες των περιοδικών (καλά πόσο συχνά έβγαινε αυτός ο τύπος στα έντυπα επιτέλους!) αν και κάτι του θύμιζε αμυδρά, ο Ντάριο μόλις τώρα έκανε την ταυτοποίηση. Ο χήρος και ο «στόχος» ήταν το ίδιο πρόσωπο! Η Μέτσε, ανίδεη, κοιτούσε φιλάρεσκα τον Γουστάβο νομίζοντας ότι απλά αυτός φερόταν περίεργα μόνο εξαιτίας της εκθαμβωτικής ομορφιάς της. Ο Ντάριο έπρεπε κάτι να πει πριν ο Γουστάβο αρχίσει τις ερωτήσεις. Πρόσεξε πως ήδη είχε πάρει στο χέρι του τον καρπό της Μέτσε.
-Ήταν δώρο της μητέρα μας, δυστυχώς πρόσφατα ανακαλύψαμε πως ο τεχνίτης δεν ήταν ιδιαίτερα πρωτότυπος στα σχέδιά του.
-Ναι, η καημένη νόμιζε πως ήταν μοναδικό, συμπλήρωσε με ένα ελαφρώς θλιμμένο χαμόγελο η Μέτσε που δε δυσκολευόταν να μπει στο νόημα ακόμα κι όταν δε μάντευε τι συνέβαινε ακριβώς.
-Δεν θα το φανταζόμουν ότι θα σας έκανε τόση εντύπωση, συνέχισε ο Ντάριο.
-Με συγχωρείτε, είπε ο Γουστάβο αφήνοντας το χέρι της γυναίκας.

_________________
Back to top Go down
View user profile http://thlenouvelotrela.forumgreek.com
Αλμοδοβαρεμένη

avatar

Posts : 697
Join date : 2015-08-13

PostSubject: Re: Συνέχισε την ιστορία...    Mon Feb 01, 2016 2:33 am

Εκείνο το απόγευμα η ζέστη ήταν αποπνιχτική και η Μέτσε ήθελε μόνο να μένει στην αιώρα με το κουτσομπολίστικο περιοδικό που διάβαζε με αρκετό ενδιαφέρον ενώ το μακρύ της πόδι χάιδευε τα κεραμιδί πλακάκια της βεράντας. Επιτέλους, είχε ανάγκη από λίγη ξεκούραση για να ξεπεράσει την αποτυχία της τελευταίας επιχείρησης. Ο Αλβάρο Μπεναβίδες ήταν δυνατός στόχος. Ώριμος, γοητευτικός, χήρος χωρίς υποχρεώσεις και προ παντός εφοπλιστής. Η Μέτσε μπορούσε να τον τυλίξει με τα θέλγητρα που απέκτησε σπουδάζοντας κοντά στη μαντάμ Καταλίνα, και τα οποία είχαν ρίξει νωρίτερα πολλούς με πλούσια τα ελέη. Όπως της δίδαξε η καπάτσα μαντάμ, αντί να ιδρώνει στις πιο άθλιες συνθήκες, κι αφού η φύση της χάρισε σπάνια ομορφιά - ως αποζημίωση για την οικτρή φτώχεια - μπορούσε να ζει κατά διαστήματα σε βίλες και εξοχικά πείθοντας τους ιδιοκτήτες τους για την διψασμένη της καρδιά. Το παραμύθι ήταν πάντοτε το ίδιο με μικρές αλλαγές. Χρειάστηκε να πει πολλές φορές το ποίημα από τα δεκαοχτώ ως τα τριάντα, καθώς η μαντάμ Καταλίνα της άφησε ευχή και κατάρα να μη δεσμευτεί με κανένα. Σ' αυτό το διάστημα, έφτιαξε μια μικρή περιουσία από κοσμήματα. Και πάνω που έλεγε να συμπληρώσει τη συλλογή της με μια σειρά από γαλάζια διαμάντια...η σύζυγος του Αλβάρο σηκώθηκε από τον τάφο. Τι κάθαρμα! Πώς αφήνουν ελεύθερους τέτοιους απατεώνες, σκεφτόταν η Μέτσε, εξετάζοντας τις φωτογραφίες στην κοσμική στήλη, για να βρει το επόμενο θήραμα.
Θα προσπερνούσε τις φωτογραφίες του φιλανθρωπικού γκαλά, στο οποίο παρευρίσκονταν κατά 99% κάτι γηραιές κυρίες όταν έπεσε το βλέμμα της στον Γουστάβο Εσκαλόνα που ίσα που φαινόταν σε μια γωνίτσα μίας από αυτές. Αυτό ήταν! Πάμπλουτος, ωραίος, χήρος, πρόσφατα απατημένος (και αυτό το γνώριζαν όλοι) ... Θα περνούσαν μαζί τον καιρό τους παρηγορώντας ο ένας τον άλλον για την έλλειψη ειλικρίνειας και την εξαπάτηση των πρώην τους.
Κύκλωσε το πρόσωπο του Γουστάβο, σαν υπενθύμιση του στόχου της, κι άφησε το περιοδικό στο τραπεζάκι. Σηκώθηκε από την αιώρα κι έτρεξε στο λουτρό. Δεν ήταν ώρα για χασομέρι, ο καλός στρατιώτης φροντίζει το όπλο του και ρίχνεται στη μάχη με την πρώτη ευκαιρία. Βυθισμένη στους αφρούς, με το ακουστικό ανά χείρας, μάζεψε όσες πληροφορίες μπορούσε. Οι γνωριμίες είναι ανεκτίμητες σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις. Όλες οι εμπόλεμες δυνάμεις διαθέτουν δίκτυο κατασκόπων. Ο Γουστάβο Εσκαλόνα, λοιπόν, είχε μια φάρμα στην εξοχή για να χαλαρώνει και να γεμίζει τις μπαταρίες του. Κάποιοι συλλέγουν γραμματόσημα, άλλοι άλογα και κατσίκια. Οι δεύτεροι δεν έχουν γούστο, σκέφτηκε η Μέτσε, μα το πορτοφόλι τους είναι αυτό που μετράει.
Είχε μόλις βγει απ' την μπανιέρα -δεν είχε προλάβει να ρίξει μια πετσέτα πάνω της, όταν άκουσε να χτυπά το κουδούνι. Παρά την επιμονή του απρόσκλητου επισκέπτη ντύθηκε και χτενίστηκε αργά και με την ίδια νωχελικότητα κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
Ανοίγοντας, τα μάτια της αντίκρισαν ένα πρόσωπο που δεν περίμενε να δει και γούρλωσαν τόσο ώστε θύμιζε γιαπωνέζικο καρτούν. Laughing
"Ντ..Ντάριο;" ψιθύρισε.
"Νόμιζες πως δεν θα σ'έβρισκα;" χαμογέλασε σαρδόνια ο επισκέπτης.
Η Μέτσε έσπρωξε την πόρτα αλλά ο Ντάριο πρόλαβε να βάλει το πόδι του. Ήταν αρκετά δυνατός και ήξερε πως τώρα ήταν αδύνατο να τον εμποδίσει να εισβάλει. Τράβηξε πίσω τις τούφες που έπεφταν στο πρόσωπο και κορδώθηκε προσπαθώντας να δείξει αυτοπεποίθηση και ψυχραιμία.
"Πώς από δω;" τον ρώτησε με προσποιητή αφέλεια.
Ο Ντάριο δεν απάντησε. Έριξε μερικές ματιές στο χώρο, εντόπισε ένα ασημένιο αλογάκι στο τραπεζάκι του χωλ και βάλθηκε να το περιεργάζεται. Εκείνη τη στιγμή η Μέτσε τρόμαξε πραγματικά. Το άρπαξε από τα χέρια του, το έριξε στη βαθιά πολυθρόνα και κάθισε πάνω του με την ελπίδα να το σώσει.
"Θα σου έλεγα να μείνεις για ένα ποτό αλλά δεν έχω χρόνο, Ντάριο. Ετοιμαζόμουν να βγω" χαριτολόγησε.
Ο Ντάριο στράφηκε προς το μέρος της. Τα μάτια του ήταν δυο σχισμές.
"Προτού πληρώσεις, δεν έχεις να πας πουθενά" δήλωσε.
"Χαλάρωσε λίγο Ντάριο, μου φαίνεσαι κουρασμένος" είπε η Μέτσε και άπλωσε το χέρι της για να του χαϊδέψει το μάγουλο αλλά εκείνος της έπιασε δυνατά τον καρπό.
"Δεν ήρθα για να χαλαρώσω αλλά για να μου δώσεις αυτά που είχαμε συμφωνήσει"
"Κάθαρμα" σκέφτηκε η Μέτσε. Και να σκεφτείς ότι κάποτε... "Όχι!" σκέφτηκε. Δεν ήταν η ώρα για να τα σκέφτεται αυτά. Δεν είχε νόημα να συλλογίζεται τη μοναδική φορά που αγνόησε τις συμβουλές της Μαντάμ Καταλίνα και πίστεψε σε κάτι αγνό. Ως πότε θα πλήρωνε αυτό το λάθος της εφηβείας της που στεκόταν τώρα μπροστά της; Αυτό που προείχε ήταν να τον διώξει από το διαμέρισμά της και μετά να κάτσει να σκεφτεί ένα καινούργιο σχέδιο για να απαλλαγεί από αυτόν και τους εκβιασμούς του.
"Δεν γίνεται να μιλήσουμε όταν κάνεις σαν τρελός. Ας ηρεμήσουμε πρώτα" του είπε και προχώρησε στην κάβα.
Νιώθοντας τα μάτια του καρφωμένα πάνω της, γέμισε δυο ποτήρια με γλυκό αγουαρδιέντε και με κινήσεις που θα ζήλευε ταχυδακτυλουργός, φρόντισε να ρίξει στο ένα από αυτά την ακριβή σκόνη που φύλαγε στο δαχτυλίδι της. Όταν έχεις μαθητεύσει δίπλα στη μαντάμ Καταλίνα, μπορείς να κοροϊδέψεις τον αντίπαλο μπροστά του, μονολόγησε από μέσα της.
Όχι τον Ντάριο όμως.
"Έχεις εμπιστοσύνη στις ικανότητές σου, έτσι; Σαν την παλάμη του χεριού μου σε ξέρω,καταραμένη" της είπε μόλις του έτεινε το ποτήρι. Το άρπαξε απ'το χέρι της και το κοπάνησε στο πάτωμα. Κρύος ιδρώτας έλουσε τη Μέτσε. "Για να δούμε! Κλάψε για το χαμένο σου κρύσταλλο να φανεί ποιά είσαι!" Βλέποντάς τη ακίνητη σαν άγαλμα, την άρπαξε από τα μπράτσα και την έφερε αντιμέτωπη με το φλογισμένο του πρόσωπο. "Δεύτερη φορά δεν την πατάει ο Ντάριο Αρισμέντι"
Η Μέτσε δεν άντεξε άλλο. Ελευθερώθηκε καταφέρνοντας μια κλωτσιά στο καλάμι κι έπεσε στο πάτωμα να μαζέψει τα θραύσματα. Κυρίως για να μη φανούν τα δάκρυα. "Πότε βγήκες;" ρώτησε, συγκρατώντας ένα λυγμό.
"Το χειμώνα. Ήθελες να με κρατήσουν παραπάνω; Δεν έφτασαν δέκα χρόνια;"
"Έφτασαν"
"Εγώ πλήρωσα,λοιπόν. Σειρά σου τώρα"
Γνωρίζοντας ήδη την απάντηση αλλά μη μπορώντας να βρει κάτι άλλο να πει και προσπαθώντας να κερδίσει κι άλλο χρόνο η Μέτσε τον ρώτησε "Δεν σκέφτηκες να γυρίσεις πίσω στην οικογένειά σου; Οι γονείς σου..." Ο Ντάριο ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Ήταν όμως ένα γέλιο πικρό, γεμάτο θυμό και ίσως λίγη απόγνωση. "Ωραίο ανέκδοτο" είπε. "Μην παριστάνεις την αφελή γιατί και οι δύο ξέρουμε καλά ότι δεν είσαι. Για τους γονείς μου πέθανα την ημέρα που με βρήκε η αστυνομία αναίσθητο δίπλα από το πτώμα του Ντονάτο Τσάβες. Ο μοναχογιός της αξιότιμης οικογένειας Αρισμέντι, γιος του μεγαλοδικηγόρου Μάριο Αρισμέντι και της Μαρσέλα Αρισμέντι της οικογένειας των Μοντενέγκρο καταδικάζεται για το φόνο διευθυντή τραπέζης εξαιτίας μιας..." Ο Ντάριο σταμάτησε απότομα και η Μέτσε τον κοίταξε θυμωμένη προκαλώντας τον να αποτελειώσει τη φράση του.
"Εξαιτίας μιας...; Ξέρεις καλά ότι κάποτε είχα πάρει την απόφαση ν'αλλάξω ζωή. Εσύ όμως κατάφερες να μου αλλάξεις γνώμη" τον κεραυνοβόλησε η Μέτσε, δεν είχε πια διάθεση να τον καλοπιάσει "Πιστεύεις πως δεν είχα τίποτα αγνό μέσα μου; Μια μικρή ελπίδα την είχα. Και φρόντισες να την κάψεις. Τότε κατάλαβα πόσο δίκιο είχε η Μαντάμ Καταλίνα όταν έλεγε να μην εμπιστεύομαι κανέναν. Κι αυτή καμμένη ήταν"
Ο Ντάριο την τράβηξε να σηκωθεί. Ήθελε να δει την αλήθεια στα μάτια της. "Αν σε κατέστρεψα εγώ, όπως με κατηγορείς, γιατί μου τηλεφώνησες εκείνη τη μέρα; Γιατί ζήτησες να σε σώσω από το τομάρι τον διευθυντή της τράπεζας; Εκτός αν..." έκανε μια παύση, προσπαθώντας να διαβάσει τη σκέψη της. Τον κοιτούσε με μια υπόνοια θλίψης. Μήπως δεν αλήθευαν όσα σκέφτηκε γι'αυτήν τις ατελείωτες ώρες μοναξιάς στη φυλακή; Ίσως πάλι να υποκρινόταν τη θλιμμένη για να ξεφύγει. "Εκτός αν ήταν όλα μια καλοστημένη παγίδα!"
Για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή η Μέτσε θέλησε να του πει την αλήθεια. Η υπερηφάνεια της όμως υπερίσχυσε. Άστον να σκέφτεται ό,τι θέλει! Δεν του αξίζει η αλήθεια. Το τελευταίο που ήθελε ήταν να καταλάβει πόσο είχε υποφέρει εξαιτίας του. "Ας μιλήσουμε γι' αυτό που πραγματικά ήρθες" του είπε βάζοντας τέλος στις αμφιβολίες του. Μάζεψε το περιοδικό από το τραπεζάκι και του έτεινε τη σελίδα με το πρόσωπο του Gustavo Escalona. "Τι είναι αυτό;" τη ρώτησε ξαφνιασμένος.
"Αυτό που θέλουμε και οι δύο είναι χρήματα και αυτός ο άνδρας έχει πάρα πολλά. Αν συνεργαστούμε θα έχεις τα διπλά από αυτά που συμφωνήσαμε" του είπε χαμογελώντας.
O Ντάριο κάθισε παράμερα και άρχισε να επεξεργάζεται την εικόνα. Η Μέτσε ανάσανε με ανακούφιση κι έδιωξε το σύννεφο της θλίψης από τα βλέφαρα. Δεν ωφελεί σε τίποτα να σκαλίζεις τα περασμένα. Σημασία έχει τι θα γίνει από δω και μπρος. Ο Ντάριο χρειαζόταν επειγόντως χρήματα. Δεν είχε πού την κεφαλή κλίναι και σιγά μην έβρισκε δουλειά με το απολυτήριο της φυλακής. Η Μέτσε ήταν σίγουρη πως θα δεχόταν την προσφορά της.
"Μπορούμε να τον πλευρίσουμε μαζί. Θα εμφανιστείς ως αδερφός μου" του έκλεισε το μάτι.
Ο Ντάριο σήκωσε το κεφάλι από το περιοδικό. "Να σε εμπιστευτώ άραγε; Όσο ήμουν μέσα δεν ήρθες ούτε μία φορά να με δεις, πόσο μάλλον να μου στείλεις λεφτά, όπως μου είχες υποσχεθεί!"
Η Μέτσε τον πλησίασε, γονάτισε μπροστά του και του χάιδεψε τα γόνατα. "Τώρα είναι διαφορετικό. Η δουλειά πέφτει στους ώμους και των δύο. Ξέρεις ότι μπορείς να ξεσκεπάσεις αν δεν τηρήσω τη συμφωνία"
Ο Ντάριο έμεινε για λίγο σκεπτικός. Έπειτα σηκώθηκε ταυτόχρονα με τη Μέτσε και πήρε ένα ύφος έπαρσης. "Ωραία λοιπόν, δέχομαι. Πού ν'αφήσω τα πράγματά μου; Ένα σακίδιο είναι όλο κι όλο"
"Θα...θα μετακομίσεις εδώ;" τραύλισε εκείνη.
"Δεν με θέλεις, αδελφούλα;"
Η Μέτσε σώπασε να σκεφτεί. Η εισβολή στο αρχοντικό της δεν θα ήταν για πολύ. Σύντομα θα πήγαιναν στην εξοχή να βρουν τον Εσκαλόνα. Συμφώνησε ξεφυσώντας κι έστειλε τον Ντάριο να βολευτεί στον ξενώνα.
*****
Ήταν έξι η ώρα το πρωί όταν ο Γουστάβο αποφάσισε να σηκωθεί. Δεν είχε νόημα να παραμένει στο κρεβάτι και να προσπαθεί να κοιμηθεί. Παρά την κούραση που ένιωθε χθες το βράδυ με τις ατελείωτες δουλειές που είχε η φάρμα, κοιμήθηκε μόλις 4 ώρες και πέρασε άλλες 3 συλλογιζόμενος την αγαπημένη του Ινές, τον παιδικό του έρωτα και μετέπειτα σύζυγό του που η ζωή του πήρε τόσο άδικα πριν από 5 χρόνια. Πως μπόρεσε να σκεφτεί ότι θα βρισκόταν η γυναίκα που θα γέμιζε το κενό που του άφησε η απώλειά της; Και μάλιστα στο πρόσωπο της Καρολίνα, αυτής της άμυαλης - όπως αποδείχθηκε - μικρής που τώρα απολάμβανε τα φώτα της δημοσιότητας εξαιτίας της ιστορίας που είχε μαζί της. Σέλωσε το άλογό του και αποφάσισε να κάνει μια βόλτα.
Τα ζωηρά χρώματα της εξοχής και το γλυκό πρωινό άρωμα γαλήνεψαν την ψυχή του. Ξεπέζεψε και πλησίασε τον καταρράκτη. Άκουσε τον ήχο του νερού, πήρε βαθιά ανάσα, περπάτησε στη χλόη κι όταν έφτασε η ώρα για το πρωινό του, ανέβηκε πάλι στο άλογο. Μια ευχάριστη έκπληξη τον περίμενε στην επιστροφή. Η Λιλιάνα στεκόταν στην είσοδο του σπιτιού με τις βαλίτσες της.
"Πού χάθηκες πρωί πρωί, θείε Γουστάβο;" ρώτησε παιχνιδιάρικα και ρίχτηκε στην αγκαλιά του "Όταν έρχεσαι στο εξοχικόγίνεσαι άλλος άνθρωπος. Με τις κότες κοιμάσαι, με τους πετεινούς σηκώνεσαι!"
"Κι εσύ δεν πας πίσω, βλέπω" χαμογέλασε ο Γουστάβο. "Δεν περίμενα να σε βρω εδώ τέτοια ώρα"
"Πήρα το πρώτο λεωφορείο"
Ο Γουστάβο μετέφερε τις βαλίτσες της κοπέλας στο διάδρομο. "Οι γονείς σου ξέρουν άραγε γι' αυτήν την ξαφνική επίσκεψη;"
"Ω, μην ανησυχείς. Η αδελφούλα σου κι ο γαμπρούλης σου δεν θα είχαν καμιά αντίρρηση να έρχομαι στην εξοχή πότε πότε"
Της σέρβιρε το πρωινό που είχε φτιάξει από νωρίς η οικονόμος και μετά άρχισαν μέσω πειραγμάτων να τακτοποιούν τα πράγματα στο δωμάτιο που πάντα προτιμούσε η μικρή στις αιφνιδιαστικές της επισκέψεις.
Ο Γουστάβο χαμογελούσε στην πραγματικότητα όμως τα συναισθήματά του ήταν ανάμεικτα. Χαιρόταν που έβλεπε την αγαπημένη του ανηψούλα αλλά εδώ και καιρό ένιωθε πως η αστείρευτη ενέργειά της τον αποσυντόνιζε. Παλιότερα ούτε τον κούραζε ούτε τον ενοχλούσε καθόλου. Τώρα η ζωή του όλη ήταν η εργασία στην φάρμα και οι δυσάρεστες σκέψεις που είχαν να κάνουν με τις δυο γυναίκες που η κάθεμια για διαφορετικούς λόγους άφησε στην ψυχή του το μελανό της στίγμα. Μήπως είχε παραμεγαλώσει; Μήπως απλώς του κόστιζε να επιστρέψει στην ζωή που ήταν πιο κοντά στην "κανονικότητα" των περισσότερων ανθρώπων, στην ζωή που δεν περιλάμβανε μόνο δουλειές και μαύρες σκέψεις;
*****
Την ίδια στιγμή, περίπου 2 χιλιόμετρα βορειότερα, η Μέτσε και ο Ντάριο έμπαιναν στο σαλόνι ενός παλιού αρχοντικού. Ο Ντάριο στάθηκε και το κοιτούσε σαν υπνωτισμένος. "Τι κάθεσαι έτσι; Βοήθησέ με να ξεφορτώσουμε τις βαλίτσες" του φώναξε η Μέτσε. "Μοιάζει τόσο με το πατρικό μου" σκέφτηκε μελαγχολικά ο Ντάριο καθώς το βλέμμα του έπεφτε στο μεγάλο τζάκι. "Στη μητέρα μου άρεσε να κάθεται..." αλλά ένα χτύπημα στον ώμο διέκοψε βίαια τις σκέψεις του. "Σου μιλάω Ντάριο! Δεν μ' ακούς; Έλα να ξεφορτώσουμε τις βαλίτσες!" "Υποτίθεται ότι κάποιος θα ήταν εδώ γι' αυτή τη δουλειά!" της απάντησε ενοχλημένος. "Αυτή η κυρία που σου νοίκιασε το σπίτι δεν μου είπες ότι σου άφησε και προσωπικό;" "Χοσέ; Εσύ είσαι άχρηστε;" ακούστηκε μια διαπεραστική, γυναικεία φωνή και έκανε την εμφάνισή της μια μεσήλικη γυναίκα με ποδιά και μια κουτάλα στο χέρι. Μόλις είδε τη Μέτσε και τον Ντάριο αμέσως έφυγε η αγριεμένη έκφραση από το πρόσωπό της και προσπάθησε να διορθώσει λίγο τα μαλλιά της. "Καλημέρα σας" είπε αμήχανα. "Καλά άκουσα ότι κάποιος ήρθε. Ασφαλώς θα είστε ο κ. Μοντέρο" είπε απευθυνόμενη στον Ντάριο που της φάνηκε πιο προσιτός. "Μάλιστα κυρία μου. Είμαι ο Εντουάρντο Μοντέρο και από δω η αδερφή μου Βικτόρια" της αποκρίθηκε διασκεδάζοντας λίγο με την αμηχανία της.
"Σας περιμέναμε, κοπιάστε, κοπιάστε..." χαμογέλασε η γυναίκα "Είμαι η Χασίντα και φροντίζω τούτο το σπίτι. Σας ετοιμάζω ένα γεύμα που θα γλείφετε τα δάχτυλά σας! Ώσπου να τακτοποιηθείτε, θα έχω στρωμένο το τραπέζι. Θα πεινάτε σίγουρα μιας κι έρχεστε από μακριά" είπε μονοκοπανιά και παίρνοντας μια ανάσα, "Βλέπω, κουβαλάτε μπόλικο νοικοκυριό. Έπρεπε να 'ναι δω αυτός ο ανεπρόκοπος! Μη σας νοιάζει, όμως, μόλις γυρίσει θα τον βάλω να σας ανεβάσει τις βαλίτσες στα δωμάτια. Να σας φτιάξω έναν καφέ;"
Ο Ντάριο αρνήθηκε ευγενικά και στράφηκε στη Μέτσε "Δεν είναι όμορφο μέρος, αδερφούλα;"
"Το ομορφότερο που θα μπορούσαμε να βρούμε σ'αυτήν τη μεσαιωνική εξορία"
Ο Ντάριο κοίταξε τη Χασίντα που τα έχασε για μια στιγμή κι έριξε μια επικριτική ματιά στη Μέτσε, που δάγκωσε τα χείλη της. Μα δεν είχαν συμφωνήσει να παραστήσουν τους εραστές της εξοχής για να πειστεί το θήραμα να τους δεχτεί; Στο κάτω κάτω, ξέχασε η Μέτσε την καταγωγή της και φερόταν με τόσο σνομπισμό; Από ένα χωριό ξεχασμένο κι από το Θεό την τράβηξε η μαντάμ Καταλίνα.
Σε λίγο κατέφτασε ο Χοσέ. Είχε το πρόσωπο εύθυμου χωρικού, τα τραχά χέρια του αγρότη και το καουμπόικο καπέλο των ανδρών της περιοχής. Συστήθηκε γελαστός κι ανέλαβε να ανεβάσει τις βαλίτσες υπό τα γρυλίσματα της γυναίκας του. Οι φιλοξενούμενοι αποσύρθηκαν στα δωμάτιά τους.
Η Μέτσε λούστηκε, άλλαξε ρούχα κι έπιασε να στεγνώσει τα μαλλιά της. Ο Ντάριο μπήκε στο δωμάτιό της σφυρίζοντας. "Συμπαθητικό το προσωπικό" είπε, παίζοντας με την κουνουπιέρα του κρεβατιού, "Και πολυλογάδες. Δεν θα δυσκολευτούμε να μάθουμε ολόκληρο το βιογραφικό του γελαδάρη σου. Ούτε θ' αργήσουν να διαδώσουν στο χωριό την άφιξή μας"
Εκείνη κάθισε στην μικρή μπορντό πολυθρόνα όπως θα καθόταν μια αυτοκράτειρα στον θρόνο της.
-Εκ πρώτης όψεως ο Γουστάβο φαίνεται εύκολος στόχος. Από την μικρή μου έρευνα προκύπτει ότι αν και πάμπλουτος δεν έχει σχέση με κομπίνες και βρώμικο χρήμα, απάντησε η Μέτσε με ύφος υψηλόβαθμου στελέχους πολυεθνικής έτοιμο να εξηγήσει στους υφισταμένους την στρατηγική της εταιρείας. Μοιάζει πολύ αθώος, σχεδόν αγνός... Όμως, κανόνας πρώτος, δεν υποτιμάμε ποτέ τον αντίπαλο, ούτε τις συνθήκες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πανωλεθρία.
Ο Ντάριο για μια στιγμή έστρεψε το βλέμμα του από εκείνη την γυναίκα που μόλις χθες τον έτρεμε και σήμερα πάλι κινούσε τα νήματα, η δύναμη που ασκούσε πάνω του ήταν τρομακτική.
-Δεν σε πιστεύω, είμαι σίγουρος πως τον έχεις ήδη καταγράψει στον μακρύ κατάλογο των θυμάτων σου, είπε κοιτάζοντάς την και πάλι στα μάτια. Κι εγώ δεν ξέρω αν θα έπρεπε να είμαι με το μέρος σου ή να προσεγγίσω το θύμα ως... συνάδελφος, συνέχισε μ' ένα χαμόγελο.
-Ας πάμε λοιπόν και στον δεύτερο κανόνα. Αφήνουμε πίσω το παρελθόν. Εγώ δεν θα είχα φτάσει ποτέ εκεί που έφτασα αν δεν το ξεπερνούσα.
Σηκώθηκε και τον ακούμπησε τρυφερά στο περίγραμμα του προσώπου.
-Μην αφήνεις την πίκρα να σε επηρεάζει καλέ μου. Και οι δυο έχουμε να κερδίσουμε από αυτή την ιστορία. Αν μάλιστα φερθείς έξυπνα, έχεις να κερδίσεις κάτι πολύ παραπάνω από το μερίδιό σου. Την οικονομική εξασφάλιση κι ευημερία εφ' όρου ζωής!
“Τι έχεις στο μυαλό σου Μέτσε;” Τη ρώτησε κοιτώντας την καχύποπτα. “ΒΙ-ΚΤΟ-ΡΙ-Α!! Είμαι η Βικτόρια και είσαι ο Εντουάρντο. Ακόμα κι όταν είμαστε μόνοι μας θα χρησιμοποιούμε τα καινούργια μας ονόματα. Δεν ξέρεις ότι και οι τοίχοι έχουν αυτιά;” “Καλά!” Έκανε εκείνος ανυπόμονα. “Τι έχεις στο μυαλό σου αδερφουλα;” “Οτί θα μπορούσες να κάνεις πολύ ενδιαφέρουσες γνωριμίες από τον κύκλο του Γουστάβο όσο εγώ θα ασχολούμαι μαζί του. Και που ξέρεις... μπορεί και έναν πολύ καλό γάμο.” Την κοίταξε εμβρόντητος. Τι; Τώρα τον παντρολογούσε κι από πάνω;
-Τι νομίζεις πως νοσταλγώ την φυλακή, πως δεν βλέπω την ώρα να ξανασαπίσω εκεί μέσα; απάντησε νευρικά. Για σένα βέβαια θα είναι εύκολο να ξαπλώνεις με αυτόν τον χωριάτη και να παίρνεις ως αντάλλαγμα κοσμήματα και ακίνητα. Εγώ πώς θα παντρευτώ ως Εντουάρντο;
-Αν δε χαλαρώσεις λίγο φυσικά και δε θα παντρευτείς, δε θα φτάσεις πουθενά. Αν δε ζήσεις και ο ίδιος σε ένα βαθμό το παραμύθι δεν πρόκειται να πείσεις. Κι έπειτα τι νόμιζες, πως τα οργανώνω όλα μόνη μου όλα αυτά τα χρόνια; Υπάρχουν οι φύλακες άγγελοί μου που με βοηθούν. Ψεύτικοι δεν είναι μόνο οι έρωτές μου, έχω ψεύτικο περίγυρο, ψεύτικους αριστοκράτες συγγενείς... Άνοιξε το πάνω συρτάρι του κομψού κομοδίνου. Ορίστε, είπε δίνοντας του δυο φρεσκοτυπωμένα διαβατήρια. Ούτε ο πιο έμπειρος ερευνητής της αστυνομίας δε θα καταλάβαινε ότι είναι πλαστά. Είμαστε πια ο Εντουάρντο και η Βικτόρια.
****
«Εντουάρντο και Βικτόρια Μοντέρο;» Όχι, δεν τους έχω ξανακούσει. Και πότε ήρθαν Ελβίρα;» ρώτησε η Λιλιάνα καθώς βοηθούσε την οικονόμο του σπιτιού του Γουστάβο να διπλώσει κάτι σεντόνια. «Σήμερα το πρωί. Νοίκιασαν το αρχοντικό της δόνια Κλορίντα για το καλοκαίρι» «Και πως είναι αυτοί;» «Από τα λίγα που μου είπε ο Χοσέ η κοπέλα φαίνεται λίγο ξιπασμένη αλλά ο αδερφός της είναι πολύ ευγενικός» «Και όμορφος;» «Και τι σ’ ενδιαφέρει αυτό μικρή μου;» «Δεν μ’ ενδιαφέρει, κουβέντα να γίνεται» απάντησε η Λιλιάνα δήθεν αδιάφορα αλλά η Ελβίρα είδε τη λάμψη στα μάτια της. «Πόσο γρήγορα μεγαλώνουν τα παιδιά» σκέφτηκε καθώς παρατηρούσε πιο προσεκτικά τη Λιλιάνα.
Πριν προλάβουν να πουν κάτι άλλο, ο Γουστάβο άνοιξε την πόρτα.
-Τι κάνετε εδώ;
-Μιλούσαμε για την Βικτόρια και τον Εντουάρντο Μοντέρο που έχουν νοικιάσει το αρχοντικό της δόνια Κλορίντα, εσύ γνωρίζεις κάτι γι αυτούς θειούλη;
-Όχι, θα είναι καινούργιοι στην περιοχή. Βλέπω αρχίσατε ήδη τον κοινωνικό σχολιασμό, συνέχισε πειραχτικά ο Γουστάβο.
-Γιατί όχι, τα νέα είναι για να μαθαίνονται και φυσικά να σχολιάζονται, απάντησε χωρίς να πτοείται η Λιλιάνα. Δεν ξέρουμε ακόμα τίποτα σημαντικό αλλά αύριο στην γιορτή των Λεκορνέ θα τα μάθουμε όλα. Εσύ θα φορέσεις το πιο καλό σου κουστούμι και θα κόψεις λίγο τα μαλλιά, πρόσθεσε περνώντας τα χέρια της ανάμεσά τους. Θα είσαι πιο ωραίος έτσι.
-Μα Λιλιάνα... έχω...
-Δεν έχεις τίποτα. Και μη διανοηθείς σήμερα και αύριο να περάσεις όλο τον χρόνο σου με άλογα και γελάδια, σε θέλω όμορφο και φρέσκο για εκείνο το βράδυ. Είναι καιρός να αρχίσεις να βγαίνεις, να γνωρίζεις κόσμο... πέρα από τις γηραιές κυρίες των φιλανθρωπικών γκαλά εννοώ.
- Σου χαλάω εγώ χατήρι; της απάντησε γνωρίζοντας τον επίμονο χαρακτήρα της ανίψιας του. Θα πήγαινε σ’ αυτήν τη γιορτή, θα έμενε για λίγο, ίσα για να ευχαριστήσει τη Λιλιάνα και για να ευχηθεί στους Λεκορνέ και μετά θα έβρισκε μια δικαιολογία και θα έφευγε. Έτσι είχε τριπλό όφελος: α) θα γλίτωνε από τη γκρίνια της Λιλιάνα, β) δεν θα τον έπιαναν στο στόμα τους οι Λεκορνέ που φρόντιζαν να διαδίδουν ότι μετά το χωρισμό του με την Καρολίνα είχε καταντήσει ερημίτης και μαράζωνε (άσχετα αν ήταν λίγο αλήθεια) και γ) θα γνώριζε κι αυτή την περίφημη δεσποινίδα Μοντέρο για την οποία μιλούσε ακατάπαυστα όλο το προσωπικό μόλις λίγη ώρα από την άφιξή της στην περιοχή. Γνωρίζοντας τον ενθουσιώδη χαρακτήρα της ανιψιάς του, είχε το χρέος να δει από κοντά αυτή τη γυναίκα και τον αδερφό της για να αποφασίσει αν θα επέτρεπε στη Λιλιάνα να κάνει παρέα μαζί τους γιατί αναμφίβολα η μικρή έτσι και τους συμπαθούσε θα τους γινόταν τσιμπούρι.
****
Δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που οι Λεκορνέ εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Αν ήταν τυχοδιώκτες ή αξιοσέβαστοι μεσήλικες κανείς δεν μπορούσε να πει με σιγουριά, πάντως η διαμονή τους στην ακριβότερη έπαυλη-πύργο, η ευθυμία τους και το γεγονός ότι μοιάζανε να είχαν γεννηθεί για να κρατάνε ένα ποτήρι σαμπάνια στις κοσμικές εκδηλώσεις, έφταναν για να κερδίσουν την αγάπη και την εκτίμηση του κόσμου. Έλεγαν ότι προέρχονταν από κάποια βασιλική οικογένεια κάποιου κρατίδιου της Ευρώπης, από εκείνες των οποίων οι φωτογραφίες τυπώνονταν στα σαλόνια των περιοδικών, φήμη που οι ίδιοι ούτε είχαν επιβεβαιώσει, ούτε διαψεύσει.
Η Μέτσε που είχε γύρει τρυφερά στον ώμο του Ντάριο, δε φαινόταν να συμμερίζεται τη γνώμη των επαρχιωτών.
«Αν αυτοί είναι πραγματικοί αριστοκράτες εγώ είμαι η βασίλισσα της Αγγλίας», ψιθύρισε στο Ντάριο καθώς κατευθυνόντουσαν σε μια γωνιά του σαλονιού των Λεκορνέ ύστερα από αμέτρητες συστάσεις και ανιαρές συζητήσεις με τους κατοίκους της περιοχής. «Δεν θα διαφωνήσω. Αν κάποιος από τους δυο μας μπορεί να καταλάβει την ευγενική καταγωγή αυτός είμαι εγώ, μην το ξεχνάς» της απάντησε κοιτώντας την με νόημα. Είχε αρχίσει να τον εκνευρίζει η υπεροπτική συμπεριφορά της. Η Μέτσε έπαιζε πολύ πειστικά τον ρόλο της απόμακρης και συνάμα γοητευτικής δεσποινίδας της καλής κοινωνίας. Μπορεί να συμφώνησαν να αφήσουν πίσω τις πίκρες του παρελθόντος αλλά του ήταν αδύνατο να μην προσπαθεί που και που να την πειράζει και να της υπενθυμίζει ποια είναι. Η Μέτσε του έριξε μια θυμωμένη ματιά και ήπιε μια γουλιά απ’ το ποτό της. Ο Ντάριο έκανε να στραφεί προς το ανοιχτό παράθυρο λίγα μέτρα πιο πέρα αλλά σταμάτησε απότομα. «Μόλις μπήκε ο στόχος» της ψιθύρισε. Εκείνη κοίταξε προς τον Γουστάβο και αμέσως μετά σ' έναν από τους καθρέπτες που κοσμούσαν το υπερπολυτελές σαλόνι. Δεν θα τον κάρφωνε με το βλέμμα, θα την πρόσεχε αυτός. Καμάρωσε με μια φευγαλέα ματιά τον εαυτό της. Το εμπριμέ φόρεμα αναδείκνυε το μαύρισμα μιας πραγματικής καλλονής. Το λιπ γκλος τα υπέροχα χείλη της, ενώ ένα μικρό κλάμερ με ασημένια φτερά συγκρατούσε λίγο από τον χείμαρρο των μαλλιών της.
Η κυρία Λεκορνέ υποδέχτηκε θείο και ανιψιά με τέτοιον ενθουσιασμό, θαρρείς κι ήταν τα τιμώμενα πρόσωπα της ημέρας. Η Λιλιάνα την χαιρέτησε με φιλοφρονήσεις για την εμφάνισή της ενώ ο Γουστάβο προσπάθησε να χαμογελάσει εγκάρδια.
-Καιρός ήταν να βγεις να ξεσκάσεις, χρυσό μου, ακόμη λίγο και θα το 'βαζες το ράσο, σχολίασε η οικοδέσποινα και ο Γουστάβο θυμήθηκε γιατί του κόστιζε προσπάθεια να χαμογελάει μπροστά της. Έκανες ένα μαγουλάκι όμως! Αναπαύεται περισσότερο ο εργένης άνθρωπος για να ξεχνάει τη μοναξιά του. Συνομήλικος της ανιψούλας σου δείχνεις, να φανταστείς! Αχ πόσο σε ζηλεύω...
Η Λιλιάνα στράβωσε με την ανόητη φλυαρία της. Ήθελε να σκαλίζει τα προσωπικά των άλλων; Ας κοιτούσε την καμπούρα της καλύτερα.
-Είναι πράγματι αξιοζήλευτο, ειδικά αν σκεφτούμε πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν καταφέρνουν ούτε μια ρυτίδα να σβήσουν, ακόμη κι αν περνούν όλη τη μέρα αναπαυτικά. Ευτυχώς, δεν έτυχε σ'εμάς κάτι τέτοιο...
Τώρα ήταν σειρά της κυρίας Λεκορνέ να στραβώσει. Φρόντισε ν' αλλάξει αμέσως τη συζήτηση.
-Δεν σας σύστησα στους καινούργιους μου καλεσμένους, είπε, τυλίγοντας το χέρι με τα χρυσαφικά στο μπράτσο του Γουστάβο και τραβώντας τον στο σημείο όπου στέκονταν ο Ντάριο κι η Μέτσε. Η Λιλιάνα ακολούθησε γεμάτη περιέργεια. Εντουάρντο και Βικτώρια Μοντέρο, άρτι αφιχθέντες στην περιοχή μας για διακοπές. Από δω ο Γουστάβο Εσκαλόνα, σημαντικός παράγων του τόπου σχεδόν όσο και ο άντρας μου.
-Κι από δω η ανιψιά μου, πρόσθεσε ο Γουστάβο σφίγγοντας το χέρι του Ντάριο που τον κοίταζε βαθιά στα μάτια, άγνωστο γιατί.
-Λιλιάνα, έκανε η μικρή ανταλλάσσοντας χειραψία με τους νιόφερτους. Η γυναίκα, υπέρ το δέον εκθαμβωτική, θα πρέπει να ήταν από εκείνες τις κοσμικές τύπισσες με μακριά γλώσσα και περιορισμένο εγκέφαλο, συμπέρανε. Ο άνδρας όμως είχε μια γοητεία που δεν είχε ξανασυναντήσει, μια αύρα μυστηριώδη, απόκοσμη... Θα μείνετε καιρό εδώ με τη γυναίκα σας; τον ρώτησε.
-Δεν είναι γυναίκα μου, απάντησε ο Ντάριο μ' ένα χαμόγελο που φανέρωνε σφιχτά δόντια, αδέλφια είμαστε. Ναι, σχεδιάζουμε να μείνουμε όσο χρειαστεί. Να ξεκουραστούμε.
Η Λιλιάνα έλαμψε ξαφνικά. Δεν το πρόσεξε όμως ο Γουστάβο, στεκόμενος σαν στύλος, με το αρωματισμένο χέρι της Μέτσε στη χούφτα του που δεν έλεγε ν' αφήσει, είχε καρφώσει τα μάτια του, όχι στην ίδια και τα θέλγητρά της, μα στον καρπό και συγκεκριμένα στο ασημένιο βραχιόλι της. Το κοίταζε μ' επιμονή, φέρνοντας σε κάποια φάση σε δύσκολη θέση την ιδιοκτήτριά του.
"Δεν μπορεί να κάνω λάθος..." μουρμούρισε από μέσα του "Εγώ ο ίδιος το είχα χαρίσει στην Ινές! Παρήγγειλα να το σκαλίσουν ειδικά για εκείνη, την έθαψα με αυτό. Μα πώς βρέθηκε στο χέρι αυτής της άγνωστης γυναίκας;"
Ο Ντάριο ακολούθησε το σαστισμένο βλέμμα του Γουστάβο καρφωμένο στο βραχιόλι της Μέτσε και σε κλάσματα δευτερολέπτου κατάλαβε. Πως δεν το είχε προσέξει νωρίτερα; Ήταν το ίδιο βραχιόλι που του είχε χαρίσει ο Τομάς, το πρώτο μαχαίρι της φυλακής, ο συγκρατούμενός του που μοιράζονταν το ίδιο κελί, όταν ο Ντάριο του είχε σώσει τη ζωή σε μια εξέγερση των φυλακισμένων. Του είχε πει «πάρτο, αξίζει πολλά» και αμέσως μετά τον είχε ρωτήσει «υπάρχει κάποια εκεί έξω που να σε περιμένει;» και ο Ντάριο του είχε πει «για δέκα χρόνια; Αυτή που έχω στο μυαλό μου δεν περιμένει ούτε δέκα δευτερόλεπτα. Εξαιτίας της είμαι εδώ». Ωστόσο της το είχε στείλει κοντά στα γενέθλιά της πριν λίγα χρόνια σε μια ανόητη στιγμή συναισθηματισμού. Το δικαιολόγησε στον εαυτό του αργότερα ότι το έκανε για να της δείξει ότι βρήκε τη νέα της διεύθυνση και ότι άδικα προσπαθούσε να ξεφύγει από εκείνον. Ήταν το ίδιο βραχιόλι που ο Τομάς του είχε πει ότι ανήκε σε μια πολύ πλούσια νέα γυναίκα που πέθανε και του είχε δείξει το πρόσωπο του χήρου σε μια φωτογραφία από την κηδεία που ήταν δημοσιευμένη σε μια εφημερίδα και ο Ντάριο ίσα που του είχε ρίξει μια ματιά. Παρόλο που η Μέτσε του είχε δείξει το πρόσωπο του Γουστάβο στις κοσμικές στήλες των περιοδικών (καλά πόσο συχνά έβγαινε αυτός ο τύπος στα έντυπα επιτέλους!) αν και κάτι του θύμιζε αμυδρά, ο Ντάριο μόλις τώρα έκανε την ταυτοποίηση. Ο χήρος και ο «στόχος» ήταν το ίδιο πρόσωπο! Η Μέτσε, ανίδεη, κοιτούσε φιλάρεσκα τον Γουστάβο νομίζοντας ότι απλά αυτός φερόταν περίεργα μόνο εξαιτίας της εκθαμβωτικής ομορφιάς της. Ο Ντάριο έπρεπε κάτι να πει πριν ο Γουστάβο αρχίσει τις ερωτήσεις. Πρόσεξε πως ήδη είχε πάρει στο χέρι του τον καρπό της Μέτσε.
-Ήταν δώρο της μητέρα μας, δυστυχώς πρόσφατα ανακαλύψαμε πως ο τεχνίτης δεν ήταν ιδιαίτερα πρωτότυπος στα σχέδιά του.
-Ναι, η καημένη νόμιζε πως ήταν μοναδικό, συμπλήρωσε με ένα ελαφρώς θλιμμένο χαμόγελο η Μέτσε που δε δυσκολευόταν να μπει στο νόημα ακόμα κι όταν δε μάντευε τι συνέβαινε ακριβώς.
-Δεν θα το φανταζόμουν ότι θα σας έκανε τόση εντύπωση, συνέχισε ο Ντάριο.
-Με συγχωρείτε, είπε ο Γουστάβο αφήνοντας το χέρι της γυναίκας.
Η κυρία Λεκορνέ ανέλαβε να σπάσει τη στιγμή της αμηχανίας. Δικαιολογήθηκε γιατί έπρεπε να φροντίσει και τους άλλους καλεσμένους της και απομακρύνθηκε. Ο Γουστάβο έμεινε σιωπηλός και η Μέτσε του χάρισε ένα φιλικό χαμόγελο.
-Και πώς σας φαίνεται η εξοχή; ζωήρεψε την ατμόσφαιρα η Λιλιάνα.
-Δεν είχαμε το χρόνο να δούμε πολλά μέχρι στιγμής, τα λίγα που είδαμε μας άρεσαν, απάντησε ο Ντάριο. Έχει άλλον αέρα εδώ, η ατμόσφαιρα ξεκουράζει, αναζωογονεί...
-Και μαγεύει, πρόσθεσε η Μέτσε κοιτώντας τον Γουστάβο με νόημα. Γι'αυτό δε βλέπω την ώρα να εξερευνήσω αυτά τα μέρη.
-Θα μπορούσα να σας ξεναγήσω, πρότεινε ο Γουστάβο, έχοντας χαλαρώσει πια ολότελα. Αρκούσε ο θαυμασμός για την εξοχή για να συμπαθήσει κάποιον. Λοιπόν, δεσποινίς Μοντέρο, σας προσκαλώ αύριο το μεσημέρι στο ράντσο μου. Θα γευματίσουμε, θα πάρουμε τα άλογα και θα κάνουμε μια βόλτα στα λιβάδια. Συμφωνείτε, κύριε Μοντέρο;
-Αυτό είναι θαυμάσιο! Ας μη μιλάμε στον πληθυντικό, όμως. Βικτώρια, με λένε.
-Ευχαριστούμε πολύ, κύριε Εσκαλόνα, έκανε ο Ντάριο.
-Γουστάβο. Μόλις αποφασίσαμε να αφήσουμε τις επισημότητες.
Η Λιλιάνα ενθουσιάστηκε περισσότερο από όλους. Άρχισε να φλυαρεί για τις ομορφιές του κάμπου, τη ράτσα αλόγων που εξέτρεφε ο θείος της, έβλεπε τον Ντάριο να ανταποκρίνεται με κέφι και ρώτησε αν γνώριζαν ιππασία. Μέτσε και Ντάριο απάντησαν καταφατικά. Ο Ντάριο περνούσε κάποτε τα σαββατοκύριακά του σε λέσχη ιππασίας, σε μια άλλη ζωή, πριν τον ξεγράψουν οι δικοί του. Η Μέτσε όμως προσπάθησε να κρύψει την ταραχή της. Μικρή ανέβαινε στο γαϊδουράκι του παππού της. Ήταν αυτό αρκετό; Ποτέ δε χώνεψε την επαρχία και ποτέ δεν έκανε ιππασία με κάποιον από τους εραστές της.
Back to top Go down
View user profile
mel
Admin
avatar

Female Posts : 1405
Join date : 2015-08-11

PostSubject: Re: Συνέχισε την ιστορία...    Wed Feb 03, 2016 10:24 am

Εκείνο το απόγευμα η ζέστη ήταν αποπνιχτική και η Μέτσε ήθελε μόνο να μένει στην αιώρα με το κουτσομπολίστικο περιοδικό που διάβαζε με αρκετό ενδιαφέρον ενώ το μακρύ της πόδι χάιδευε τα κεραμιδί πλακάκια της βεράντας. Επιτέλους, είχε ανάγκη από λίγη ξεκούραση για να ξεπεράσει την αποτυχία της τελευταίας επιχείρησης. Ο Αλβάρο Μπεναβίδες ήταν δυνατός στόχος. Ώριμος, γοητευτικός, χήρος χωρίς υποχρεώσεις και προ παντός εφοπλιστής. Η Μέτσε μπορούσε να τον τυλίξει με τα θέλγητρα που απέκτησε σπουδάζοντας κοντά στη μαντάμ Καταλίνα, και τα οποία είχαν ρίξει νωρίτερα πολλούς με πλούσια τα ελέη. Όπως της δίδαξε η καπάτσα μαντάμ, αντί να ιδρώνει στις πιο άθλιες συνθήκες, κι αφού η φύση της χάρισε σπάνια ομορφιά - ως αποζημίωση για την οικτρή φτώχεια - μπορούσε να ζει κατά διαστήματα σε βίλες και εξοχικά πείθοντας τους ιδιοκτήτες τους για την διψασμένη της καρδιά. Το παραμύθι ήταν πάντοτε το ίδιο με μικρές αλλαγές. Χρειάστηκε να πει πολλές φορές το ποίημα από τα δεκαοχτώ ως τα τριάντα, καθώς η μαντάμ Καταλίνα της άφησε ευχή και κατάρα να μη δεσμευτεί με κανένα. Σ' αυτό το διάστημα, έφτιαξε μια μικρή περιουσία από κοσμήματα. Και πάνω που έλεγε να συμπληρώσει τη συλλογή της με μια σειρά από γαλάζια διαμάντια...η σύζυγος του Αλβάρο σηκώθηκε από τον τάφο. Τι κάθαρμα! Πώς αφήνουν ελεύθερους τέτοιους απατεώνες, σκεφτόταν η Μέτσε, εξετάζοντας τις φωτογραφίες στην κοσμική στήλη, για να βρει το επόμενο θήραμα.
Θα προσπερνούσε τις φωτογραφίες του φιλανθρωπικού γκαλά, στο οποίο παρευρίσκονταν κατά 99% κάτι γηραιές κυρίες όταν έπεσε το βλέμμα της στον Γουστάβο Εσκαλόνα που ίσα που φαινόταν σε μια γωνίτσα μίας από αυτές. Αυτό ήταν! Πάμπλουτος, ωραίος, χήρος, πρόσφατα απατημένος (και αυτό το γνώριζαν όλοι) ... Θα περνούσαν μαζί τον καιρό τους παρηγορώντας ο ένας τον άλλον για την έλλειψη ειλικρίνειας και την εξαπάτηση των πρώην τους.
Κύκλωσε το πρόσωπο του Γουστάβο, σαν υπενθύμιση του στόχου της, κι άφησε το περιοδικό στο τραπεζάκι. Σηκώθηκε από την αιώρα κι έτρεξε στο λουτρό. Δεν ήταν ώρα για χασομέρι, ο καλός στρατιώτης φροντίζει το όπλο του και ρίχνεται στη μάχη με την πρώτη ευκαιρία. Βυθισμένη στους αφρούς, με το ακουστικό ανά χείρας, μάζεψε όσες πληροφορίες μπορούσε. Οι γνωριμίες είναι ανεκτίμητες σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις. Όλες οι εμπόλεμες δυνάμεις διαθέτουν δίκτυο κατασκόπων. Ο Γουστάβο Εσκαλόνα, λοιπόν, είχε μια φάρμα στην εξοχή για να χαλαρώνει και να γεμίζει τις μπαταρίες του. Κάποιοι συλλέγουν γραμματόσημα, άλλοι άλογα και κατσίκια. Οι δεύτεροι δεν έχουν γούστο, σκέφτηκε η Μέτσε, μα το πορτοφόλι τους είναι αυτό που μετράει.
Είχε μόλις βγει απ' την μπανιέρα -δεν είχε προλάβει να ρίξει μια πετσέτα πάνω της, όταν άκουσε να χτυπά το κουδούνι. Παρά την επιμονή του απρόσκλητου επισκέπτη ντύθηκε και χτενίστηκε αργά και με την ίδια νωχελικότητα κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
Ανοίγοντας, τα μάτια της αντίκρισαν ένα πρόσωπο που δεν περίμενε να δει και γούρλωσαν τόσο ώστε θύμιζε γιαπωνέζικο καρτούν. Laughing
"Ντ..Ντάριο;" ψιθύρισε.
"Νόμιζες πως δεν θα σ'έβρισκα;" χαμογέλασε σαρδόνια ο επισκέπτης.
Η Μέτσε έσπρωξε την πόρτα αλλά ο Ντάριο πρόλαβε να βάλει το πόδι του. Ήταν αρκετά δυνατός και ήξερε πως τώρα ήταν αδύνατο να τον εμποδίσει να εισβάλει. Τράβηξε πίσω τις τούφες που έπεφταν στο πρόσωπο και κορδώθηκε προσπαθώντας να δείξει αυτοπεποίθηση και ψυχραιμία.
"Πώς από δω;" τον ρώτησε με προσποιητή αφέλεια.
Ο Ντάριο δεν απάντησε. Έριξε μερικές ματιές στο χώρο, εντόπισε ένα ασημένιο αλογάκι στο τραπεζάκι του χωλ και βάλθηκε να το περιεργάζεται. Εκείνη τη στιγμή η Μέτσε τρόμαξε πραγματικά. Το άρπαξε από τα χέρια του, το έριξε στη βαθιά πολυθρόνα και κάθισε πάνω του με την ελπίδα να το σώσει.
"Θα σου έλεγα να μείνεις για ένα ποτό αλλά δεν έχω χρόνο, Ντάριο. Ετοιμαζόμουν να βγω" χαριτολόγησε.
Ο Ντάριο στράφηκε προς το μέρος της. Τα μάτια του ήταν δυο σχισμές.
"Προτού πληρώσεις, δεν έχεις να πας πουθενά" δήλωσε.
"Χαλάρωσε λίγο Ντάριο, μου φαίνεσαι κουρασμένος" είπε η Μέτσε και άπλωσε το χέρι της για να του χαϊδέψει το μάγουλο αλλά εκείνος της έπιασε δυνατά τον καρπό.
"Δεν ήρθα για να χαλαρώσω αλλά για να μου δώσεις αυτά που είχαμε συμφωνήσει"
"Κάθαρμα" σκέφτηκε η Μέτσε. Και να σκεφτείς ότι κάποτε... "Όχι!" σκέφτηκε. Δεν ήταν η ώρα για να τα σκέφτεται αυτά. Δεν είχε νόημα να συλλογίζεται τη μοναδική φορά που αγνόησε τις συμβουλές της Μαντάμ Καταλίνα και πίστεψε σε κάτι αγνό. Ως πότε θα πλήρωνε αυτό το λάθος της εφηβείας της που στεκόταν τώρα μπροστά της; Αυτό που προείχε ήταν να τον διώξει από το διαμέρισμά της και μετά να κάτσει να σκεφτεί ένα καινούργιο σχέδιο για να απαλλαγεί από αυτόν και τους εκβιασμούς του.
"Δεν γίνεται να μιλήσουμε όταν κάνεις σαν τρελός. Ας ηρεμήσουμε πρώτα" του είπε και προχώρησε στην κάβα.
Νιώθοντας τα μάτια του καρφωμένα πάνω της, γέμισε δυο ποτήρια με γλυκό αγουαρδιέντε και με κινήσεις που θα ζήλευε ταχυδακτυλουργός, φρόντισε να ρίξει στο ένα από αυτά την ακριβή σκόνη που φύλαγε στο δαχτυλίδι της. Όταν έχεις μαθητεύσει δίπλα στη μαντάμ Καταλίνα, μπορείς να κοροϊδέψεις τον αντίπαλο μπροστά του, μονολόγησε από μέσα της.
Όχι τον Ντάριο όμως.
"Έχεις εμπιστοσύνη στις ικανότητές σου, έτσι; Σαν την παλάμη του χεριού μου σε ξέρω,καταραμένη" της είπε μόλις του έτεινε το ποτήρι. Το άρπαξε απ'το χέρι της και το κοπάνησε στο πάτωμα. Κρύος ιδρώτας έλουσε τη Μέτσε. "Για να δούμε! Κλάψε για το χαμένο σου κρύσταλλο να φανεί ποιά είσαι!" Βλέποντάς τη ακίνητη σαν άγαλμα, την άρπαξε από τα μπράτσα και την έφερε αντιμέτωπη με το φλογισμένο του πρόσωπο. "Δεύτερη φορά δεν την πατάει ο Ντάριο Αρισμέντι"
Η Μέτσε δεν άντεξε άλλο. Ελευθερώθηκε καταφέρνοντας μια κλωτσιά στο καλάμι κι έπεσε στο πάτωμα να μαζέψει τα θραύσματα. Κυρίως για να μη φανούν τα δάκρυα. "Πότε βγήκες;" ρώτησε, συγκρατώντας ένα λυγμό.
"Το χειμώνα. Ήθελες να με κρατήσουν παραπάνω; Δεν έφτασαν δέκα χρόνια;"
"Έφτασαν"
"Εγώ πλήρωσα,λοιπόν. Σειρά σου τώρα"
Γνωρίζοντας ήδη την απάντηση αλλά μη μπορώντας να βρει κάτι άλλο να πει και προσπαθώντας να κερδίσει κι άλλο χρόνο η Μέτσε τον ρώτησε "Δεν σκέφτηκες να γυρίσεις πίσω στην οικογένειά σου; Οι γονείς σου..." Ο Ντάριο ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Ήταν όμως ένα γέλιο πικρό, γεμάτο θυμό και ίσως λίγη απόγνωση. "Ωραίο ανέκδοτο" είπε. "Μην παριστάνεις την αφελή γιατί και οι δύο ξέρουμε καλά ότι δεν είσαι. Για τους γονείς μου πέθανα την ημέρα που με βρήκε η αστυνομία αναίσθητο δίπλα από το πτώμα του Ντονάτο Τσάβες. Ο μοναχογιός της αξιότιμης οικογένειας Αρισμέντι, γιος του μεγαλοδικηγόρου Μάριο Αρισμέντι και της Μαρσέλα Αρισμέντι της οικογένειας των Μοντενέγκρο καταδικάζεται για το φόνο διευθυντή τραπέζης εξαιτίας μιας..." Ο Ντάριο σταμάτησε απότομα και η Μέτσε τον κοίταξε θυμωμένη προκαλώντας τον να αποτελειώσει τη φράση του.
"Εξαιτίας μιας...; Ξέρεις καλά ότι κάποτε είχα πάρει την απόφαση ν'αλλάξω ζωή. Εσύ όμως κατάφερες να μου αλλάξεις γνώμη" τον κεραυνοβόλησε η Μέτσε, δεν είχε πια διάθεση να τον καλοπιάσει "Πιστεύεις πως δεν είχα τίποτα αγνό μέσα μου; Μια μικρή ελπίδα την είχα. Και φρόντισες να την κάψεις. Τότε κατάλαβα πόσο δίκιο είχε η Μαντάμ Καταλίνα όταν έλεγε να μην εμπιστεύομαι κανέναν. Κι αυτή καμμένη ήταν"
Ο Ντάριο την τράβηξε να σηκωθεί. Ήθελε να δει την αλήθεια στα μάτια της. "Αν σε κατέστρεψα εγώ, όπως με κατηγορείς, γιατί μου τηλεφώνησες εκείνη τη μέρα; Γιατί ζήτησες να σε σώσω από το τομάρι τον διευθυντή της τράπεζας; Εκτός αν..." έκανε μια παύση, προσπαθώντας να διαβάσει τη σκέψη της. Τον κοιτούσε με μια υπόνοια θλίψης. Μήπως δεν αλήθευαν όσα σκέφτηκε γι'αυτήν τις ατελείωτες ώρες μοναξιάς στη φυλακή; Ίσως πάλι να υποκρινόταν τη θλιμμένη για να ξεφύγει. "Εκτός αν ήταν όλα μια καλοστημένη παγίδα!"
Για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή η Μέτσε θέλησε να του πει την αλήθεια. Η υπερηφάνεια της όμως υπερίσχυσε. Άστον να σκέφτεται ό,τι θέλει! Δεν του αξίζει η αλήθεια. Το τελευταίο που ήθελε ήταν να καταλάβει πόσο είχε υποφέρει εξαιτίας του. "Ας μιλήσουμε γι' αυτό που πραγματικά ήρθες" του είπε βάζοντας τέλος στις αμφιβολίες του. Μάζεψε το περιοδικό από το τραπεζάκι και του έτεινε τη σελίδα με το πρόσωπο του Gustavo Escalona. "Τι είναι αυτό;" τη ρώτησε ξαφνιασμένος.
"Αυτό που θέλουμε και οι δύο είναι χρήματα και αυτός ο άνδρας έχει πάρα πολλά. Αν συνεργαστούμε θα έχεις τα διπλά από αυτά που συμφωνήσαμε" του είπε χαμογελώντας.
O Ντάριο κάθισε παράμερα και άρχισε να επεξεργάζεται την εικόνα. Η Μέτσε ανάσανε με ανακούφιση κι έδιωξε το σύννεφο της θλίψης από τα βλέφαρα. Δεν ωφελεί σε τίποτα να σκαλίζεις τα περασμένα. Σημασία έχει τι θα γίνει από δω και μπρος. Ο Ντάριο χρειαζόταν επειγόντως χρήματα. Δεν είχε πού την κεφαλή κλίναι και σιγά μην έβρισκε δουλειά με το απολυτήριο της φυλακής. Η Μέτσε ήταν σίγουρη πως θα δεχόταν την προσφορά της.
"Μπορούμε να τον πλευρίσουμε μαζί. Θα εμφανιστείς ως αδερφός μου" του έκλεισε το μάτι.
Ο Ντάριο σήκωσε το κεφάλι από το περιοδικό. "Να σε εμπιστευτώ άραγε; Όσο ήμουν μέσα δεν ήρθες ούτε μία φορά να με δεις, πόσο μάλλον να μου στείλεις λεφτά, όπως μου είχες υποσχεθεί!"
Η Μέτσε τον πλησίασε, γονάτισε μπροστά του και του χάιδεψε τα γόνατα. "Τώρα είναι διαφορετικό. Η δουλειά πέφτει στους ώμους και των δύο. Ξέρεις ότι μπορείς να ξεσκεπάσεις αν δεν τηρήσω τη συμφωνία"
Ο Ντάριο έμεινε για λίγο σκεπτικός. Έπειτα σηκώθηκε ταυτόχρονα με τη Μέτσε και πήρε ένα ύφος έπαρσης. "Ωραία λοιπόν, δέχομαι. Πού ν'αφήσω τα πράγματά μου; Ένα σακίδιο είναι όλο κι όλο"
"Θα...θα μετακομίσεις εδώ;" τραύλισε εκείνη.
"Δεν με θέλεις, αδελφούλα;"
Η Μέτσε σώπασε να σκεφτεί. Η εισβολή στο αρχοντικό της δεν θα ήταν για πολύ. Σύντομα θα πήγαιναν στην εξοχή να βρουν τον Εσκαλόνα. Συμφώνησε ξεφυσώντας κι έστειλε τον Ντάριο να βολευτεί στον ξενώνα.
*****
Ήταν έξι η ώρα το πρωί όταν ο Γουστάβο αποφάσισε να σηκωθεί. Δεν είχε νόημα να παραμένει στο κρεβάτι και να προσπαθεί να κοιμηθεί. Παρά την κούραση που ένιωθε χθες το βράδυ με τις ατελείωτες δουλειές που είχε η φάρμα, κοιμήθηκε μόλις 4 ώρες και πέρασε άλλες 3 συλλογιζόμενος την αγαπημένη του Ινές, τον παιδικό του έρωτα και μετέπειτα σύζυγό του που η ζωή του πήρε τόσο άδικα πριν από 5 χρόνια. Πως μπόρεσε να σκεφτεί ότι θα βρισκόταν η γυναίκα που θα γέμιζε το κενό που του άφησε η απώλειά της; Και μάλιστα στο πρόσωπο της Καρολίνα, αυτής της άμυαλης - όπως αποδείχθηκε - μικρής που τώρα απολάμβανε τα φώτα της δημοσιότητας εξαιτίας της ιστορίας που είχε μαζί της. Σέλωσε το άλογό του και αποφάσισε να κάνει μια βόλτα.
Τα ζωηρά χρώματα της εξοχής και το γλυκό πρωινό άρωμα γαλήνεψαν την ψυχή του. Ξεπέζεψε και πλησίασε τον καταρράκτη. Άκουσε τον ήχο του νερού, πήρε βαθιά ανάσα, περπάτησε στη χλόη κι όταν έφτασε η ώρα για το πρωινό του, ανέβηκε πάλι στο άλογο. Μια ευχάριστη έκπληξη τον περίμενε στην επιστροφή. Η Λιλιάνα στεκόταν στην είσοδο του σπιτιού με τις βαλίτσες της.
"Πού χάθηκες πρωί πρωί, θείε Γουστάβο;" ρώτησε παιχνιδιάρικα και ρίχτηκε στην αγκαλιά του "Όταν έρχεσαι στο εξοχικόγίνεσαι άλλος άνθρωπος. Με τις κότες κοιμάσαι, με τους πετεινούς σηκώνεσαι!"
"Κι εσύ δεν πας πίσω, βλέπω" χαμογέλασε ο Γουστάβο. "Δεν περίμενα να σε βρω εδώ τέτοια ώρα"
"Πήρα το πρώτο λεωφορείο"
Ο Γουστάβο μετέφερε τις βαλίτσες της κοπέλας στο διάδρομο. "Οι γονείς σου ξέρουν άραγε γι' αυτήν την ξαφνική επίσκεψη;"
"Ω, μην ανησυχείς. Η αδελφούλα σου κι ο γαμπρούλης σου δεν θα είχαν καμιά αντίρρηση να έρχομαι στην εξοχή πότε πότε"
Της σέρβιρε το πρωινό που είχε φτιάξει από νωρίς η οικονόμος και μετά άρχισαν μέσω πειραγμάτων να τακτοποιούν τα πράγματα στο δωμάτιο που πάντα προτιμούσε η μικρή στις αιφνιδιαστικές της επισκέψεις.
Ο Γουστάβο χαμογελούσε στην πραγματικότητα όμως τα συναισθήματά του ήταν ανάμεικτα. Χαιρόταν που έβλεπε την αγαπημένη του ανηψούλα αλλά εδώ και καιρό ένιωθε πως η αστείρευτη ενέργειά της τον αποσυντόνιζε. Παλιότερα ούτε τον κούραζε ούτε τον ενοχλούσε καθόλου. Τώρα η ζωή του όλη ήταν η εργασία στην φάρμα και οι δυσάρεστες σκέψεις που είχαν να κάνουν με τις δυο γυναίκες που η κάθεμια για διαφορετικούς λόγους άφησε στην ψυχή του το μελανό της στίγμα. Μήπως είχε παραμεγαλώσει; Μήπως απλώς του κόστιζε να επιστρέψει στην ζωή που ήταν πιο κοντά στην "κανονικότητα" των περισσότερων ανθρώπων, στην ζωή που δεν περιλάμβανε μόνο δουλειές και μαύρες σκέψεις;
*****
Την ίδια στιγμή, περίπου 2 χιλιόμετρα βορειότερα, η Μέτσε και ο Ντάριο έμπαιναν στο σαλόνι ενός παλιού αρχοντικού. Ο Ντάριο στάθηκε και το κοιτούσε σαν υπνωτισμένος. "Τι κάθεσαι έτσι; Βοήθησέ με να ξεφορτώσουμε τις βαλίτσες" του φώναξε η Μέτσε. "Μοιάζει τόσο με το πατρικό μου" σκέφτηκε μελαγχολικά ο Ντάριο καθώς το βλέμμα του έπεφτε στο μεγάλο τζάκι. "Στη μητέρα μου άρεσε να κάθεται..." αλλά ένα χτύπημα στον ώμο διέκοψε βίαια τις σκέψεις του. "Σου μιλάω Ντάριο! Δεν μ' ακούς; Έλα να ξεφορτώσουμε τις βαλίτσες!" "Υποτίθεται ότι κάποιος θα ήταν εδώ γι' αυτή τη δουλειά!" της απάντησε ενοχλημένος. "Αυτή η κυρία που σου νοίκιασε το σπίτι δεν μου είπες ότι σου άφησε και προσωπικό;" "Χοσέ; Εσύ είσαι άχρηστε;" ακούστηκε μια διαπεραστική, γυναικεία φωνή και έκανε την εμφάνισή της μια μεσήλικη γυναίκα με ποδιά και μια κουτάλα στο χέρι. Μόλις είδε τη Μέτσε και τον Ντάριο αμέσως έφυγε η αγριεμένη έκφραση από το πρόσωπό της και προσπάθησε να διορθώσει λίγο τα μαλλιά της. "Καλημέρα σας" είπε αμήχανα. "Καλά άκουσα ότι κάποιος ήρθε. Ασφαλώς θα είστε ο κ. Μοντέρο" είπε απευθυνόμενη στον Ντάριο που της φάνηκε πιο προσιτός. "Μάλιστα κυρία μου. Είμαι ο Εντουάρντο Μοντέρο και από δω η αδερφή μου Βικτόρια" της αποκρίθηκε διασκεδάζοντας λίγο με την αμηχανία της.
"Σας περιμέναμε, κοπιάστε, κοπιάστε..." χαμογέλασε η γυναίκα "Είμαι η Χασίντα και φροντίζω τούτο το σπίτι. Σας ετοιμάζω ένα γεύμα που θα γλείφετε τα δάχτυλά σας! Ώσπου να τακτοποιηθείτε, θα έχω στρωμένο το τραπέζι. Θα πεινάτε σίγουρα μιας κι έρχεστε από μακριά" είπε μονοκοπανιά και παίρνοντας μια ανάσα, "Βλέπω, κουβαλάτε μπόλικο νοικοκυριό. Έπρεπε να 'ναι δω αυτός ο ανεπρόκοπος! Μη σας νοιάζει, όμως, μόλις γυρίσει θα τον βάλω να σας ανεβάσει τις βαλίτσες στα δωμάτια. Να σας φτιάξω έναν καφέ;"
Ο Ντάριο αρνήθηκε ευγενικά και στράφηκε στη Μέτσε "Δεν είναι όμορφο μέρος, αδερφούλα;"
"Το ομορφότερο που θα μπορούσαμε να βρούμε σ'αυτήν τη μεσαιωνική εξορία"
Ο Ντάριο κοίταξε τη Χασίντα που τα έχασε για μια στιγμή κι έριξε μια επικριτική ματιά στη Μέτσε, που δάγκωσε τα χείλη της. Μα δεν είχαν συμφωνήσει να παραστήσουν τους εραστές της εξοχής για να πειστεί το θήραμα να τους δεχτεί; Στο κάτω κάτω, ξέχασε η Μέτσε την καταγωγή της και φερόταν με τόσο σνομπισμό; Από ένα χωριό ξεχασμένο κι από το Θεό την τράβηξε η μαντάμ Καταλίνα.
Σε λίγο κατέφτασε ο Χοσέ. Είχε το πρόσωπο εύθυμου χωρικού, τα τραχά χέρια του αγρότη και το καουμπόικο καπέλο των ανδρών της περιοχής. Συστήθηκε γελαστός κι ανέλαβε να ανεβάσει τις βαλίτσες υπό τα γρυλίσματα της γυναίκας του. Οι φιλοξενούμενοι αποσύρθηκαν στα δωμάτιά τους.
Η Μέτσε λούστηκε, άλλαξε ρούχα κι έπιασε να στεγνώσει τα μαλλιά της. Ο Ντάριο μπήκε στο δωμάτιό της σφυρίζοντας. "Συμπαθητικό το προσωπικό" είπε, παίζοντας με την κουνουπιέρα του κρεβατιού, "Και πολυλογάδες. Δεν θα δυσκολευτούμε να μάθουμε ολόκληρο το βιογραφικό του γελαδάρη σου. Ούτε θ' αργήσουν να διαδώσουν στο χωριό την άφιξή μας"
Εκείνη κάθισε στην μικρή μπορντό πολυθρόνα όπως θα καθόταν μια αυτοκράτειρα στον θρόνο της.
-Εκ πρώτης όψεως ο Γουστάβο φαίνεται εύκολος στόχος. Από την μικρή μου έρευνα προκύπτει ότι αν και πάμπλουτος δεν έχει σχέση με κομπίνες και βρώμικο χρήμα, απάντησε η Μέτσε με ύφος υψηλόβαθμου στελέχους πολυεθνικής έτοιμο να εξηγήσει στους υφισταμένους την στρατηγική της εταιρείας. Μοιάζει πολύ αθώος, σχεδόν αγνός... Όμως, κανόνας πρώτος, δεν υποτιμάμε ποτέ τον αντίπαλο, ούτε τις συνθήκες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πανωλεθρία.
Ο Ντάριο για μια στιγμή έστρεψε το βλέμμα του από εκείνη την γυναίκα που μόλις χθες τον έτρεμε και σήμερα πάλι κινούσε τα νήματα, η δύναμη που ασκούσε πάνω του ήταν τρομακτική.
-Δεν σε πιστεύω, είμαι σίγουρος πως τον έχεις ήδη καταγράψει στον μακρύ κατάλογο των θυμάτων σου, είπε κοιτάζοντάς την και πάλι στα μάτια. Κι εγώ δεν ξέρω αν θα έπρεπε να είμαι με το μέρος σου ή να προσεγγίσω το θύμα ως... συνάδελφος, συνέχισε μ' ένα χαμόγελο.
-Ας πάμε λοιπόν και στον δεύτερο κανόνα. Αφήνουμε πίσω το παρελθόν. Εγώ δεν θα είχα φτάσει ποτέ εκεί που έφτασα αν δεν το ξεπερνούσα.
Σηκώθηκε και τον ακούμπησε τρυφερά στο περίγραμμα του προσώπου.
-Μην αφήνεις την πίκρα να σε επηρεάζει καλέ μου. Και οι δυο έχουμε να κερδίσουμε από αυτή την ιστορία. Αν μάλιστα φερθείς έξυπνα, έχεις να κερδίσεις κάτι πολύ παραπάνω από το μερίδιό σου. Την οικονομική εξασφάλιση κι ευημερία εφ' όρου ζωής!
“Τι έχεις στο μυαλό σου Μέτσε;” Τη ρώτησε κοιτώντας την καχύποπτα. “ΒΙ-ΚΤΟ-ΡΙ-Α!! Είμαι η Βικτόρια και είσαι ο Εντουάρντο. Ακόμα κι όταν είμαστε μόνοι μας θα χρησιμοποιούμε τα καινούργια μας ονόματα. Δεν ξέρεις ότι και οι τοίχοι έχουν αυτιά;” “Καλά!” Έκανε εκείνος ανυπόμονα. “Τι έχεις στο μυαλό σου αδερφουλα;” “Οτί θα μπορούσες να κάνεις πολύ ενδιαφέρουσες γνωριμίες από τον κύκλο του Γουστάβο όσο εγώ θα ασχολούμαι μαζί του. Και που ξέρεις... μπορεί και έναν πολύ καλό γάμο.” Την κοίταξε εμβρόντητος. Τι; Τώρα τον παντρολογούσε κι από πάνω;
-Τι νομίζεις πως νοσταλγώ την φυλακή, πως δεν βλέπω την ώρα να ξανασαπίσω εκεί μέσα; απάντησε νευρικά. Για σένα βέβαια θα είναι εύκολο να ξαπλώνεις με αυτόν τον χωριάτη και να παίρνεις ως αντάλλαγμα κοσμήματα και ακίνητα. Εγώ πώς θα παντρευτώ ως Εντουάρντο;
-Αν δε χαλαρώσεις λίγο φυσικά και δε θα παντρευτείς, δε θα φτάσεις πουθενά. Αν δε ζήσεις και ο ίδιος σε ένα βαθμό το παραμύθι δεν πρόκειται να πείσεις. Κι έπειτα τι νόμιζες, πως τα οργανώνω όλα μόνη μου όλα αυτά τα χρόνια; Υπάρχουν οι φύλακες άγγελοί μου που με βοηθούν. Ψεύτικοι δεν είναι μόνο οι έρωτές μου, έχω ψεύτικο περίγυρο, ψεύτικους αριστοκράτες συγγενείς... Άνοιξε το πάνω συρτάρι του κομψού κομοδίνου. Ορίστε, είπε δίνοντας του δυο φρεσκοτυπωμένα διαβατήρια. Ούτε ο πιο έμπειρος ερευνητής της αστυνομίας δε θα καταλάβαινε ότι είναι πλαστά. Είμαστε πια ο Εντουάρντο και η Βικτόρια.
****
«Εντουάρντο και Βικτόρια Μοντέρο;» Όχι, δεν τους έχω ξανακούσει. Και πότε ήρθαν Ελβίρα;» ρώτησε η Λιλιάνα καθώς βοηθούσε την οικονόμο του σπιτιού του Γουστάβο να διπλώσει κάτι σεντόνια. «Σήμερα το πρωί. Νοίκιασαν το αρχοντικό της δόνια Κλορίντα για το καλοκαίρι» «Και πως είναι αυτοί;» «Από τα λίγα που μου είπε ο Χοσέ η κοπέλα φαίνεται λίγο ξιπασμένη αλλά ο αδερφός της είναι πολύ ευγενικός» «Και όμορφος;» «Και τι σ’ ενδιαφέρει αυτό μικρή μου;» «Δεν μ’ ενδιαφέρει, κουβέντα να γίνεται» απάντησε η Λιλιάνα δήθεν αδιάφορα αλλά η Ελβίρα είδε τη λάμψη στα μάτια της. «Πόσο γρήγορα μεγαλώνουν τα παιδιά» σκέφτηκε καθώς παρατηρούσε πιο προσεκτικά τη Λιλιάνα.
Πριν προλάβουν να πουν κάτι άλλο, ο Γουστάβο άνοιξε την πόρτα.
-Τι κάνετε εδώ;
-Μιλούσαμε για την Βικτόρια και τον Εντουάρντο Μοντέρο που έχουν νοικιάσει το αρχοντικό της δόνια Κλορίντα, εσύ γνωρίζεις κάτι γι αυτούς θειούλη;
-Όχι, θα είναι καινούργιοι στην περιοχή. Βλέπω αρχίσατε ήδη τον κοινωνικό σχολιασμό, συνέχισε πειραχτικά ο Γουστάβο.
-Γιατί όχι, τα νέα είναι για να μαθαίνονται και φυσικά να σχολιάζονται, απάντησε χωρίς να πτοείται η Λιλιάνα. Δεν ξέρουμε ακόμα τίποτα σημαντικό αλλά αύριο στην γιορτή των Λεκορνέ θα τα μάθουμε όλα. Εσύ θα φορέσεις το πιο καλό σου κουστούμι και θα κόψεις λίγο τα μαλλιά, πρόσθεσε περνώντας τα χέρια της ανάμεσά τους. Θα είσαι πιο ωραίος έτσι.
-Μα Λιλιάνα... έχω...
-Δεν έχεις τίποτα. Και μη διανοηθείς σήμερα και αύριο να περάσεις όλο τον χρόνο σου με άλογα και γελάδια, σε θέλω όμορφο και φρέσκο για εκείνο το βράδυ. Είναι καιρός να αρχίσεις να βγαίνεις, να γνωρίζεις κόσμο... πέρα από τις γηραιές κυρίες των φιλανθρωπικών γκαλά εννοώ.
- Σου χαλάω εγώ χατήρι; της απάντησε γνωρίζοντας τον επίμονο χαρακτήρα της ανίψιας του. Θα πήγαινε σ’ αυτήν τη γιορτή, θα έμενε για λίγο, ίσα για να ευχαριστήσει τη Λιλιάνα και για να ευχηθεί στους Λεκορνέ και μετά θα έβρισκε μια δικαιολογία και θα έφευγε. Έτσι είχε τριπλό όφελος: α) θα γλίτωνε από τη γκρίνια της Λιλιάνα, β) δεν θα τον έπιαναν στο στόμα τους οι Λεκορνέ που φρόντιζαν να διαδίδουν ότι μετά το χωρισμό του με την Καρολίνα είχε καταντήσει ερημίτης και μαράζωνε (άσχετα αν ήταν λίγο αλήθεια) και γ) θα γνώριζε κι αυτή την περίφημη δεσποινίδα Μοντέρο για την οποία μιλούσε ακατάπαυστα όλο το προσωπικό μόλις λίγη ώρα από την άφιξή της στην περιοχή. Γνωρίζοντας τον ενθουσιώδη χαρακτήρα της ανιψιάς του, είχε το χρέος να δει από κοντά αυτή τη γυναίκα και τον αδερφό της για να αποφασίσει αν θα επέτρεπε στη Λιλιάνα να κάνει παρέα μαζί τους γιατί αναμφίβολα η μικρή έτσι και τους συμπαθούσε θα τους γινόταν τσιμπούρι.
****
Δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που οι Λεκορνέ εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Αν ήταν τυχοδιώκτες ή αξιοσέβαστοι μεσήλικες κανείς δεν μπορούσε να πει με σιγουριά, πάντως η διαμονή τους στην ακριβότερη έπαυλη-πύργο, η ευθυμία τους και το γεγονός ότι μοιάζανε να είχαν γεννηθεί για να κρατάνε ένα ποτήρι σαμπάνια στις κοσμικές εκδηλώσεις, έφταναν για να κερδίσουν την αγάπη και την εκτίμηση του κόσμου. Έλεγαν ότι προέρχονταν από κάποια βασιλική οικογένεια κάποιου κρατίδιου της Ευρώπης, από εκείνες των οποίων οι φωτογραφίες τυπώνονταν στα σαλόνια των περιοδικών, φήμη που οι ίδιοι ούτε είχαν επιβεβαιώσει, ούτε διαψεύσει.
Η Μέτσε που είχε γύρει τρυφερά στον ώμο του Ντάριο, δε φαινόταν να συμμερίζεται τη γνώμη των επαρχιωτών.
«Αν αυτοί είναι πραγματικοί αριστοκράτες εγώ είμαι η βασίλισσα της Αγγλίας», ψιθύρισε στο Ντάριο καθώς κατευθυνόντουσαν σε μια γωνιά του σαλονιού των Λεκορνέ ύστερα από αμέτρητες συστάσεις και ανιαρές συζητήσεις με τους κατοίκους της περιοχής. «Δεν θα διαφωνήσω. Αν κάποιος από τους δυο μας μπορεί να καταλάβει την ευγενική καταγωγή αυτός είμαι εγώ, μην το ξεχνάς» της απάντησε κοιτώντας την με νόημα. Είχε αρχίσει να τον εκνευρίζει η υπεροπτική συμπεριφορά της. Η Μέτσε έπαιζε πολύ πειστικά τον ρόλο της απόμακρης και συνάμα γοητευτικής δεσποινίδας της καλής κοινωνίας. Μπορεί να συμφώνησαν να αφήσουν πίσω τις πίκρες του παρελθόντος αλλά του ήταν αδύνατο να μην προσπαθεί που και που να την πειράζει και να της υπενθυμίζει ποια είναι. Η Μέτσε του έριξε μια θυμωμένη ματιά και ήπιε μια γουλιά απ’ το ποτό της. Ο Ντάριο έκανε να στραφεί προς το ανοιχτό παράθυρο λίγα μέτρα πιο πέρα αλλά σταμάτησε απότομα. «Μόλις μπήκε ο στόχος» της ψιθύρισε. Εκείνη κοίταξε προς τον Γουστάβο και αμέσως μετά σ' έναν από τους καθρέπτες που κοσμούσαν το υπερπολυτελές σαλόνι. Δεν θα τον κάρφωνε με το βλέμμα, θα την πρόσεχε αυτός. Καμάρωσε με μια φευγαλέα ματιά τον εαυτό της. Το εμπριμέ φόρεμα αναδείκνυε το μαύρισμα μιας πραγματικής καλλονής. Το λιπ γκλος τα υπέροχα χείλη της, ενώ ένα μικρό κλάμερ με ασημένια φτερά συγκρατούσε λίγο από τον χείμαρρο των μαλλιών της.
Η κυρία Λεκορνέ υποδέχτηκε θείο και ανιψιά με τέτοιον ενθουσιασμό, θαρρείς κι ήταν τα τιμώμενα πρόσωπα της ημέρας. Η Λιλιάνα την χαιρέτησε με φιλοφρονήσεις για την εμφάνισή της ενώ ο Γουστάβο προσπάθησε να χαμογελάσει εγκάρδια.
-Καιρός ήταν να βγεις να ξεσκάσεις, χρυσό μου, ακόμη λίγο και θα το 'βαζες το ράσο, σχολίασε η οικοδέσποινα και ο Γουστάβο θυμήθηκε γιατί του κόστιζε προσπάθεια να χαμογελάει μπροστά της. Έκανες ένα μαγουλάκι όμως! Αναπαύεται περισσότερο ο εργένης άνθρωπος για να ξεχνάει τη μοναξιά του. Συνομήλικος της ανιψούλας σου δείχνεις, να φανταστείς! Αχ πόσο σε ζηλεύω...
Η Λιλιάνα στράβωσε με την ανόητη φλυαρία της. Ήθελε να σκαλίζει τα προσωπικά των άλλων; Ας κοιτούσε την καμπούρα της καλύτερα.
-Είναι πράγματι αξιοζήλευτο, ειδικά αν σκεφτούμε πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν καταφέρνουν ούτε μια ρυτίδα να σβήσουν, ακόμη κι αν περνούν όλη τη μέρα αναπαυτικά. Ευτυχώς, δεν έτυχε σ'εμάς κάτι τέτοιο...
Τώρα ήταν σειρά της κυρίας Λεκορνέ να στραβώσει. Φρόντισε ν' αλλάξει αμέσως τη συζήτηση.
-Δεν σας σύστησα στους καινούργιους μου καλεσμένους, είπε, τυλίγοντας το χέρι με τα χρυσαφικά στο μπράτσο του Γουστάβο και τραβώντας τον στο σημείο όπου στέκονταν ο Ντάριο κι η Μέτσε. Η Λιλιάνα ακολούθησε γεμάτη περιέργεια. Εντουάρντο και Βικτώρια Μοντέρο, άρτι αφιχθέντες στην περιοχή μας για διακοπές. Από δω ο Γουστάβο Εσκαλόνα, σημαντικός παράγων του τόπου σχεδόν όσο και ο άντρας μου.
-Κι από δω η ανιψιά μου, πρόσθεσε ο Γουστάβο σφίγγοντας το χέρι του Ντάριο που τον κοίταζε βαθιά στα μάτια, άγνωστο γιατί.
-Λιλιάνα, έκανε η μικρή ανταλλάσσοντας χειραψία με τους νιόφερτους. Η γυναίκα, υπέρ το δέον εκθαμβωτική, θα πρέπει να ήταν από εκείνες τις κοσμικές τύπισσες με μακριά γλώσσα και περιορισμένο εγκέφαλο, συμπέρανε. Ο άνδρας όμως είχε μια γοητεία που δεν είχε ξανασυναντήσει, μια αύρα μυστηριώδη, απόκοσμη... Θα μείνετε καιρό εδώ με τη γυναίκα σας; τον ρώτησε.
-Δεν είναι γυναίκα μου, απάντησε ο Ντάριο μ' ένα χαμόγελο που φανέρωνε σφιχτά δόντια, αδέλφια είμαστε. Ναι, σχεδιάζουμε να μείνουμε όσο χρειαστεί. Να ξεκουραστούμε.
Η Λιλιάνα έλαμψε ξαφνικά. Δεν το πρόσεξε όμως ο Γουστάβο, στεκόμενος σαν στύλος, με το αρωματισμένο χέρι της Μέτσε στη χούφτα του που δεν έλεγε ν' αφήσει, είχε καρφώσει τα μάτια του, όχι στην ίδια και τα θέλγητρά της, μα στον καρπό και συγκεκριμένα στο ασημένιο βραχιόλι της. Το κοίταζε μ' επιμονή, φέρνοντας σε κάποια φάση σε δύσκολη θέση την ιδιοκτήτριά του.
"Δεν μπορεί να κάνω λάθος..." μουρμούρισε από μέσα του "Εγώ ο ίδιος το είχα χαρίσει στην Ινές! Παρήγγειλα να το σκαλίσουν ειδικά για εκείνη, την έθαψα με αυτό. Μα πώς βρέθηκε στο χέρι αυτής της άγνωστης γυναίκας;"
Ο Ντάριο ακολούθησε το σαστισμένο βλέμμα του Γουστάβο καρφωμένο στο βραχιόλι της Μέτσε και σε κλάσματα δευτερολέπτου κατάλαβε. Πως δεν το είχε προσέξει νωρίτερα; Ήταν το ίδιο βραχιόλι που του είχε χαρίσει ο Τομάς, το πρώτο μαχαίρι της φυλακής, ο συγκρατούμενός του που μοιράζονταν το ίδιο κελί, όταν ο Ντάριο του είχε σώσει τη ζωή σε μια εξέγερση των φυλακισμένων. Του είχε πει «πάρτο, αξίζει πολλά» και αμέσως μετά τον είχε ρωτήσει «υπάρχει κάποια εκεί έξω που να σε περιμένει;» και ο Ντάριο του είχε πει «για δέκα χρόνια; Αυτή που έχω στο μυαλό μου δεν περιμένει ούτε δέκα δευτερόλεπτα. Εξαιτίας της είμαι εδώ». Ωστόσο της το είχε στείλει κοντά στα γενέθλιά της πριν λίγα χρόνια σε μια ανόητη στιγμή συναισθηματισμού. Το δικαιολόγησε στον εαυτό του αργότερα ότι το έκανε για να της δείξει ότι βρήκε τη νέα της διεύθυνση και ότι άδικα προσπαθούσε να ξεφύγει από εκείνον. Ήταν το ίδιο βραχιόλι που ο Τομάς του είχε πει ότι ανήκε σε μια πολύ πλούσια νέα γυναίκα που πέθανε και του είχε δείξει το πρόσωπο του χήρου σε μια φωτογραφία από την κηδεία που ήταν δημοσιευμένη σε μια εφημερίδα και ο Ντάριο ίσα που του είχε ρίξει μια ματιά. Παρόλο που η Μέτσε του είχε δείξει το πρόσωπο του Γουστάβο στις κοσμικές στήλες των περιοδικών (καλά πόσο συχνά έβγαινε αυτός ο τύπος στα έντυπα επιτέλους!) αν και κάτι του θύμιζε αμυδρά, ο Ντάριο μόλις τώρα έκανε την ταυτοποίηση. Ο χήρος και ο «στόχος» ήταν το ίδιο πρόσωπο! Η Μέτσε, ανίδεη, κοιτούσε φιλάρεσκα τον Γουστάβο νομίζοντας ότι απλά αυτός φερόταν περίεργα μόνο εξαιτίας της εκθαμβωτικής ομορφιάς της. Ο Ντάριο έπρεπε κάτι να πει πριν ο Γουστάβο αρχίσει τις ερωτήσεις. Πρόσεξε πως ήδη είχε πάρει στο χέρι του τον καρπό της Μέτσε.
-Ήταν δώρο της μητέρα μας, δυστυχώς πρόσφατα ανακαλύψαμε πως ο τεχνίτης δεν ήταν ιδιαίτερα πρωτότυπος στα σχέδιά του.
-Ναι, η καημένη νόμιζε πως ήταν μοναδικό, συμπλήρωσε με ένα ελαφρώς θλιμμένο χαμόγελο η Μέτσε που δε δυσκολευόταν να μπει στο νόημα ακόμα κι όταν δε μάντευε τι συνέβαινε ακριβώς.
-Δεν θα το φανταζόμουν ότι θα σας έκανε τόση εντύπωση, συνέχισε ο Ντάριο.
-Με συγχωρείτε, είπε ο Γουστάβο αφήνοντας το χέρι της γυναίκας.
Η κυρία Λεκορνέ ανέλαβε να σπάσει τη στιγμή της αμηχανίας. Δικαιολογήθηκε γιατί έπρεπε να φροντίσει και τους άλλους καλεσμένους της και απομακρύνθηκε. Ο Γουστάβο έμεινε σιωπηλός και η Μέτσε του χάρισε ένα φιλικό χαμόγελο.
-Και πώς σας φαίνεται η εξοχή; ζωήρεψε την ατμόσφαιρα η Λιλιάνα.
-Δεν είχαμε το χρόνο να δούμε πολλά μέχρι στιγμής, τα λίγα που είδαμε μας άρεσαν, απάντησε ο Ντάριο. Έχει άλλον αέρα εδώ, η ατμόσφαιρα ξεκουράζει, αναζωογονεί...
-Και μαγεύει, πρόσθεσε η Μέτσε κοιτώντας τον Γουστάβο με νόημα. Γι'αυτό δε βλέπω την ώρα να εξερευνήσω αυτά τα μέρη.
-Θα μπορούσα να σας ξεναγήσω, πρότεινε ο Γουστάβο, έχοντας χαλαρώσει πια ολότελα. Αρκούσε ο θαυμασμός για την εξοχή για να συμπαθήσει κάποιον. Λοιπόν, δεσποινίς Μοντέρο, σας προσκαλώ αύριο το μεσημέρι στο ράντσο μου. Θα γευματίσουμε, θα πάρουμε τα άλογα και θα κάνουμε μια βόλτα στα λιβάδια. Συμφωνείτε, κύριε Μοντέρο;
-Αυτό είναι θαυμάσιο! Ας μη μιλάμε στον πληθυντικό, όμως. Βικτώρια, με λένε.
-Ευχαριστούμε πολύ, κύριε Εσκαλόνα, έκανε ο Ντάριο.
-Γουστάβο. Μόλις αποφασίσαμε να αφήσουμε τις επισημότητες.
Η Λιλιάνα ενθουσιάστηκε περισσότερο από όλους. Άρχισε να φλυαρεί για τις ομορφιές του κάμπου, τη ράτσα αλόγων που εξέτρεφε ο θείος της, έβλεπε τον Ντάριο να ανταποκρίνεται με κέφι και ρώτησε αν γνώριζαν ιππασία. Μέτσε και Ντάριο απάντησαν καταφατικά. Ο Ντάριο περνούσε κάποτε τα σαββατοκύριακά του σε λέσχη ιππασίας, σε μια άλλη ζωή, πριν τον ξεγράψουν οι δικοί του. Η Μέτσε όμως προσπάθησε να κρύψει την ταραχή της. Μικρή ανέβαινε στο γαϊδουράκι του παππού της. Ήταν αυτό αρκετό; Ποτέ δε χώνεψε την επαρχία και ποτέ δεν έκανε ιππασία με κάποιον από τους εραστές της.
*****
Μακριά από την βαβούρα του πύργου των Λεκορνέ, στο παλιό αρχοντικό επικρατούσε ησυχία. Η Χασίντα είχε μόλις τελειώσει τις καθημερινές της δουλειές και ήταν έτοιμη να πάει να ξαπλώσει, όταν  ένας σίφουνας που εισέβαλε στην κουζίνα την ανάγκασε να αναβάλλει για λίγο τα σχέδια. Ήταν ένα ξανθό κορίτσι που πέταξε στο πάτωμα το σακίδιο που κουβαλούσε και έπεσε πριν το καταλάβει στην αγκαλιά της.
-Πόσο χαίρομαι που είμαι πάλι εδώ, μου λείψατε πάρα πολύ στην πόλη!
-Κι εγώ χαίρομαι κόρη μου, αλλά σε περίμενα αύριο.
-Σκέφτηκα πως θα ήταν καλύτερα να έρθω σήμερα ώστε από αύριο το πρωί να οργανωθώ, απάντησε γρήγορα ο σίφουνας, πριν προλάβει η Χασίντα να πει άλλη λέξη. Το σπίτι δε νοικιάστηκε φέτος;
-Πως! Σε δύο αδέρφια την Βικτόρια και τον Εντουάρντο Μοντέρο. Αν σου φαίνεται άδειο είναι γιατί λείπουν απόψε, σε έναν χορό.
-Χορό; Αν είναι να ετοιμαστούμε να πάμε.
-Όχι Μπελίντα, πρόκειται για επίσημο χορό κι εμείς δεν έχουμε καμιά θέση εκεί.
-Κατάλαβα, οι Λεκορνέ, συμπέρανε η κοπέλα με έναν μορφασμό.
Η μεγάλη καλοκαιρινή γιορτή των Λεκορνέ ήταν το μεγάλο γεγονός κάθε χρόνο κι εκεί παραβρίσκονταν όλος ο κόσμος, η ανώτερη και μεσαία τάξη. Άτυπα ήταν αποκλεισμένη μόνο η κατηγορία στην οποία άνηκαν η Χασίντα, η Μπελίντα, ο Χοσέ: εκείνοι που καταλάμβαναν την κατώτατη θέση στην κοινωνική ιεραρχία.
-Άσε τώρα τους Λεκορνε, θα σου ετοιμάσω κάτι να φας και μετά θα πας να ξεκουραστείς γιατί σίγουρα ταλαιπωρήθηκες απ' το ταξίδι κόρη μου.
Εύκολα θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως η προσφώνηση "κόρη μου" ήταν απλώς προσφώνηση γιατί η ξανθούλα με τα μπλε μάτια έμοιαζε περισσότερο με Σκανδιναβή τουρίστρια που ο δρόμος την έβγαλε στο συγκεκριμένο μέρος παρά με κόρη Ινδιάνας.

_________________
Back to top Go down
View user profile http://thlenouvelotrela.forumgreek.com
Άσχετη

avatar

Posts : 55
Join date : 2015-08-13

PostSubject: Re: Συνέχισε την ιστορία...    Sat Feb 06, 2016 3:28 pm

Εκείνο το απόγευμα η ζέστη ήταν αποπνιχτική και η Μέτσε ήθελε μόνο να μένει στην αιώρα με το κουτσομπολίστικο περιοδικό που διάβαζε με αρκετό ενδιαφέρον ενώ το μακρύ της πόδι χάιδευε τα κεραμιδί πλακάκια της βεράντας. Επιτέλους, είχε ανάγκη από λίγη ξεκούραση για να ξεπεράσει την αποτυχία της τελευταίας επιχείρησης. Ο Αλβάρο Μπεναβίδες ήταν δυνατός στόχος. Ώριμος, γοητευτικός, χήρος χωρίς υποχρεώσεις και προ παντός εφοπλιστής. Η Μέτσε μπορούσε να τον τυλίξει με τα θέλγητρα που απέκτησε σπουδάζοντας κοντά στη μαντάμ Καταλίνα, και τα οποία είχαν ρίξει νωρίτερα πολλούς με πλούσια τα ελέη. Όπως της δίδαξε η καπάτσα μαντάμ, αντί να ιδρώνει στις πιο άθλιες συνθήκες, κι αφού η φύση της χάρισε σπάνια ομορφιά - ως αποζημίωση για την οικτρή φτώχεια - μπορούσε να ζει κατά διαστήματα σε βίλες και εξοχικά πείθοντας τους ιδιοκτήτες τους για την διψασμένη της καρδιά. Το παραμύθι ήταν πάντοτε το ίδιο με μικρές αλλαγές. Χρειάστηκε να πει πολλές φορές το ποίημα από τα δεκαοχτώ ως τα τριάντα, καθώς η μαντάμ Καταλίνα της άφησε ευχή και κατάρα να μη δεσμευτεί με κανένα. Σ' αυτό το διάστημα, έφτιαξε μια μικρή περιουσία από κοσμήματα. Και πάνω που έλεγε να συμπληρώσει τη συλλογή της με μια σειρά από γαλάζια διαμάντια...η σύζυγος του Αλβάρο σηκώθηκε από τον τάφο. Τι κάθαρμα! Πώς αφήνουν ελεύθερους τέτοιους απατεώνες, σκεφτόταν η Μέτσε, εξετάζοντας τις φωτογραφίες στην κοσμική στήλη, για να βρει το επόμενο θήραμα.
Θα προσπερνούσε τις φωτογραφίες του φιλανθρωπικού γκαλά, στο οποίο παρευρίσκονταν κατά 99% κάτι γηραιές κυρίες όταν έπεσε το βλέμμα της στον Γουστάβο Εσκαλόνα που ίσα που φαινόταν σε μια γωνίτσα μίας από αυτές. Αυτό ήταν! Πάμπλουτος, ωραίος, χήρος, πρόσφατα απατημένος (και αυτό το γνώριζαν όλοι) ... Θα περνούσαν μαζί τον καιρό τους παρηγορώντας ο ένας τον άλλον για την έλλειψη ειλικρίνειας και την εξαπάτηση των πρώην τους.
Κύκλωσε το πρόσωπο του Γουστάβο, σαν υπενθύμιση του στόχου της, κι άφησε το περιοδικό στο τραπεζάκι. Σηκώθηκε από την αιώρα κι έτρεξε στο λουτρό. Δεν ήταν ώρα για χασομέρι, ο καλός στρατιώτης φροντίζει το όπλο του και ρίχνεται στη μάχη με την πρώτη ευκαιρία. Βυθισμένη στους αφρούς, με το ακουστικό ανά χείρας, μάζεψε όσες πληροφορίες μπορούσε. Οι γνωριμίες είναι ανεκτίμητες σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις. Όλες οι εμπόλεμες δυνάμεις διαθέτουν δίκτυο κατασκόπων. Ο Γουστάβο Εσκαλόνα, λοιπόν, είχε μια φάρμα στην εξοχή για να χαλαρώνει και να γεμίζει τις μπαταρίες του. Κάποιοι συλλέγουν γραμματόσημα, άλλοι άλογα και κατσίκια. Οι δεύτεροι δεν έχουν γούστο, σκέφτηκε η Μέτσε, μα το πορτοφόλι τους είναι αυτό που μετράει.
Είχε μόλις βγει απ' την μπανιέρα -δεν είχε προλάβει να ρίξει μια πετσέτα πάνω της, όταν άκουσε να χτυπά το κουδούνι. Παρά την επιμονή του απρόσκλητου επισκέπτη ντύθηκε και χτενίστηκε αργά και με την ίδια νωχελικότητα κατευθύνθηκε προς την πόρτα.
Ανοίγοντας, τα μάτια της αντίκρισαν ένα πρόσωπο που δεν περίμενε να δει και γούρλωσαν τόσο ώστε θύμιζε γιαπωνέζικο καρτούν. Laughing
"Ντ..Ντάριο;" ψιθύρισε.
"Νόμιζες πως δεν θα σ'έβρισκα;" χαμογέλασε σαρδόνια ο επισκέπτης.
Η Μέτσε έσπρωξε την πόρτα αλλά ο Ντάριο πρόλαβε να βάλει το πόδι του. Ήταν αρκετά δυνατός και ήξερε πως τώρα ήταν αδύνατο να τον εμποδίσει να εισβάλει. Τράβηξε πίσω τις τούφες που έπεφταν στο πρόσωπο και κορδώθηκε προσπαθώντας να δείξει αυτοπεποίθηση και ψυχραιμία.
"Πώς από δω;" τον ρώτησε με προσποιητή αφέλεια.
Ο Ντάριο δεν απάντησε. Έριξε μερικές ματιές στο χώρο, εντόπισε ένα ασημένιο αλογάκι στο τραπεζάκι του χωλ και βάλθηκε να το περιεργάζεται. Εκείνη τη στιγμή η Μέτσε τρόμαξε πραγματικά. Το άρπαξε από τα χέρια του, το έριξε στη βαθιά πολυθρόνα και κάθισε πάνω του με την ελπίδα να το σώσει.
"Θα σου έλεγα να μείνεις για ένα ποτό αλλά δεν έχω χρόνο, Ντάριο. Ετοιμαζόμουν να βγω" χαριτολόγησε.
Ο Ντάριο στράφηκε προς το μέρος της. Τα μάτια του ήταν δυο σχισμές.
"Προτού πληρώσεις, δεν έχεις να πας πουθενά" δήλωσε.
"Χαλάρωσε λίγο Ντάριο, μου φαίνεσαι κουρασμένος" είπε η Μέτσε και άπλωσε το χέρι της για να του χαϊδέψει το μάγουλο αλλά εκείνος της έπιασε δυνατά τον καρπό.
"Δεν ήρθα για να χαλαρώσω αλλά για να μου δώσεις αυτά που είχαμε συμφωνήσει"
"Κάθαρμα" σκέφτηκε η Μέτσε. Και να σκεφτείς ότι κάποτε... "Όχι!" σκέφτηκε. Δεν ήταν η ώρα για να τα σκέφτεται αυτά. Δεν είχε νόημα να συλλογίζεται τη μοναδική φορά που αγνόησε τις συμβουλές της Μαντάμ Καταλίνα και πίστεψε σε κάτι αγνό. Ως πότε θα πλήρωνε αυτό το λάθος της εφηβείας της που στεκόταν τώρα μπροστά της; Αυτό που προείχε ήταν να τον διώξει από το διαμέρισμά της και μετά να κάτσει να σκεφτεί ένα καινούργιο σχέδιο για να απαλλαγεί από αυτόν και τους εκβιασμούς του.
"Δεν γίνεται να μιλήσουμε όταν κάνεις σαν τρελός. Ας ηρεμήσουμε πρώτα" του είπε και προχώρησε στην κάβα.
Νιώθοντας τα μάτια του καρφωμένα πάνω της, γέμισε δυο ποτήρια με γλυκό αγουαρδιέντε και με κινήσεις που θα ζήλευε ταχυδακτυλουργός, φρόντισε να ρίξει στο ένα από αυτά την ακριβή σκόνη που φύλαγε στο δαχτυλίδι της. Όταν έχεις μαθητεύσει δίπλα στη μαντάμ Καταλίνα, μπορείς να κοροϊδέψεις τον αντίπαλο μπροστά του, μονολόγησε από μέσα της.
Όχι τον Ντάριο όμως.
"Έχεις εμπιστοσύνη στις ικανότητές σου, έτσι; Σαν την παλάμη του χεριού μου σε ξέρω,καταραμένη" της είπε μόλις του έτεινε το ποτήρι. Το άρπαξε απ'το χέρι της και το κοπάνησε στο πάτωμα. Κρύος ιδρώτας έλουσε τη Μέτσε. "Για να δούμε! Κλάψε για το χαμένο σου κρύσταλλο να φανεί ποιά είσαι!" Βλέποντάς τη ακίνητη σαν άγαλμα, την άρπαξε από τα μπράτσα και την έφερε αντιμέτωπη με το φλογισμένο του πρόσωπο. "Δεύτερη φορά δεν την πατάει ο Ντάριο Αρισμέντι"
Η Μέτσε δεν άντεξε άλλο. Ελευθερώθηκε καταφέρνοντας μια κλωτσιά στο καλάμι κι έπεσε στο πάτωμα να μαζέψει τα θραύσματα. Κυρίως για να μη φανούν τα δάκρυα. "Πότε βγήκες;" ρώτησε, συγκρατώντας ένα λυγμό.
"Το χειμώνα. Ήθελες να με κρατήσουν παραπάνω; Δεν έφτασαν δέκα χρόνια;"
"Έφτασαν"
"Εγώ πλήρωσα,λοιπόν. Σειρά σου τώρα"
Γνωρίζοντας ήδη την απάντηση αλλά μη μπορώντας να βρει κάτι άλλο να πει και προσπαθώντας να κερδίσει κι άλλο χρόνο η Μέτσε τον ρώτησε "Δεν σκέφτηκες να γυρίσεις πίσω στην οικογένειά σου; Οι γονείς σου..." Ο Ντάριο ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Ήταν όμως ένα γέλιο πικρό, γεμάτο θυμό και ίσως λίγη απόγνωση. "Ωραίο ανέκδοτο" είπε. "Μην παριστάνεις την αφελή γιατί και οι δύο ξέρουμε καλά ότι δεν είσαι. Για τους γονείς μου πέθανα την ημέρα που με βρήκε η αστυνομία αναίσθητο δίπλα από το πτώμα του Ντονάτο Τσάβες. Ο μοναχογιός της αξιότιμης οικογένειας Αρισμέντι, γιος του μεγαλοδικηγόρου Μάριο Αρισμέντι και της Μαρσέλα Αρισμέντι της οικογένειας των Μοντενέγκρο καταδικάζεται για το φόνο διευθυντή τραπέζης εξαιτίας μιας..." Ο Ντάριο σταμάτησε απότομα και η Μέτσε τον κοίταξε θυμωμένη προκαλώντας τον να αποτελειώσει τη φράση του.
"Εξαιτίας μιας...; Ξέρεις καλά ότι κάποτε είχα πάρει την απόφαση ν'αλλάξω ζωή. Εσύ όμως κατάφερες να μου αλλάξεις γνώμη" τον κεραυνοβόλησε η Μέτσε, δεν είχε πια διάθεση να τον καλοπιάσει "Πιστεύεις πως δεν είχα τίποτα αγνό μέσα μου; Μια μικρή ελπίδα την είχα. Και φρόντισες να την κάψεις. Τότε κατάλαβα πόσο δίκιο είχε η Μαντάμ Καταλίνα όταν έλεγε να μην εμπιστεύομαι κανέναν. Κι αυτή καμμένη ήταν"
Ο Ντάριο την τράβηξε να σηκωθεί. Ήθελε να δει την αλήθεια στα μάτια της. "Αν σε κατέστρεψα εγώ, όπως με κατηγορείς, γιατί μου τηλεφώνησες εκείνη τη μέρα; Γιατί ζήτησες να σε σώσω από το τομάρι τον διευθυντή της τράπεζας; Εκτός αν..." έκανε μια παύση, προσπαθώντας να διαβάσει τη σκέψη της. Τον κοιτούσε με μια υπόνοια θλίψης. Μήπως δεν αλήθευαν όσα σκέφτηκε γι'αυτήν τις ατελείωτες ώρες μοναξιάς στη φυλακή; Ίσως πάλι να υποκρινόταν τη θλιμμένη για να ξεφύγει. "Εκτός αν ήταν όλα μια καλοστημένη παγίδα!"
Για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή η Μέτσε θέλησε να του πει την αλήθεια. Η υπερηφάνεια της όμως υπερίσχυσε. Άστον να σκέφτεται ό,τι θέλει! Δεν του αξίζει η αλήθεια. Το τελευταίο που ήθελε ήταν να καταλάβει πόσο είχε υποφέρει εξαιτίας του. "Ας μιλήσουμε γι' αυτό που πραγματικά ήρθες" του είπε βάζοντας τέλος στις αμφιβολίες του. Μάζεψε το περιοδικό από το τραπεζάκι και του έτεινε τη σελίδα με το πρόσωπο του Gustavo Escalona. "Τι είναι αυτό;" τη ρώτησε ξαφνιασμένος.
"Αυτό που θέλουμε και οι δύο είναι χρήματα και αυτός ο άνδρας έχει πάρα πολλά. Αν συνεργαστούμε θα έχεις τα διπλά από αυτά που συμφωνήσαμε" του είπε χαμογελώντας.
O Ντάριο κάθισε παράμερα και άρχισε να επεξεργάζεται την εικόνα. Η Μέτσε ανάσανε με ανακούφιση κι έδιωξε το σύννεφο της θλίψης από τα βλέφαρα. Δεν ωφελεί σε τίποτα να σκαλίζεις τα περασμένα. Σημασία έχει τι θα γίνει από δω και μπρος. Ο Ντάριο χρειαζόταν επειγόντως χρήματα. Δεν είχε πού την κεφαλή κλίναι και σιγά μην έβρισκε δουλειά με το απολυτήριο της φυλακής. Η Μέτσε ήταν σίγουρη πως θα δεχόταν την προσφορά της.
"Μπορούμε να τον πλευρίσουμε μαζί. Θα εμφανιστείς ως αδερφός μου" του έκλεισε το μάτι.
Ο Ντάριο σήκωσε το κεφάλι από το περιοδικό. "Να σε εμπιστευτώ άραγε; Όσο ήμουν μέσα δεν ήρθες ούτε μία φορά να με δεις, πόσο μάλλον να μου στείλεις λεφτά, όπως μου είχες υποσχεθεί!"
Η Μέτσε τον πλησίασε, γονάτισε μπροστά του και του χάιδεψε τα γόνατα. "Τώρα είναι διαφορετικό. Η δουλειά πέφτει στους ώμους και των δύο. Ξέρεις ότι μπορείς να ξεσκεπάσεις αν δεν τηρήσω τη συμφωνία"
Ο Ντάριο έμεινε για λίγο σκεπτικός. Έπειτα σηκώθηκε ταυτόχρονα με τη Μέτσε και πήρε ένα ύφος έπαρσης. "Ωραία λοιπόν, δέχομαι. Πού ν'αφήσω τα πράγματά μου; Ένα σακίδιο είναι όλο κι όλο"
"Θα...θα μετακομίσεις εδώ;" τραύλισε εκείνη.
"Δεν με θέλεις, αδελφούλα;"
Η Μέτσε σώπασε να σκεφτεί. Η εισβολή στο αρχοντικό της δεν θα ήταν για πολύ. Σύντομα θα πήγαιναν στην εξοχή να βρουν τον Εσκαλόνα. Συμφώνησε ξεφυσώντας κι έστειλε τον Ντάριο να βολευτεί στον ξενώνα.
*****
Ήταν έξι η ώρα το πρωί όταν ο Γουστάβο αποφάσισε να σηκωθεί. Δεν είχε νόημα να παραμένει στο κρεβάτι και να προσπαθεί να κοιμηθεί. Παρά την κούραση που ένιωθε χθες το βράδυ με τις ατελείωτες δουλειές που είχε η φάρμα, κοιμήθηκε μόλις 4 ώρες και πέρασε άλλες 3 συλλογιζόμενος την αγαπημένη του Ινές, τον παιδικό του έρωτα και μετέπειτα σύζυγό του που η ζωή του πήρε τόσο άδικα πριν από 5 χρόνια. Πως μπόρεσε να σκεφτεί ότι θα βρισκόταν η γυναίκα που θα γέμιζε το κενό που του άφησε η απώλειά της; Και μάλιστα στο πρόσωπο της Καρολίνα, αυτής της άμυαλης - όπως αποδείχθηκε - μικρής που τώρα απολάμβανε τα φώτα της δημοσιότητας εξαιτίας της ιστορίας που είχε μαζί της. Σέλωσε το άλογό του και αποφάσισε να κάνει μια βόλτα.
Τα ζωηρά χρώματα της εξοχής και το γλυκό πρωινό άρωμα γαλήνεψαν την ψυχή του. Ξεπέζεψε και πλησίασε τον καταρράκτη. Άκουσε τον ήχο του νερού, πήρε βαθιά ανάσα, περπάτησε στη χλόη κι όταν έφτασε η ώρα για το πρωινό του, ανέβηκε πάλι στο άλογο. Μια ευχάριστη έκπληξη τον περίμενε στην επιστροφή. Η Λιλιάνα στεκόταν στην είσοδο του σπιτιού με τις βαλίτσες της.
"Πού χάθηκες πρωί πρωί, θείε Γουστάβο;" ρώτησε παιχνιδιάρικα και ρίχτηκε στην αγκαλιά του "Όταν έρχεσαι στο εξοχικόγίνεσαι άλλος άνθρωπος. Με τις κότες κοιμάσαι, με τους πετεινούς σηκώνεσαι!"
"Κι εσύ δεν πας πίσω, βλέπω" χαμογέλασε ο Γουστάβο. "Δεν περίμενα να σε βρω εδώ τέτοια ώρα"
"Πήρα το πρώτο λεωφορείο"
Ο Γουστάβο μετέφερε τις βαλίτσες της κοπέλας στο διάδρομο. "Οι γονείς σου ξέρουν άραγε γι' αυτήν την ξαφνική επίσκεψη;"
"Ω, μην ανησυχείς. Η αδελφούλα σου κι ο γαμπρούλης σου δεν θα είχαν καμιά αντίρρηση να έρχομαι στην εξοχή πότε πότε"
Της σέρβιρε το πρωινό που είχε φτιάξει από νωρίς η οικονόμος και μετά άρχισαν μέσω πειραγμάτων να τακτοποιούν τα πράγματα στο δωμάτιο που πάντα προτιμούσε η μικρή στις αιφνιδιαστικές της επισκέψεις.
Ο Γουστάβο χαμογελούσε στην πραγματικότητα όμως τα συναισθήματά του ήταν ανάμεικτα. Χαιρόταν που έβλεπε την αγαπημένη του ανηψούλα αλλά εδώ και καιρό ένιωθε πως η αστείρευτη ενέργειά της τον αποσυντόνιζε. Παλιότερα ούτε τον κούραζε ούτε τον ενοχλούσε καθόλου. Τώρα η ζωή του όλη ήταν η εργασία στην φάρμα και οι δυσάρεστες σκέψεις που είχαν να κάνουν με τις δυο γυναίκες που η κάθεμια για διαφορετικούς λόγους άφησε στην ψυχή του το μελανό της στίγμα. Μήπως είχε παραμεγαλώσει; Μήπως απλώς του κόστιζε να επιστρέψει στην ζωή που ήταν πιο κοντά στην "κανονικότητα" των περισσότερων ανθρώπων, στην ζωή που δεν περιλάμβανε μόνο δουλειές και μαύρες σκέψεις;
*****
Την ίδια στιγμή, περίπου 2 χιλιόμετρα βορειότερα, η Μέτσε και ο Ντάριο έμπαιναν στο σαλόνι ενός παλιού αρχοντικού. Ο Ντάριο στάθηκε και το κοιτούσε σαν υπνωτισμένος. "Τι κάθεσαι έτσι; Βοήθησέ με να ξεφορτώσουμε τις βαλίτσες" του φώναξε η Μέτσε. "Μοιάζει τόσο με το πατρικό μου" σκέφτηκε μελαγχολικά ο Ντάριο καθώς το βλέμμα του έπεφτε στο μεγάλο τζάκι. "Στη μητέρα μου άρεσε να κάθεται..." αλλά ένα χτύπημα στον ώμο διέκοψε βίαια τις σκέψεις του. "Σου μιλάω Ντάριο! Δεν μ' ακούς; Έλα να ξεφορτώσουμε τις βαλίτσες!" "Υποτίθεται ότι κάποιος θα ήταν εδώ γι' αυτή τη δουλειά!" της απάντησε ενοχλημένος. "Αυτή η κυρία που σου νοίκιασε το σπίτι δεν μου είπες ότι σου άφησε και προσωπικό;" "Χοσέ; Εσύ είσαι άχρηστε;" ακούστηκε μια διαπεραστική, γυναικεία φωνή και έκανε την εμφάνισή της μια μεσήλικη γυναίκα με ποδιά και μια κουτάλα στο χέρι. Μόλις είδε τη Μέτσε και τον Ντάριο αμέσως έφυγε η αγριεμένη έκφραση από το πρόσωπό της και προσπάθησε να διορθώσει λίγο τα μαλλιά της. "Καλημέρα σας" είπε αμήχανα. "Καλά άκουσα ότι κάποιος ήρθε. Ασφαλώς θα είστε ο κ. Μοντέρο" είπε απευθυνόμενη στον Ντάριο που της φάνηκε πιο προσιτός. "Μάλιστα κυρία μου. Είμαι ο Εντουάρντο Μοντέρο και από δω η αδερφή μου Βικτόρια" της αποκρίθηκε διασκεδάζοντας λίγο με την αμηχανία της.
"Σας περιμέναμε, κοπιάστε, κοπιάστε..." χαμογέλασε η γυναίκα "Είμαι η Χασίντα και φροντίζω τούτο το σπίτι. Σας ετοιμάζω ένα γεύμα που θα γλείφετε τα δάχτυλά σας! Ώσπου να τακτοποιηθείτε, θα έχω στρωμένο το τραπέζι. Θα πεινάτε σίγουρα μιας κι έρχεστε από μακριά" είπε μονοκοπανιά και παίρνοντας μια ανάσα, "Βλέπω, κουβαλάτε μπόλικο νοικοκυριό. Έπρεπε να 'ναι δω αυτός ο ανεπρόκοπος! Μη σας νοιάζει, όμως, μόλις γυρίσει θα τον βάλω να σας ανεβάσει τις βαλίτσες στα δωμάτια. Να σας φτιάξω έναν καφέ;"
Ο Ντάριο αρνήθηκε ευγενικά και στράφηκε στη Μέτσε "Δεν είναι όμορφο μέρος, αδερφούλα;"
"Το ομορφότερο που θα μπορούσαμε να βρούμε σ'αυτήν τη μεσαιωνική εξορία"
Ο Ντάριο κοίταξε τη Χασίντα που τα έχασε για μια στιγμή κι έριξε μια επικριτική ματιά στη Μέτσε, που δάγκωσε τα χείλη της. Μα δεν είχαν συμφωνήσει να παραστήσουν τους εραστές της εξοχής για να πειστεί το θήραμα να τους δεχτεί; Στο κάτω κάτω, ξέχασε η Μέτσε την καταγωγή της και φερόταν με τόσο σνομπισμό; Από ένα χωριό ξεχασμένο κι από το Θεό την τράβηξε η μαντάμ Καταλίνα.
Σε λίγο κατέφτασε ο Χοσέ. Είχε το πρόσωπο εύθυμου χωρικού, τα τραχά χέρια του αγρότη και το καουμπόικο καπέλο των ανδρών της περιοχής. Συστήθηκε γελαστός κι ανέλαβε να ανεβάσει τις βαλίτσες υπό τα γρυλίσματα της γυναίκας του. Οι φιλοξενούμενοι αποσύρθηκαν στα δωμάτιά τους.
Η Μέτσε λούστηκε, άλλαξε ρούχα κι έπιασε να στεγνώσει τα μαλλιά της. Ο Ντάριο μπήκε στο δωμάτιό της σφυρίζοντας. "Συμπαθητικό το προσωπικό" είπε, παίζοντας με την κουνουπιέρα του κρεβατιού, "Και πολυλογάδες. Δεν θα δυσκολευτούμε να μάθουμε ολόκληρο το βιογραφικό του γελαδάρη σου. Ούτε θ' αργήσουν να διαδώσουν στο χωριό την άφιξή μας"
Εκείνη κάθισε στην μικρή μπορντό πολυθρόνα όπως θα καθόταν μια αυτοκράτειρα στον θρόνο της.
-Εκ πρώτης όψεως ο Γουστάβο φαίνεται εύκολος στόχος. Από την μικρή μου έρευνα προκύπτει ότι αν και πάμπλουτος δεν έχει σχέση με κομπίνες και βρώμικο χρήμα, απάντησε η Μέτσε με ύφος υψηλόβαθμου στελέχους πολυεθνικής έτοιμο να εξηγήσει στους υφισταμένους την στρατηγική της εταιρείας. Μοιάζει πολύ αθώος, σχεδόν αγνός... Όμως, κανόνας πρώτος, δεν υποτιμάμε ποτέ τον αντίπαλο, ούτε τις συνθήκες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πανωλεθρία.
Ο Ντάριο για μια στιγμή έστρεψε το βλέμμα του από εκείνη την γυναίκα που μόλις χθες τον έτρεμε και σήμερα πάλι κινούσε τα νήματα, η δύναμη που ασκούσε πάνω του ήταν τρομακτική.
-Δεν σε πιστεύω, είμαι σίγουρος πως τον έχεις ήδη καταγράψει στον μακρύ κατάλογο των θυμάτων σου, είπε κοιτάζοντάς την και πάλι στα μάτια. Κι εγώ δεν ξέρω αν θα έπρεπε να είμαι με το μέρος σου ή να προσεγγίσω το θύμα ως... συνάδελφος, συνέχισε μ' ένα χαμόγελο.
-Ας πάμε λοιπόν και στον δεύτερο κανόνα. Αφήνουμε πίσω το παρελθόν. Εγώ δεν θα είχα φτάσει ποτέ εκεί που έφτασα αν δεν το ξεπερνούσα.
Σηκώθηκε και τον ακούμπησε τρυφερά στο περίγραμμα του προσώπου.
-Μην αφήνεις την πίκρα να σε επηρεάζει καλέ μου. Και οι δυο έχουμε να κερδίσουμε από αυτή την ιστορία. Αν μάλιστα φερθείς έξυπνα, έχεις να κερδίσεις κάτι πολύ παραπάνω από το μερίδιό σου. Την οικονομική εξασφάλιση κι ευημερία εφ' όρου ζωής!
“Τι έχεις στο μυαλό σου Μέτσε;” Τη ρώτησε κοιτώντας την καχύποπτα. “ΒΙ-ΚΤΟ-ΡΙ-Α!! Είμαι η Βικτόρια και είσαι ο Εντουάρντο. Ακόμα κι όταν είμαστε μόνοι μας θα χρησιμοποιούμε τα καινούργια μας ονόματα. Δεν ξέρεις ότι και οι τοίχοι έχουν αυτιά;” “Καλά!” Έκανε εκείνος ανυπόμονα. “Τι έχεις στο μυαλό σου αδερφουλα;” “Οτί θα μπορούσες να κάνεις πολύ ενδιαφέρουσες γνωριμίες από τον κύκλο του Γουστάβο όσο εγώ θα ασχολούμαι μαζί του. Και που ξέρεις... μπορεί και έναν πολύ καλό γάμο.” Την κοίταξε εμβρόντητος. Τι; Τώρα τον παντρολογούσε κι από πάνω;
-Τι νομίζεις πως νοσταλγώ την φυλακή, πως δεν βλέπω την ώρα να ξανασαπίσω εκεί μέσα; απάντησε νευρικά. Για σένα βέβαια θα είναι εύκολο να ξαπλώνεις με αυτόν τον χωριάτη και να παίρνεις ως αντάλλαγμα κοσμήματα και ακίνητα. Εγώ πώς θα παντρευτώ ως Εντουάρντο;
-Αν δε χαλαρώσεις λίγο φυσικά και δε θα παντρευτείς, δε θα φτάσεις πουθενά. Αν δε ζήσεις και ο ίδιος σε ένα βαθμό το παραμύθι δεν πρόκειται να πείσεις. Κι έπειτα τι νόμιζες, πως τα οργανώνω όλα μόνη μου όλα αυτά τα χρόνια; Υπάρχουν οι φύλακες άγγελοί μου που με βοηθούν. Ψεύτικοι δεν είναι μόνο οι έρωτές μου, έχω ψεύτικο περίγυρο, ψεύτικους αριστοκράτες συγγενείς... Άνοιξε το πάνω συρτάρι του κομψού κομοδίνου. Ορίστε, είπε δίνοντας του δυο φρεσκοτυπωμένα διαβατήρια. Ούτε ο πιο έμπειρος ερευνητής της αστυνομίας δε θα καταλάβαινε ότι είναι πλαστά. Είμαστε πια ο Εντουάρντο και η Βικτόρια.
****
«Εντουάρντο και Βικτόρια Μοντέρο;» Όχι, δεν τους έχω ξανακούσει. Και πότε ήρθαν Ελβίρα;» ρώτησε η Λιλιάνα καθώς βοηθούσε την οικονόμο του σπιτιού του Γουστάβο να διπλώσει κάτι σεντόνια. «Σήμερα το πρωί. Νοίκιασαν το αρχοντικό της δόνια Κλορίντα για το καλοκαίρι» «Και πως είναι αυτοί;» «Από τα λίγα που μου είπε ο Χοσέ η κοπέλα φαίνεται λίγο ξιπασμένη αλλά ο αδερφός της είναι πολύ ευγενικός» «Και όμορφος;» «Και τι σ’ ενδιαφέρει αυτό μικρή μου;» «Δεν μ’ ενδιαφέρει, κουβέντα να γίνεται» απάντησε η Λιλιάνα δήθεν αδιάφορα αλλά η Ελβίρα είδε τη λάμψη στα μάτια της. «Πόσο γρήγορα μεγαλώνουν τα παιδιά» σκέφτηκε καθώς παρατηρούσε πιο προσεκτικά τη Λιλιάνα.
Πριν προλάβουν να πουν κάτι άλλο, ο Γουστάβο άνοιξε την πόρτα.
-Τι κάνετε εδώ;
-Μιλούσαμε για την Βικτόρια και τον Εντουάρντο Μοντέρο που έχουν νοικιάσει το αρχοντικό της δόνια Κλορίντα, εσύ γνωρίζεις κάτι γι αυτούς θειούλη;
-Όχι, θα είναι καινούργιοι στην περιοχή. Βλέπω αρχίσατε ήδη τον κοινωνικό σχολιασμό, συνέχισε πειραχτικά ο Γουστάβο.
-Γιατί όχι, τα νέα είναι για να μαθαίνονται και φυσικά να σχολιάζονται, απάντησε χωρίς να πτοείται η Λιλιάνα. Δεν ξέρουμε ακόμα τίποτα σημαντικό αλλά αύριο στην γιορτή των Λεκορνέ θα τα μάθουμε όλα. Εσύ θα φορέσεις το πιο καλό σου κουστούμι και θα κόψεις λίγο τα μαλλιά, πρόσθεσε περνώντας τα χέρια της ανάμεσά τους. Θα είσαι πιο ωραίος έτσι.
-Μα Λιλιάνα... έχω...
-Δεν έχεις τίποτα. Και μη διανοηθείς σήμερα και αύριο να περάσεις όλο τον χρόνο σου με άλογα και γελάδια, σε θέλω όμορφο και φρέσκο για εκείνο το βράδυ. Είναι καιρός να αρχίσεις να βγαίνεις, να γνωρίζεις κόσμο... πέρα από τις γηραιές κυρίες των φιλανθρωπικών γκαλά εννοώ.
- Σου χαλάω εγώ χατήρι; της απάντησε γνωρίζοντας τον επίμονο χαρακτήρα της ανίψιας του. Θα πήγαινε σ’ αυτήν τη γιορτή, θα έμενε για λίγο, ίσα για να ευχαριστήσει τη Λιλιάνα και για να ευχηθεί στους Λεκορνέ και μετά θα έβρισκε μια δικαιολογία και θα έφευγε. Έτσι είχε τριπλό όφελος: α) θα γλίτωνε από τη γκρίνια της Λιλιάνα, β) δεν θα τον έπιαναν στο στόμα τους οι Λεκορνέ που φρόντιζαν να διαδίδουν ότι μετά το χωρισμό του με την Καρολίνα είχε καταντήσει ερημίτης και μαράζωνε (άσχετα αν ήταν λίγο αλήθεια) και γ) θα γνώριζε κι αυτή την περίφημη δεσποινίδα Μοντέρο για την οποία μιλούσε ακατάπαυστα όλο το προσωπικό μόλις λίγη ώρα από την άφιξή της στην περιοχή. Γνωρίζοντας τον ενθουσιώδη χαρακτήρα της ανιψιάς του, είχε το χρέος να δει από κοντά αυτή τη γυναίκα και τον αδερφό της για να αποφασίσει αν θα επέτρεπε στη Λιλιάνα να κάνει παρέα μαζί τους γιατί αναμφίβολα η μικρή έτσι και τους συμπαθούσε θα τους γινόταν τσιμπούρι.
****
Δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που οι Λεκορνέ εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Αν ήταν τυχοδιώκτες ή αξιοσέβαστοι μεσήλικες κανείς δεν μπορούσε να πει με σιγουριά, πάντως η διαμονή τους στην ακριβότερη έπαυλη-πύργο, η ευθυμία τους και το γεγονός ότι μοιάζανε να είχαν γεννηθεί για να κρατάνε ένα ποτήρι σαμπάνια στις κοσμικές εκδηλώσεις, έφταναν για να κερδίσουν την αγάπη και την εκτίμηση του κόσμου. Έλεγαν ότι προέρχονταν από κάποια βασιλική οικογένεια κάποιου κρατίδιου της Ευρώπης, από εκείνες των οποίων οι φωτογραφίες τυπώνονταν στα σαλόνια των περιοδικών, φήμη που οι ίδιοι ούτε είχαν επιβεβαιώσει, ούτε διαψεύσει.
Η Μέτσε που είχε γύρει τρυφερά στον ώμο του Ντάριο, δε φαινόταν να συμμερίζεται τη γνώμη των επαρχιωτών.
«Αν αυτοί είναι πραγματικοί αριστοκράτες εγώ είμαι η βασίλισσα της Αγγλίας», ψιθύρισε στο Ντάριο καθώς κατευθυνόντουσαν σε μια γωνιά του σαλονιού των Λεκορνέ ύστερα από αμέτρητες συστάσεις και ανιαρές συζητήσεις με τους κατοίκους της περιοχής. «Δεν θα διαφωνήσω. Αν κάποιος από τους δυο μας μπορεί να καταλάβει την ευγενική καταγωγή αυτός είμαι εγώ, μην το ξεχνάς» της απάντησε κοιτώντας την με νόημα. Είχε αρχίσει να τον εκνευρίζει η υπεροπτική συμπεριφορά της. Η Μέτσε έπαιζε πολύ πειστικά τον ρόλο της απόμακρης και συνάμα γοητευτικής δεσποινίδας της καλής κοινωνίας. Μπορεί να συμφώνησαν να αφήσουν πίσω τις πίκρες του παρελθόντος αλλά του ήταν αδύνατο να μην προσπαθεί που και που να την πειράζει και να της υπενθυμίζει ποια είναι. Η Μέτσε του έριξε μια θυμωμένη ματιά και ήπιε μια γουλιά απ’ το ποτό της. Ο Ντάριο έκανε να στραφεί προς το ανοιχτό παράθυρο λίγα μέτρα πιο πέρα αλλά σταμάτησε απότομα. «Μόλις μπήκε ο στόχος» της ψιθύρισε. Εκείνη κοίταξε προς τον Γουστάβο και αμέσως μετά σ' έναν από τους καθρέπτες που κοσμούσαν το υπερπολυτελές σαλόνι. Δεν θα τον κάρφωνε με το βλέμμα, θα την πρόσεχε αυτός. Καμάρωσε με μια φευγαλέα ματιά τον εαυτό της. Το εμπριμέ φόρεμα αναδείκνυε το μαύρισμα μιας πραγματικής καλλονής. Το λιπ γκλος τα υπέροχα χείλη της, ενώ ένα μικρό κλάμερ με ασημένια φτερά συγκρατούσε λίγο από τον χείμαρρο των μαλλιών της.
Η κυρία Λεκορνέ υποδέχτηκε θείο και ανιψιά με τέτοιον ενθουσιασμό, θαρρείς κι ήταν τα τιμώμενα πρόσωπα της ημέρας. Η Λιλιάνα την χαιρέτησε με φιλοφρονήσεις για την εμφάνισή της ενώ ο Γουστάβο προσπάθησε να χαμογελάσει εγκάρδια.
-Καιρός ήταν να βγεις να ξεσκάσεις, χρυσό μου, ακόμη λίγο και θα το 'βαζες το ράσο, σχολίασε η οικοδέσποινα και ο Γουστάβο θυμήθηκε γιατί του κόστιζε προσπάθεια να χαμογελάει μπροστά της. Έκανες ένα μαγουλάκι όμως! Αναπαύεται περισσότερο ο εργένης άνθρωπος για να ξεχνάει τη μοναξιά του. Συνομήλικος της ανιψούλας σου δείχνεις, να φανταστείς! Αχ πόσο σε ζηλεύω...
Η Λιλιάνα στράβωσε με την ανόητη φλυαρία της. Ήθελε να σκαλίζει τα προσωπικά των άλλων; Ας κοιτούσε την καμπούρα της καλύτερα.
-Είναι πράγματι αξιοζήλευτο, ειδικά αν σκεφτούμε πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν καταφέρνουν ούτε μια ρυτίδα να σβήσουν, ακόμη κι αν περνούν όλη τη μέρα αναπαυτικά. Ευτυχώς, δεν έτυχε σ'εμάς κάτι τέτοιο...
Τώρα ήταν σειρά της κυρίας Λεκορνέ να στραβώσει. Φρόντισε ν' αλλάξει αμέσως τη συζήτηση.
-Δεν σας σύστησα στους καινούργιους μου καλεσμένους, είπε, τυλίγοντας το χέρι με τα χρυσαφικά στο μπράτσο του Γουστάβο και τραβώντας τον στο σημείο όπου στέκονταν ο Ντάριο κι η Μέτσε. Η Λιλιάνα ακολούθησε γεμάτη περιέργεια. Εντουάρντο και Βικτώρια Μοντέρο, άρτι αφιχθέντες στην περιοχή μας για διακοπές. Από δω ο Γουστάβο Εσκαλόνα, σημαντικός παράγων του τόπου σχεδόν όσο και ο άντρας μου.
-Κι από δω η ανιψιά μου, πρόσθεσε ο Γουστάβο σφίγγοντας το χέρι του Ντάριο που τον κοίταζε βαθιά στα μάτια, άγνωστο γιατί.
-Λιλιάνα, έκανε η μικρή ανταλλάσσοντας χειραψία με τους νιόφερτους. Η γυναίκα, υπέρ το δέον εκθαμβωτική, θα πρέπει να ήταν από εκείνες τις κοσμικές τύπισσες με μακριά γλώσσα και περιορισμένο εγκέφαλο, συμπέρανε. Ο άνδρας όμως είχε μια γοητεία που δεν είχε ξανασυναντήσει, μια αύρα μυστηριώδη, απόκοσμη... Θα μείνετε καιρό εδώ με τη γυναίκα σας; τον ρώτησε.
-Δεν είναι γυναίκα μου, απάντησε ο Ντάριο μ' ένα χαμόγελο που φανέρωνε σφιχτά δόντια, αδέλφια είμαστε. Ναι, σχεδιάζουμε να μείνουμε όσο χρειαστεί. Να ξεκουραστούμε.
Η Λιλιάνα έλαμψε ξαφνικά. Δεν το πρόσεξε όμως ο Γουστάβο, στεκόμενος σαν στύλος, με το αρωματισμένο χέρι της Μέτσε στη χούφτα του που δεν έλεγε ν' αφήσει, είχε καρφώσει τα μάτια του, όχι στην ίδια και τα θέλγητρά της, μα στον καρπό και συγκεκριμένα στο ασημένιο βραχιόλι της. Το κοίταζε μ' επιμονή, φέρνοντας σε κάποια φάση σε δύσκολη θέση την ιδιοκτήτριά του.
"Δεν μπορεί να κάνω λάθος..." μουρμούρισε από μέσα του "Εγώ ο ίδιος το είχα χαρίσει στην Ινές! Παρήγγειλα να το σκαλίσουν ειδικά για εκείνη, την έθαψα με αυτό. Μα πώς βρέθηκε στο χέρι αυτής της άγνωστης γυναίκας;"
Ο Ντάριο ακολούθησε το σαστισμένο βλέμμα του Γουστάβο καρφωμένο στο βραχιόλι της Μέτσε και σε κλάσματα δευτερολέπτου κατάλαβε. Πως δεν το είχε προσέξει νωρίτερα; Ήταν το ίδιο βραχιόλι που του είχε χαρίσει ο Τομάς, το πρώτο μαχαίρι της φυλακής, ο συγκρατούμενός του που μοιράζονταν το ίδιο κελί, όταν ο Ντάριο του είχε σώσει τη ζωή σε μια εξέγερση των φυλακισμένων. Του είχε πει «πάρτο, αξίζει πολλά» και αμέσως μετά τον είχε ρωτήσει «υπάρχει κάποια εκεί έξω που να σε περιμένει;» και ο Ντάριο του είχε πει «για δέκα χρόνια; Αυτή που έχω στο μυαλό μου δεν περιμένει ούτε δέκα δευτερόλεπτα. Εξαιτίας της είμαι εδώ». Ωστόσο της το είχε στείλει κοντά στα γενέθλιά της πριν λίγα χρόνια σε μια ανόητη στιγμή συναισθηματισμού. Το δικαιολόγησε στον εαυτό του αργότερα ότι το έκανε για να της δείξει ότι βρήκε τη νέα της διεύθυνση και ότι άδικα προσπαθούσε να ξεφύγει από εκείνον. Ήταν το ίδιο βραχιόλι που ο Τομάς του είχε πει ότι ανήκε σε μια πολύ πλούσια νέα γυναίκα που πέθανε και του είχε δείξει το πρόσωπο του χήρου σε μια φωτογραφία από την κηδεία που ήταν δημοσιευμένη σε μια εφημερίδα και ο Ντάριο ίσα που του είχε ρίξει μια ματιά. Παρόλο που η Μέτσε του είχε δείξει το πρόσωπο του Γουστάβο στις κοσμικές στήλες των περιοδικών (καλά πόσο συχνά έβγαινε αυτός ο τύπος στα έντυπα επιτέλους!) αν και κάτι του θύμιζε αμυδρά, ο Ντάριο μόλις τώρα έκανε την ταυτοποίηση. Ο χήρος και ο «στόχος» ήταν το ίδιο πρόσωπο! Η Μέτσε, ανίδεη, κοιτούσε φιλάρεσκα τον Γουστάβο νομίζοντας ότι απλά αυτός φερόταν περίεργα μόνο εξαιτίας της εκθαμβωτικής ομορφιάς της. Ο Ντάριο έπρεπε κάτι να πει πριν ο Γουστάβο αρχίσει τις ερωτήσεις. Πρόσεξε πως ήδη είχε πάρει στο χέρι του τον καρπό της Μέτσε.
-Ήταν δώρο της μητέρα μας, δυστυχώς πρόσφατα ανακαλύψαμε πως ο τεχνίτης δεν ήταν ιδιαίτερα πρωτότυπος στα σχέδιά του.
-Ναι, η καημένη νόμιζε πως ήταν μοναδικό, συμπλήρωσε με ένα ελαφρώς θλιμμένο χαμόγελο η Μέτσε που δε δυσκολευόταν να μπει στο νόημα ακόμα κι όταν δε μάντευε τι συνέβαινε ακριβώς.
-Δεν θα το φανταζόμουν ότι θα σας έκανε τόση εντύπωση, συνέχισε ο Ντάριο.
-Με συγχωρείτε, είπε ο Γουστάβο αφήνοντας το χέρι της γυναίκας.
Η κυρία Λεκορνέ ανέλαβε να σπάσει τη στιγμή της αμηχανίας. Δικαιολογήθηκε γιατί έπρεπε να φροντίσει και τους άλλους καλεσμένους της και απομακρύνθηκε. Ο Γουστάβο έμεινε σιωπηλός και η Μέτσε του χάρισε ένα φιλικό χαμόγελο.
-Και πώς σας φαίνεται η εξοχή; ζωήρεψε την ατμόσφαιρα η Λιλιάνα.
-Δεν είχαμε το χρόνο να δούμε πολλά μέχρι στιγμής, τα λίγα που είδαμε μας άρεσαν, απάντησε ο Ντάριο. Έχει άλλον αέρα εδώ, η ατμόσφαιρα ξεκουράζει, αναζωογονεί...
-Και μαγεύει, πρόσθεσε η Μέτσε κοιτώντας τον Γουστάβο με νόημα. Γι'αυτό δε βλέπω την ώρα να εξερευνήσω αυτά τα μέρη.
-Θα μπορούσα να σας ξεναγήσω, πρότεινε ο Γουστάβο, έχοντας χαλαρώσει πια ολότελα. Αρκούσε ο θαυμασμός για την εξοχή για να συμπαθήσει κάποιον. Λοιπόν, δεσποινίς Μοντέρο, σας προσκαλώ αύριο το μεσημέρι στο ράντσο μου. Θα γευματίσουμε, θα πάρουμε τα άλογα και θα κάνουμε μια βόλτα στα λιβάδια. Συμφωνείτε, κύριε Μοντέρο;
-Αυτό είναι θαυμάσιο! Ας μη μιλάμε στον πληθυντικό, όμως. Βικτώρια, με λένε.
-Ευχαριστούμε πολύ, κύριε Εσκαλόνα, έκανε ο Ντάριο.
-Γουστάβο. Μόλις αποφασίσαμε να αφήσουμε τις επισημότητες.
Η Λιλιάνα ενθουσιάστηκε περισσότερο από όλους. Άρχισε να φλυαρεί για τις ομορφιές του κάμπου, τη ράτσα αλόγων που εξέτρεφε ο θείος της, έβλεπε τον Ντάριο να ανταποκρίνεται με κέφι και ρώτησε αν γνώριζαν ιππασία. Μέτσε και Ντάριο απάντησαν καταφατικά. Ο Ντάριο περνούσε κάποτε τα σαββατοκύριακά του σε λέσχη ιππασίας, σε μια άλλη ζωή, πριν τον ξεγράψουν οι δικοί του. Η Μέτσε όμως προσπάθησε να κρύψει την ταραχή της. Μικρή ανέβαινε στο γαϊδουράκι του παππού της. Ήταν αυτό αρκετό; Ποτέ δε χώνεψε την επαρχία και ποτέ δεν έκανε ιππασία με κάποιον από τους εραστές της.
*****
Μακριά από την βαβούρα του πύργου των Λεκορνέ, στο παλιό αρχοντικό επικρατούσε ησυχία. Η Χασίντα είχε μόλις τελειώσει τις καθημερινές της δουλειές και ήταν έτοιμη να πάει να ξαπλώσει, όταν  ένας σίφουνας που εισέβαλε στην κουζίνα την ανάγκασε να αναβάλλει για λίγο τα σχέδια. Ήταν ένα ξανθό κορίτσι που πέταξε στο πάτωμα το σακίδιο που κουβαλούσε και έπεσε πριν το καταλάβει στην αγκαλιά της.
-Πόσο χαίρομαι που είμαι πάλι εδώ, μου λείψατε πάρα πολύ στην πόλη!
-Κι εγώ χαίρομαι κόρη μου, αλλά σε περίμενα αύριο.
-Σκέφτηκα πως θα ήταν καλύτερα να έρθω σήμερα ώστε από αύριο το πρωί να οργανωθώ, απάντησε γρήγορα ο σίφουνας, πριν προλάβει η Χασίντα να πει άλλη λέξη. Το σπίτι δε νοικιάστηκε φέτος;
-Πως! Σε δύο αδέρφια την Βικτόρια και τον Εντουάρντο Μοντέρο. Αν σου φαίνεται άδειο είναι γιατί λείπουν απόψε, σε έναν χορό.
-Χορό; Αν είναι να ετοιμαστούμε να πάμε.
-Όχι Μπελίντα, πρόκειται για επίσημο χορό κι εμείς δεν έχουμε καμιά θέση εκεί.
-Κατάλαβα, οι Λεκορνέ, συμπέρανε η κοπέλα με έναν μορφασμό.
Η μεγάλη καλοκαιρινή γιορτή των Λεκορνέ ήταν το μεγάλο γεγονός κάθε χρόνο κι εκεί παραβρίσκονταν όλος ο κόσμος, η ανώτερη και μεσαία τάξη. Άτυπα ήταν αποκλεισμένη μόνο η κατηγορία στην οποία άνηκαν η Χασίντα, η Μπελίντα, ο Χοσέ: εκείνοι που καταλάμβαναν την κατώτατη θέση στην κοινωνική ιεραρχία.
-Άσε τώρα τους Λεκορνε, θα σου ετοιμάσω κάτι να φας και μετά θα πας να ξεκουραστείς γιατί σίγουρα ταλαιπωρήθηκες απ' το ταξίδι κόρη μου.
Εύκολα θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως η προσφώνηση "κόρη μου" ήταν απλώς προσφώνηση γιατί η ξανθούλα με τα μπλε μάτια έμοιαζε περισσότερο με Σκανδιναβή τουρίστρια που ο δρόμος την έβγαλε στο συγκεκριμένο μέρος παρά με κόρη Ινδιάνας.
Αυτό που δεν θα μάντευε όμως ποτέ κανείς είναι ο πραγματικός λόγος που η Μπελίντα αποφάσισε να γυρίσει λίγο νωρίτερα στο χωριό. Είχε τόση ανάγκη να βρει παρηγοριά στο γνώριμο περιβάλλον του σπιτιού της και να σκεφτεί... και να κρυφτεί. Τώρα καθόταν απέναντι στη μητέρα της και έτρωγε μηχανικά. Τι θα σκεφτόταν η καημένη η γυναικούλα αν μάθαινε για την άσωτη ζωή της κόρης της στη μεγαλούπολη; Πως θα της εξηγούσε ότι κοιμήθηκε με κάποιον που ούτε το όνομά του δεν ήξερε και το επόμενο πρωί έντρομη ανακάλυψε ότι αυτός ο άνδρας ήταν ο πατέρας του πρώην φίλου της; Ο οποίος (πρώην) τώρα ήταν έξαλλος και ήθελε να την πνίξει. Ευτυχώς που ποτέ δεν του είπε από ποιο μέρος ήταν. Πόσο μετάνιωνε! Θα γινόταν καλό κορίτσι από δω και πέρα. Θα στρωνόταν στο διάβασμα για να πάρει το πτυχίο της και θα έμενε μακριά από άνδρες εκτός κι αν παρουσιαζόταν κάποιος σοβαρός κι αξιότιμος. Κάποιος σαν... τον Γουστάβο. Από μικρή της άρεσε αλλά ήξερε και εξακολουθούσε να αναγνωρίζει ότι ήταν εκτός των δυνατοτήτων της.
Back to top Go down
View user profile
Αλμοδοβαρεμένη

avatar

Posts : 697
Join date : 2015-08-13

PostSubject: Re: Συνέχισε την ιστορία...    Wed Feb 17, 2016 5:33 am

(Επειδή παραμεγάλωσε το σεντόνι το συνεχίζω από τον τελευταίο αστερίσκο Wink)

*****
Μακριά από την βαβούρα του πύργου των Λεκορνέ, στο παλιό αρχοντικό επικρατούσε ησυχία. Η Χασίντα είχε μόλις τελειώσει τις καθημερινές της δουλειές και ήταν έτοιμη να πάει να ξαπλώσει, όταν  ένας σίφουνας που εισέβαλε στην κουζίνα την ανάγκασε να αναβάλλει για λίγο τα σχέδια. Ήταν ένα ξανθό κορίτσι που πέταξε στο πάτωμα το σακίδιο που κουβαλούσε και έπεσε πριν το καταλάβει στην αγκαλιά της.
-Πόσο χαίρομαι που είμαι πάλι εδώ, μου λείψατε πάρα πολύ στην πόλη!
-Κι εγώ χαίρομαι κόρη μου, αλλά σε περίμενα αύριο.
-Σκέφτηκα πως θα ήταν καλύτερα να έρθω σήμερα ώστε από αύριο το πρωί να οργανωθώ, απάντησε γρήγορα ο σίφουνας, πριν προλάβει η Χασίντα να πει άλλη λέξη. Το σπίτι δε νοικιάστηκε φέτος;
-Πως! Σε δύο αδέρφια την Βικτόρια και τον Εντουάρντο Μοντέρο. Αν σου φαίνεται άδειο είναι γιατί λείπουν απόψε, σε έναν χορό.
-Χορό; Αν είναι να ετοιμαστούμε να πάμε.
-Όχι Μπελίντα, πρόκειται για επίσημο χορό κι εμείς δεν έχουμε καμιά θέση εκεί.
-Κατάλαβα, οι Λεκορνέ, συμπέρανε η κοπέλα με έναν μορφασμό.
Η μεγάλη καλοκαιρινή γιορτή των Λεκορνέ ήταν το μεγάλο γεγονός κάθε χρόνο κι εκεί παραβρίσκονταν όλος ο κόσμος, η ανώτερη και μεσαία τάξη. Άτυπα ήταν αποκλεισμένη μόνο η κατηγορία στην οποία άνηκαν η Χασίντα, η Μπελίντα, ο Χοσέ: εκείνοι που καταλάμβαναν την κατώτατη θέση στην κοινωνική ιεραρχία.
-Άσε τώρα τους Λεκορνε, θα σου ετοιμάσω κάτι να φας και μετά θα πας να ξεκουραστείς γιατί σίγουρα ταλαιπωρήθηκες απ' το ταξίδι κόρη μου.
Εύκολα θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως η προσφώνηση "κόρη μου" ήταν απλώς προσφώνηση γιατί η ξανθούλα με τα μπλε μάτια έμοιαζε περισσότερο με Σκανδιναβή τουρίστρια που ο δρόμος την έβγαλε στο συγκεκριμένο μέρος παρά με κόρη Ινδιάνας.
Αυτό που δεν θα μάντευε όμως ποτέ κανείς είναι ο πραγματικός λόγος που η Μπελίντα αποφάσισε να γυρίσει λίγο νωρίτερα στο χωριό. Είχε τόση ανάγκη να βρει παρηγοριά στο γνώριμο περιβάλλον του σπιτιού της και να σκεφτεί... και να κρυφτεί. Τώρα καθόταν απέναντι στη μητέρα της και έτρωγε μηχανικά. Τι θα σκεφτόταν η καημένη η γυναικούλα αν μάθαινε για την άσωτη ζωή της κόρης της στη μεγαλούπολη; Πως θα της εξηγούσε ότι κοιμήθηκε με κάποιον που ούτε το όνομά του δεν ήξερε και το επόμενο πρωί έντρομη ανακάλυψε ότι αυτός ο άνδρας ήταν ο πατέρας του πρώην φίλου της; Ο οποίος (πρώην) τώρα ήταν έξαλλος και ήθελε να την πνίξει. Ευτυχώς που ποτέ δεν του είπε από ποιο μέρος ήταν. Πόσο μετάνιωνε! Θα γινόταν καλό κορίτσι από δω και πέρα. Θα στρωνόταν στο διάβασμα για να πάρει το πτυχίο της και θα έμενε μακριά από άνδρες εκτός κι αν παρουσιαζόταν κάποιος σοβαρός κι αξιότιμος. Κάποιος σαν... τον Γουστάβο. Από μικρή της άρεσε αλλά ήξερε και εξακολουθούσε να αναγνωρίζει ότι ήταν εκτός των δυνατοτήτων της.
Θυμήθηκε τη γνωριμία της με την ανιψιά του το προηγούμενο καλοκαίρι. Η ίδια είχε έρθει να περάσει λίγες μέρες με τους γονείς και δεν έχανε την ευκαιρία για περιπάτους μέχρι το ράντσο του Εσκαλόνα. Έπαιρνε θέση ανάμεσα στα πελώρια δέντρα από όπου μπορούσε να κοιτάζει το κιόσκι στον κήπου του ράντσου, ξάπλωνε νωχελικά στο καταπράσινο στρώμα από φύλλα και χορτάρια, άνοιγε στα πόδια της ένα περιοδικό μόδας και παρίστανε την αφοσιωμένη αναγνώστρια ενώ μέσα της προσευχόταν να τύχει να περάσει ο Γουστάβο από μπροστά της. Αντί για εκείνον, την εντόπισε ο Μάριο Βιγιανουέβα, παλιός της συμμαθητής που εδώ και λίγα χρόνια καθάριζε τους στάβλους του Εσκαλόνα. Δεν τον πήρε είδηση ώσπου πλησίασε στο σημείο που καθόταν και της έκανε παρατήρηση.
-Με τις ώρες διαβάζεις αυτό το μαραφέτι. Δεν έχεις σπίτι, Μπελίντα;
-Ποιόν ενοχλώ; Μελετάω για την τέχνη μου, απέκρουσε εκείνη.
-Πόση μελέτη χρειάζεται για να ράψεις μαραφέτια; Χώρια που μας ξεβολεύεις εδώ που κάθεσαι.
Η Μπελίντα ανασήκωσε τους ώμους.
-Πολλή ώρα χρειάζεται. Και γιατί σας ξεβολεύω; Εδώ εμπνέομαι.
Ο Μάριο χάιδεψε το σαγόνι του. Είχε άραγε καταλάβει τον λόγο που την ενέπνεε το σημείο; Μακάρι όχι, γιατί ήταν ικανός να πετάει σπόντες για εκείνη ακόμη και μπροστά στο αφεντικό του. Δεν είχε αλλάξει καθόλου από την εποχή που πήγαιναν μαζί σχολείο.
-Μας ξεβολεύεις γιατί εδώ παρκάρει το αγροτικό ο δον Γουστάβο.
-Ανάμεσα στα δέντρα; έκανε η Μπελίντα και βάλθηκε να γελάει για να ελαφρύνει τη θέση της. Ένιωθε αμηχανία που την έπιασε στα πράσα ο Σκύλος- όπως τον φώναζαν στο σχολείο επειδή γάβγιζε σε όλους όσους έκαναν αταξίες ή παραβίαζαν κανόνες.
-Πολύ αστείο! μόρφασε ο Μάριο. Δεν βλέπεις τα ίχνη από τις ρόδες στο χώμα πίσω σου; Εδώ παρκάρει. Κι επειδή θα έρθει όπου να 'ναι, καλό θα ήταν να συνεχίσεις τη μελέτη σπιτάκι σου.
-Θα έρθει όπου να 'ναι, είπες;
-Ναι, είναι στο χωριό. Άντε, Μπελίντα, έμαθες αυτό που ήθελες. Άντε, κοριτσάκι μου, άδειασε τη γωνιά τώρα
Η Μπελίντα σηκώθηκε και τίναξε τη φούστα της, περισσότερο απογοητευμένη γιατί δεν θα συναντούσε τον Γουστάβο παρά εκνευρισμένη από τους τρόπους του Σκύλου. Άρχισε να χτενίζει τα μακριά ξανθά μαλλιά της με τα δάχτυλα για να τα ξεμπλέξει από φύλλα και κλωναράκια, με το πάσο της, αφενός για να καθυστερήσει την απομάκρυνση και αφετέρου, επειδή απολάμβανε να βλέπει τον Σκύλο να χτυπάει ανυπόμονα την μπότα του στο χώμα και να ξεφυσάει.
Ξαφνικά, σκούστηκε μια τσιριχτή φωνή: "Άκρηηηηηηηη" κι η Μπελίντα βρέθηκε κατάχαμα, με όλο το βάρος του Σκύλου από πάνω της κι έναν θόρυβο μαρσαρίσματος στ' αυτιά της. Ένα όχημα πήγε να πέσει πάνω της και τελευταία στιγμή την τράβηξε ο Μάριο με αποτέλεσμα να σωριαστούν κι οι δυο. Δεν ήταν όμως το επιθυμητό όχημα. Ήταν το ποδήλατο της ανιψιάς του Γουστάβο.
-Συγνώμη, δεν πρόλαβα να φρενάρω! δικαιολογήθηκε η Λιλιάνα.
Δεν ήταν άγνωστη η Λιλιάνα στο χωριό. Ερχόταν συχνά κι η Μπελίντα την είχε δει να ιππεύει με τον θείο της. Εκείνο το επεισόδιο τους είχε δώσει την ευκαιρία να συστηθούν και να αναπτύξουν σχέσεις, καθώς η μικρή, ζωηρή κι εξωστρεφής, είχε ανάγκη από φίλους στην επαρχία.
-Τι σκέφτεσαι, κόρη μου; ρώτησε η Χασίντα, σερβίροντας το γεύμα.
-Αναρωτιέμαι αν βρίσκεται εδώ η ανιψιά του Εσκαλόνα. Θα ήθελα να τη δω μια από αυτές τις μέρες.
Back to top Go down
View user profile
mel
Admin
avatar

Female Posts : 1405
Join date : 2015-08-11

PostSubject: Re: Συνέχισε την ιστορία...    Fri Feb 19, 2016 3:08 pm

*****
Μακριά από την βαβούρα του πύργου των Λεκορνέ, στο παλιό αρχοντικό επικρατούσε ησυχία. Η Χασίντα είχε μόλις τελειώσει τις καθημερινές της δουλειές και ήταν έτοιμη να πάει να ξαπλώσει, όταν  ένας σίφουνας που εισέβαλε στην κουζίνα την ανάγκασε να αναβάλλει για λίγο τα σχέδια. Ήταν ένα ξανθό κορίτσι που πέταξε στο πάτωμα το σακίδιο που κουβαλούσε και έπεσε πριν το καταλάβει στην αγκαλιά της.
-Πόσο χαίρομαι που είμαι πάλι εδώ, μου λείψατε πάρα πολύ στην πόλη!
-Κι εγώ χαίρομαι κόρη μου, αλλά σε περίμενα αύριο.
-Σκέφτηκα πως θα ήταν καλύτερα να έρθω σήμερα ώστε από αύριο το πρωί να οργανωθώ, απάντησε γρήγορα ο σίφουνας, πριν προλάβει η Χασίντα να πει άλλη λέξη. Το σπίτι δε νοικιάστηκε φέτος;
-Πως! Σε δύο αδέρφια την Βικτόρια και τον Εντουάρντο Μοντέρο. Αν σου φαίνεται άδειο είναι γιατί λείπουν απόψε, σε έναν χορό.
-Χορό; Αν είναι να ετοιμαστούμε να πάμε.
-Όχι Μπελίντα, πρόκειται για επίσημο χορό κι εμείς δεν έχουμε καμιά θέση εκεί.
-Κατάλαβα, οι Λεκορνέ, συμπέρανε η κοπέλα με έναν μορφασμό.
Η μεγάλη καλοκαιρινή γιορτή των Λεκορνέ ήταν το μεγάλο γεγονός κάθε χρόνο κι εκεί παραβρίσκονταν όλος ο κόσμος, η ανώτερη και μεσαία τάξη. Άτυπα ήταν αποκλεισμένη μόνο η κατηγορία στην οποία άνηκαν η Χασίντα, η Μπελίντα, ο Χοσέ: εκείνοι που καταλάμβαναν την κατώτατη θέση στην κοινωνική ιεραρχία.
-Άσε τώρα τους Λεκορνε, θα σου ετοιμάσω κάτι να φας και μετά θα πας να ξεκουραστείς γιατί σίγουρα ταλαιπωρήθηκες απ' το ταξίδι κόρη μου.
Εύκολα θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως η προσφώνηση "κόρη μου" ήταν απλώς προσφώνηση γιατί η ξανθούλα με τα μπλε μάτια έμοιαζε περισσότερο με Σκανδιναβή τουρίστρια που ο δρόμος την έβγαλε στο συγκεκριμένο μέρος παρά με κόρη Ινδιάνας.
Αυτό που δεν θα μάντευε όμως ποτέ κανείς είναι ο πραγματικός λόγος που η Μπελίντα αποφάσισε να γυρίσει λίγο νωρίτερα στο χωριό. Είχε τόση ανάγκη να βρει παρηγοριά στο γνώριμο περιβάλλον του σπιτιού της και να σκεφτεί... και να κρυφτεί. Τώρα καθόταν απέναντι στη μητέρα της και έτρωγε μηχανικά. Τι θα σκεφτόταν η καημένη η γυναικούλα αν μάθαινε για την άσωτη ζωή της κόρης της στη μεγαλούπολη; Πως θα της εξηγούσε ότι κοιμήθηκε με κάποιον που ούτε το όνομά του δεν ήξερε και το επόμενο πρωί έντρομη ανακάλυψε ότι αυτός ο άνδρας ήταν ο πατέρας του πρώην φίλου της; Ο οποίος (πρώην) τώρα ήταν έξαλλος και ήθελε να την πνίξει. Ευτυχώς που ποτέ δεν του είπε από ποιο μέρος ήταν. Πόσο μετάνιωνε! Θα γινόταν καλό κορίτσι από δω και πέρα. Θα στρωνόταν στο διάβασμα για να πάρει το πτυχίο της και θα έμενε μακριά από άνδρες εκτός κι αν παρουσιαζόταν κάποιος σοβαρός κι αξιότιμος. Κάποιος σαν... τον Γουστάβο. Από μικρή της άρεσε αλλά ήξερε και εξακολουθούσε να αναγνωρίζει ότι ήταν εκτός των δυνατοτήτων της.
Θυμήθηκε τη γνωριμία της με την ανιψιά του το προηγούμενο καλοκαίρι. Η ίδια είχε έρθει να περάσει λίγες μέρες με τους γονείς και δεν έχανε την ευκαιρία για περιπάτους μέχρι το ράντσο του Εσκαλόνα. Έπαιρνε θέση ανάμεσα στα πελώρια δέντρα από όπου μπορούσε να κοιτάζει το κιόσκι στον κήπου του ράντσου, ξάπλωνε νωχελικά στο καταπράσινο στρώμα από φύλλα και χορτάρια, άνοιγε στα πόδια της ένα περιοδικό μόδας και παρίστανε την αφοσιωμένη αναγνώστρια ενώ μέσα της προσευχόταν να τύχει να περάσει ο Γουστάβο από μπροστά της. Αντί για εκείνον, την εντόπισε ο Μάριο Βιγιανουέβα, παλιός της συμμαθητής που εδώ και λίγα χρόνια καθάριζε τους στάβλους του Εσκαλόνα. Δεν τον πήρε είδηση ώσπου πλησίασε στο σημείο που καθόταν και της έκανε παρατήρηση.
-Με τις ώρες διαβάζεις αυτό το μαραφέτι. Δεν έχεις σπίτι, Μπελίντα;
-Ποιόν ενοχλώ; Μελετάω για την τέχνη μου, απέκρουσε εκείνη.
-Πόση μελέτη χρειάζεται για να ράψεις μαραφέτια; Χώρια που μας ξεβολεύεις εδώ που κάθεσαι.
Η Μπελίντα ανασήκωσε τους ώμους.
-Πολλή ώρα χρειάζεται. Και γιατί σας ξεβολεύω; Εδώ εμπνέομαι.
Ο Μάριο χάιδεψε το σαγόνι του. Είχε άραγε καταλάβει τον λόγο που την ενέπνεε το σημείο; Μακάρι όχι, γιατί ήταν ικανός να πετάει σπόντες για εκείνη ακόμη και μπροστά στο αφεντικό του. Δεν είχε αλλάξει καθόλου από την εποχή που πήγαιναν μαζί σχολείο.
-Μας ξεβολεύεις γιατί εδώ παρκάρει το αγροτικό ο δον Γουστάβο.
-Ανάμεσα στα δέντρα; έκανε η Μπελίντα και βάλθηκε να γελάει για να ελαφρύνει τη θέση της. Ένιωθε αμηχανία που την έπιασε στα πράσα ο Σκύλος- όπως τον φώναζαν στο σχολείο επειδή γάβγιζε σε όλους όσους έκαναν αταξίες ή παραβίαζαν κανόνες.
-Πολύ αστείο! μόρφασε ο Μάριο. Δεν βλέπεις τα ίχνη από τις ρόδες στο χώμα πίσω σου; Εδώ παρκάρει. Κι επειδή θα έρθει όπου να 'ναι, καλό θα ήταν να συνεχίσεις τη μελέτη σπιτάκι σου.
-Θα έρθει όπου να 'ναι, είπες;
-Ναι, είναι στο χωριό. Άντε, Μπελίντα, έμαθες αυτό που ήθελες. Άντε, κοριτσάκι μου, άδειασε τη γωνιά τώρα
Η Μπελίντα σηκώθηκε και τίναξε τη φούστα της, περισσότερο απογοητευμένη γιατί δεν θα συναντούσε τον Γουστάβο παρά εκνευρισμένη από τους τρόπους του Σκύλου. Άρχισε να χτενίζει τα μακριά ξανθά μαλλιά της με τα δάχτυλα για να τα ξεμπλέξει από φύλλα και κλωναράκια, με το πάσο της, αφενός για να καθυστερήσει την απομάκρυνση και αφετέρου, επειδή απολάμβανε να βλέπει τον Σκύλο να χτυπάει ανυπόμονα την μπότα του στο χώμα και να ξεφυσάει.
Ξαφνικά, σκούστηκε μια τσιριχτή φωνή: "Άκρηηηηηηηη" κι η Μπελίντα βρέθηκε κατάχαμα, με όλο το βάρος του Σκύλου από πάνω της κι έναν θόρυβο μαρσαρίσματος στ' αυτιά της. Ένα όχημα πήγε να πέσει πάνω της και τελευταία στιγμή την τράβηξε ο Μάριο με αποτέλεσμα να σωριαστούν κι οι δυο. Δεν ήταν όμως το επιθυμητό όχημα. Ήταν το ποδήλατο της ανιψιάς του Γουστάβο.
-Συγνώμη, δεν πρόλαβα να φρενάρω! δικαιολογήθηκε η Λιλιάνα.
Δεν ήταν άγνωστη η Λιλιάνα στο χωριό. Ερχόταν συχνά κι η Μπελίντα την είχε δει να ιππεύει με τον θείο της. Εκείνο το επεισόδιο τους είχε δώσει την ευκαιρία να συστηθούν και να αναπτύξουν σχέσεις, καθώς η μικρή, ζωηρή κι εξωστρεφής, είχε ανάγκη από φίλους στην επαρχία.
-Τι σκέφτεσαι, κόρη μου; ρώτησε η Χασίντα, σερβίροντας το γεύμα.
-Αναρωτιέμαι αν βρίσκεται εδώ η ανιψιά του Εσκαλόνα. Θα ήθελα να τη δω μια από αυτές τις μέρες.
*****
Την επόμενη μέρα ο Γουστάβο σηκώθηκε από τα ξημερώματα. Δεν είχε κοιμηθεί παρά ελάχιστα. Πριν κάνει οτιδήποτε άλλο άνοιξε το τελευταίο συρτάρι της τουαλέτας. Κάτω από άχρηστα ατακτοποίητα αντικείμενα, έγγραφα και φακέλους βρίσκονταν δύο κορνίζες με φωτογραφίες της Ινές.

_________________
Back to top Go down
View user profile http://thlenouvelotrela.forumgreek.com
Άσχετη

avatar

Posts : 55
Join date : 2015-08-13

PostSubject: Re: Συνέχισε την ιστορία...    Tue Feb 23, 2016 9:35 am

*****
Μακριά από την βαβούρα του πύργου των Λεκορνέ, στο παλιό αρχοντικό επικρατούσε ησυχία. Η Χασίντα είχε μόλις τελειώσει τις καθημερινές της δουλειές και ήταν έτοιμη να πάει να ξαπλώσει, όταν  ένας σίφουνας που εισέβαλε στην κουζίνα την ανάγκασε να αναβάλλει για λίγο τα σχέδια. Ήταν ένα ξανθό κορίτσι που πέταξε στο πάτωμα το σακίδιο που κουβαλούσε και έπεσε πριν το καταλάβει στην αγκαλιά της.
-Πόσο χαίρομαι που είμαι πάλι εδώ, μου λείψατε πάρα πολύ στην πόλη!
-Κι εγώ χαίρομαι κόρη μου, αλλά σε περίμενα αύριο.
-Σκέφτηκα πως θα ήταν καλύτερα να έρθω σήμερα ώστε από αύριο το πρωί να οργανωθώ, απάντησε γρήγορα ο σίφουνας, πριν προλάβει η Χασίντα να πει άλλη λέξη. Το σπίτι δε νοικιάστηκε φέτος;
-Πως! Σε δύο αδέρφια την Βικτόρια και τον Εντουάρντο Μοντέρο. Αν σου φαίνεται άδειο είναι γιατί λείπουν απόψε, σε έναν χορό.
-Χορό; Αν είναι να ετοιμαστούμε να πάμε.
-Όχι Μπελίντα, πρόκειται για επίσημο χορό κι εμείς δεν έχουμε καμιά θέση εκεί.
-Κατάλαβα, οι Λεκορνέ, συμπέρανε η κοπέλα με έναν μορφασμό.
Η μεγάλη καλοκαιρινή γιορτή των Λεκορνέ ήταν το μεγάλο γεγονός κάθε χρόνο κι εκεί παραβρίσκονταν όλος ο κόσμος, η ανώτερη και μεσαία τάξη. Άτυπα ήταν αποκλεισμένη μόνο η κατηγορία στην οποία άνηκαν η Χασίντα, η Μπελίντα, ο Χοσέ: εκείνοι που καταλάμβαναν την κατώτατη θέση στην κοινωνική ιεραρχία.
-Άσε τώρα τους Λεκορνε, θα σου ετοιμάσω κάτι να φας και μετά θα πας να ξεκουραστείς γιατί σίγουρα ταλαιπωρήθηκες απ' το ταξίδι κόρη μου.
Εύκολα θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως η προσφώνηση "κόρη μου" ήταν απλώς προσφώνηση γιατί η ξανθούλα με τα μπλε μάτια έμοιαζε περισσότερο με Σκανδιναβή τουρίστρια που ο δρόμος την έβγαλε στο συγκεκριμένο μέρος παρά με κόρη Ινδιάνας.
Αυτό που δεν θα μάντευε όμως ποτέ κανείς είναι ο πραγματικός λόγος που η Μπελίντα αποφάσισε να γυρίσει λίγο νωρίτερα στο χωριό. Είχε τόση ανάγκη να βρει παρηγοριά στο γνώριμο περιβάλλον του σπιτιού της και να σκεφτεί... και να κρυφτεί. Τώρα καθόταν απέναντι στη μητέρα της και έτρωγε μηχανικά. Τι θα σκεφτόταν η καημένη η γυναικούλα αν μάθαινε για την άσωτη ζωή της κόρης της στη μεγαλούπολη; Πως θα της εξηγούσε ότι κοιμήθηκε με κάποιον που ούτε το όνομά του δεν ήξερε και το επόμενο πρωί έντρομη ανακάλυψε ότι αυτός ο άνδρας ήταν ο πατέρας του πρώην φίλου της; Ο οποίος (πρώην) τώρα ήταν έξαλλος και ήθελε να την πνίξει. Ευτυχώς που ποτέ δεν του είπε από ποιο μέρος ήταν. Πόσο μετάνιωνε! Θα γινόταν καλό κορίτσι από δω και πέρα. Θα στρωνόταν στο διάβασμα για να πάρει το πτυχίο της και θα έμενε μακριά από άνδρες εκτός κι αν παρουσιαζόταν κάποιος σοβαρός κι αξιότιμος. Κάποιος σαν... τον Γουστάβο. Από μικρή της άρεσε αλλά ήξερε και εξακολουθούσε να αναγνωρίζει ότι ήταν εκτός των δυνατοτήτων της.
Θυμήθηκε τη γνωριμία της με την ανιψιά του το προηγούμενο καλοκαίρι. Η ίδια είχε έρθει να περάσει λίγες μέρες με τους γονείς και δεν έχανε την ευκαιρία για περιπάτους μέχρι το ράντσο του Εσκαλόνα. Έπαιρνε θέση ανάμεσα στα πελώρια δέντρα από όπου μπορούσε να κοιτάζει το κιόσκι στον κήπου του ράντσου, ξάπλωνε νωχελικά στο καταπράσινο στρώμα από φύλλα και χορτάρια, άνοιγε στα πόδια της ένα περιοδικό μόδας και παρίστανε την αφοσιωμένη αναγνώστρια ενώ μέσα της προσευχόταν να τύχει να περάσει ο Γουστάβο από μπροστά της. Αντί για εκείνον, την εντόπισε ο Μάριο Βιγιανουέβα, παλιός της συμμαθητής που εδώ και λίγα χρόνια καθάριζε τους στάβλους του Εσκαλόνα. Δεν τον πήρε είδηση ώσπου πλησίασε στο σημείο που καθόταν και της έκανε παρατήρηση.
-Με τις ώρες διαβάζεις αυτό το μαραφέτι. Δεν έχεις σπίτι, Μπελίντα;
-Ποιόν ενοχλώ; Μελετάω για την τέχνη μου, απέκρουσε εκείνη.
-Πόση μελέτη χρειάζεται για να ράψεις μαραφέτια; Χώρια που μας ξεβολεύεις εδώ που κάθεσαι.
Η Μπελίντα ανασήκωσε τους ώμους.
-Πολλή ώρα χρειάζεται. Και γιατί σας ξεβολεύω; Εδώ εμπνέομαι.
Ο Μάριο χάιδεψε το σαγόνι του. Είχε άραγε καταλάβει τον λόγο που την ενέπνεε το σημείο; Μακάρι όχι, γιατί ήταν ικανός να πετάει σπόντες για εκείνη ακόμη και μπροστά στο αφεντικό του. Δεν είχε αλλάξει καθόλου από την εποχή που πήγαιναν μαζί σχολείο.
-Μας ξεβολεύεις γιατί εδώ παρκάρει το αγροτικό ο δον Γουστάβο.
-Ανάμεσα στα δέντρα; έκανε η Μπελίντα και βάλθηκε να γελάει για να ελαφρύνει τη θέση της. Ένιωθε αμηχανία που την έπιασε στα πράσα ο Σκύλος- όπως τον φώναζαν στο σχολείο επειδή γάβγιζε σε όλους όσους έκαναν αταξίες ή παραβίαζαν κανόνες.
-Πολύ αστείο! μόρφασε ο Μάριο. Δεν βλέπεις τα ίχνη από τις ρόδες στο χώμα πίσω σου; Εδώ παρκάρει. Κι επειδή θα έρθει όπου να 'ναι, καλό θα ήταν να συνεχίσεις τη μελέτη σπιτάκι σου.
-Θα έρθει όπου να 'ναι, είπες;
-Ναι, είναι στο χωριό. Άντε, Μπελίντα, έμαθες αυτό που ήθελες. Άντε, κοριτσάκι μου, άδειασε τη γωνιά τώρα
Η Μπελίντα σηκώθηκε και τίναξε τη φούστα της, περισσότερο απογοητευμένη γιατί δεν θα συναντούσε τον Γουστάβο παρά εκνευρισμένη από τους τρόπους του Σκύλου. Άρχισε να χτενίζει τα μακριά ξανθά μαλλιά της με τα δάχτυλα για να τα ξεμπλέξει από φύλλα και κλωναράκια, με το πάσο της, αφενός για να καθυστερήσει την απομάκρυνση και αφετέρου, επειδή απολάμβανε να βλέπει τον Σκύλο να χτυπάει ανυπόμονα την μπότα του στο χώμα και να ξεφυσάει.
Ξαφνικά, σκούστηκε μια τσιριχτή φωνή: "Άκρηηηηηηηη" κι η Μπελίντα βρέθηκε κατάχαμα, με όλο το βάρος του Σκύλου από πάνω της κι έναν θόρυβο μαρσαρίσματος στ' αυτιά της. Ένα όχημα πήγε να πέσει πάνω της και τελευταία στιγμή την τράβηξε ο Μάριο με αποτέλεσμα να σωριαστούν κι οι δυο. Δεν ήταν όμως το επιθυμητό όχημα. Ήταν το ποδήλατο της ανιψιάς του Γουστάβο.
-Συγνώμη, δεν πρόλαβα να φρενάρω! δικαιολογήθηκε η Λιλιάνα.
Δεν ήταν άγνωστη η Λιλιάνα στο χωριό. Ερχόταν συχνά κι η Μπελίντα την είχε δει να ιππεύει με τον θείο της. Εκείνο το επεισόδιο τους είχε δώσει την ευκαιρία να συστηθούν και να αναπτύξουν σχέσεις, καθώς η μικρή, ζωηρή κι εξωστρεφής, είχε ανάγκη από φίλους στην επαρχία.
-Τι σκέφτεσαι, κόρη μου; ρώτησε η Χασίντα, σερβίροντας το γεύμα.
-Αναρωτιέμαι αν βρίσκεται εδώ η ανιψιά του Εσκαλόνα. Θα ήθελα να τη δω μια από αυτές τις μέρες.
*****
Την επόμενη μέρα ο Γουστάβο σηκώθηκε από τα ξημερώματα. Δεν είχε κοιμηθεί παρά ελάχιστα. Πριν κάνει οτιδήποτε άλλο άνοιξε το τελευταίο συρτάρι της τουαλέτας. Κάτω από άχρηστα ατακτοποίητα αντικείμενα, έγγραφα και φακέλους βρίσκονταν δύο κορνίζες με φωτογραφίες της Ινές.
Τις πήρε στα χέρια του και τις κοίταξε για λίγη ώρα. Αυτές οι φωτογραφίες είχαν τραβηχτεί από τον ίδιο στο μήνα του μέλιτος. Στα μάτια της Ινές καθρεφτιζόταν η απέραντη αγάπη και η ευτυχία. "Αυτό που είχαμε ήταν μοναδικό και δεν πρόκειται να το ξαναζήσω. Όμως είναι καιρός πια να προχωρήσω". Έκλεισε απότομα το συρτάρι. Ύστερα από άλλη μια νύχτα αναπολήσεων το είχε πάρει απόφαση. Ήταν ακόμα νέος και ήθελε να ζήσει. Και για να γίνει αυτό έπρεπε να ξαναβρεί κάτι από τον παλιό του εαυτό. Η σχέση του με την Καρολίνα δεν είχε αποτύχει μόνο επειδή εκείνη αποδείχτηκε επιπόλαιη και ρηχή. Είχε αποτύχει επειδή κι εκείνος αρνιόταν να δώσει μια ευκαιρία στον εαυτό του να αφεθεί σε κάτι καινούργιο. "Δεν μπορώ να ανταγωνίζομαι μονίμως ένα φάντασμα Γουστάβο" του είχε φωνάξει στον τελευταίο τους καβγά πριν φύγει με τη βαλίτσα της κοπανώντας του την πόρτα. Οι φωτογραφίες της Ινές ήταν σ' όλο το σπίτι. Κάποια ρούχα της κρέμονταν ακόμα στην ντουλάπα του. Αυτό θα άλλαζε από σήμερα. Σκέφτηκε τη Βικτόρια. Είχαν χορέψει λίγο και μιλήσει ακόμα λιγότερο. Είχαν αποχαιρετιστεί χθες το βράδυ με την υπόσχεση να πάνε για ιππασία. Αυτή η κοπέλα μπορεί να φαινόταν ξιπασμένη στην ανιψιά του, όπως του είχε πει καθώς επέστρεφαν, όμως ο ίδιος ήταν σίγουρος ότι υπήρχε κάτι άλλο από αυτό που ήθελε να δείχνει. Κάτι που ήθελε να ανακαλύψει. "Μπορώ να περάσω Γουστάβο;" ακούστηκε η φωνή του Μάριο που στεκόταν στην πόρτα.
Back to top Go down
View user profile
mel
Admin
avatar

Female Posts : 1405
Join date : 2015-08-11

PostSubject: Re: Συνέχισε την ιστορία...    Thu Apr 07, 2016 10:05 pm

*****
Μακριά από την βαβούρα του πύργου των Λεκορνέ, στο παλιό αρχοντικό επικρατούσε ησυχία. Η Χασίντα είχε μόλις τελειώσει τις καθημερινές της δουλειές και ήταν έτοιμη να πάει να ξαπλώσει, όταν  ένας σίφουνας που εισέβαλε στην κουζίνα την ανάγκασε να αναβάλλει για λίγο τα σχέδια. Ήταν ένα ξανθό κορίτσι που πέταξε στο πάτωμα το σακίδιο που κουβαλούσε και έπεσε πριν το καταλάβει στην αγκαλιά της.
-Πόσο χαίρομαι που είμαι πάλι εδώ, μου λείψατε πάρα πολύ στην πόλη!
-Κι εγώ χαίρομαι κόρη μου, αλλά σε περίμενα αύριο.
-Σκέφτηκα πως θα ήταν καλύτερα να έρθω σήμερα ώστε από αύριο το πρωί να οργανωθώ, απάντησε γρήγορα ο σίφουνας, πριν προλάβει η Χασίντα να πει άλλη λέξη. Το σπίτι δε νοικιάστηκε φέτος;
-Πως! Σε δύο αδέρφια την Βικτόρια και τον Εντουάρντο Μοντέρο. Αν σου φαίνεται άδειο είναι γιατί λείπουν απόψε, σε έναν χορό.
-Χορό; Αν είναι να ετοιμαστούμε να πάμε.
-Όχι Μπελίντα, πρόκειται για επίσημο χορό κι εμείς δεν έχουμε καμιά θέση εκεί.
-Κατάλαβα, οι Λεκορνέ, συμπέρανε η κοπέλα με έναν μορφασμό.
Η μεγάλη καλοκαιρινή γιορτή των Λεκορνέ ήταν το μεγάλο γεγονός κάθε χρόνο κι εκεί παραβρίσκονταν όλος ο κόσμος, η ανώτερη και μεσαία τάξη. Άτυπα ήταν αποκλεισμένη μόνο η κατηγορία στην οποία άνηκαν η Χασίντα, η Μπελίντα, ο Χοσέ: εκείνοι που καταλάμβαναν την κατώτατη θέση στην κοινωνική ιεραρχία.
-Άσε τώρα τους Λεκορνε, θα σου ετοιμάσω κάτι να φας και μετά θα πας να ξεκουραστείς γιατί σίγουρα ταλαιπωρήθηκες απ' το ταξίδι κόρη μου.
Εύκολα θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως η προσφώνηση "κόρη μου" ήταν απλώς προσφώνηση γιατί η ξανθούλα με τα μπλε μάτια έμοιαζε περισσότερο με Σκανδιναβή τουρίστρια που ο δρόμος την έβγαλε στο συγκεκριμένο μέρος παρά με κόρη Ινδιάνας.
Αυτό που δεν θα μάντευε όμως ποτέ κανείς είναι ο πραγματικός λόγος που η Μπελίντα αποφάσισε να γυρίσει λίγο νωρίτερα στο χωριό. Είχε τόση ανάγκη να βρει παρηγοριά στο γνώριμο περιβάλλον του σπιτιού της και να σκεφτεί... και να κρυφτεί. Τώρα καθόταν απέναντι στη μητέρα της και έτρωγε μηχανικά. Τι θα σκεφτόταν η καημένη η γυναικούλα αν μάθαινε για την άσωτη ζωή της κόρης της στη μεγαλούπολη; Πως θα της εξηγούσε ότι κοιμήθηκε με κάποιον που ούτε το όνομά του δεν ήξερε και το επόμενο πρωί έντρομη ανακάλυψε ότι αυτός ο άνδρας ήταν ο πατέρας του πρώην φίλου της; Ο οποίος (πρώην) τώρα ήταν έξαλλος και ήθελε να την πνίξει. Ευτυχώς που ποτέ δεν του είπε από ποιο μέρος ήταν. Πόσο μετάνιωνε! Θα γινόταν καλό κορίτσι από δω και πέρα. Θα στρωνόταν στο διάβασμα για να πάρει το πτυχίο της και θα έμενε μακριά από άνδρες εκτός κι αν παρουσιαζόταν κάποιος σοβαρός κι αξιότιμος. Κάποιος σαν... τον Γουστάβο. Από μικρή της άρεσε αλλά ήξερε και εξακολουθούσε να αναγνωρίζει ότι ήταν εκτός των δυνατοτήτων της.
Θυμήθηκε τη γνωριμία της με την ανιψιά του το προηγούμενο καλοκαίρι. Η ίδια είχε έρθει να περάσει λίγες μέρες με τους γονείς και δεν έχανε την ευκαιρία για περιπάτους μέχρι το ράντσο του Εσκαλόνα. Έπαιρνε θέση ανάμεσα στα πελώρια δέντρα από όπου μπορούσε να κοιτάζει το κιόσκι στον κήπου του ράντσου, ξάπλωνε νωχελικά στο καταπράσινο στρώμα από φύλλα και χορτάρια, άνοιγε στα πόδια της ένα περιοδικό μόδας και παρίστανε την αφοσιωμένη αναγνώστρια ενώ μέσα της προσευχόταν να τύχει να περάσει ο Γουστάβο από μπροστά της. Αντί για εκείνον, την εντόπισε ο Μάριο Βιγιανουέβα, παλιός της συμμαθητής που εδώ και λίγα χρόνια καθάριζε τους στάβλους του Εσκαλόνα. Δεν τον πήρε είδηση ώσπου πλησίασε στο σημείο που καθόταν και της έκανε παρατήρηση.
-Με τις ώρες διαβάζεις αυτό το μαραφέτι. Δεν έχεις σπίτι, Μπελίντα;
-Ποιόν ενοχλώ; Μελετάω για την τέχνη μου, απέκρουσε εκείνη.
-Πόση μελέτη χρειάζεται για να ράψεις μαραφέτια; Χώρια που μας ξεβολεύεις εδώ που κάθεσαι.
Η Μπελίντα ανασήκωσε τους ώμους.
-Πολλή ώρα χρειάζεται. Και γιατί σας ξεβολεύω; Εδώ εμπνέομαι.
Ο Μάριο χάιδεψε το σαγόνι του. Είχε άραγε καταλάβει τον λόγο που την ενέπνεε το σημείο; Μακάρι όχι, γιατί ήταν ικανός να πετάει σπόντες για εκείνη ακόμη και μπροστά στο αφεντικό του. Δεν είχε αλλάξει καθόλου από την εποχή που πήγαιναν μαζί σχολείο.
-Μας ξεβολεύεις γιατί εδώ παρκάρει το αγροτικό ο δον Γουστάβο.
-Ανάμεσα στα δέντρα; έκανε η Μπελίντα και βάλθηκε να γελάει για να ελαφρύνει τη θέση της. Ένιωθε αμηχανία που την έπιασε στα πράσα ο Σκύλος- όπως τον φώναζαν στο σχολείο επειδή γάβγιζε σε όλους όσους έκαναν αταξίες ή παραβίαζαν κανόνες.
-Πολύ αστείο! μόρφασε ο Μάριο. Δεν βλέπεις τα ίχνη από τις ρόδες στο χώμα πίσω σου; Εδώ παρκάρει. Κι επειδή θα έρθει όπου να 'ναι, καλό θα ήταν να συνεχίσεις τη μελέτη σπιτάκι σου.
-Θα έρθει όπου να 'ναι, είπες;
-Ναι, είναι στο χωριό. Άντε, Μπελίντα, έμαθες αυτό που ήθελες. Άντε, κοριτσάκι μου, άδειασε τη γωνιά τώρα
Η Μπελίντα σηκώθηκε και τίναξε τη φούστα της, περισσότερο απογοητευμένη γιατί δεν θα συναντούσε τον Γουστάβο παρά εκνευρισμένη από τους τρόπους του Σκύλου. Άρχισε να χτενίζει τα μακριά ξανθά μαλλιά της με τα δάχτυλα για να τα ξεμπλέξει από φύλλα και κλωναράκια, με το πάσο της, αφενός για να καθυστερήσει την απομάκρυνση και αφετέρου, επειδή απολάμβανε να βλέπει τον Σκύλο να χτυπάει ανυπόμονα την μπότα του στο χώμα και να ξεφυσάει.
Ξαφνικά, σκούστηκε μια τσιριχτή φωνή: "Άκρηηηηηηηη" κι η Μπελίντα βρέθηκε κατάχαμα, με όλο το βάρος του Σκύλου από πάνω της κι έναν θόρυβο μαρσαρίσματος στ' αυτιά της. Ένα όχημα πήγε να πέσει πάνω της και τελευταία στιγμή την τράβηξε ο Μάριο με αποτέλεσμα να σωριαστούν κι οι δυο. Δεν ήταν όμως το επιθυμητό όχημα. Ήταν το ποδήλατο της ανιψιάς του Γουστάβο.
-Συγνώμη, δεν πρόλαβα να φρενάρω! δικαιολογήθηκε η Λιλιάνα.
Δεν ήταν άγνωστη η Λιλιάνα στο χωριό. Ερχόταν συχνά κι η Μπελίντα την είχε δει να ιππεύει με τον θείο της. Εκείνο το επεισόδιο τους είχε δώσει την ευκαιρία να συστηθούν και να αναπτύξουν σχέσεις, καθώς η μικρή, ζωηρή κι εξωστρεφής, είχε ανάγκη από φίλους στην επαρχία.
-Τι σκέφτεσαι, κόρη μου; ρώτησε η Χασίντα, σερβίροντας το γεύμα.
-Αναρωτιέμαι αν βρίσκεται εδώ η ανιψιά του Εσκαλόνα. Θα ήθελα να τη δω μια από αυτές τις μέρες.
*****
Την επόμενη μέρα ο Γουστάβο σηκώθηκε από τα ξημερώματα. Δεν είχε κοιμηθεί παρά ελάχιστα. Πριν κάνει οτιδήποτε άλλο άνοιξε το τελευταίο συρτάρι της τουαλέτας. Κάτω από άχρηστα ατακτοποίητα αντικείμενα, έγγραφα και φακέλους βρίσκονταν δύο κορνίζες με φωτογραφίες της Ινές.
Τις πήρε στα χέρια του και τις κοίταξε για λίγη ώρα. Αυτές οι φωτογραφίες είχαν τραβηχτεί από τον ίδιο στο μήνα του μέλιτος. Στα μάτια της Ινές καθρεφτιζόταν η απέραντη αγάπη και η ευτυχία. "Αυτό που είχαμε ήταν μοναδικό και δεν πρόκειται να το ξαναζήσω. Όμως είναι καιρός πια να προχωρήσω". Έκλεισε απότομα το συρτάρι. Ύστερα από άλλη μια νύχτα αναπολήσεων το είχε πάρει απόφαση. Ήταν ακόμα νέος και ήθελε να ζήσει. Και για να γίνει αυτό έπρεπε να ξαναβρεί κάτι από τον παλιό του εαυτό. Η σχέση του με την Καρολίνα δεν είχε αποτύχει μόνο επειδή εκείνη αποδείχτηκε επιπόλαιη και ρηχή. Είχε αποτύχει επειδή κι εκείνος αρνιόταν να δώσει μια ευκαιρία στον εαυτό του να αφεθεί σε κάτι καινούργιο. "Δεν μπορώ να ανταγωνίζομαι μονίμως ένα φάντασμα Γουστάβο" του είχε φωνάξει στον τελευταίο τους καβγά πριν φύγει με τη βαλίτσα της κοπανώντας του την πόρτα. Οι φωτογραφίες της Ινές ήταν σ' όλο το σπίτι. Κάποια ρούχα της κρέμονταν ακόμα στην ντουλάπα του. Αυτό θα άλλαζε από σήμερα. Σκέφτηκε τη Βικτόρια. Είχαν χορέψει λίγο και μιλήσει ακόμα λιγότερο. Είχαν αποχαιρετιστεί χθες το βράδυ με την υπόσχεση να πάνε για ιππασία. Αυτή η κοπέλα μπορεί να φαινόταν ξιπασμένη στην ανιψιά του, όπως του είχε πει καθώς επέστρεφαν, όμως ο ίδιος ήταν σίγουρος ότι υπήρχε κάτι άλλο από αυτό που ήθελε να δείχνει. Κάτι που ήθελε να ανακαλύψει. "Μπορώ να περάσω Γουστάβο;" ακούστηκε η φωνή του Μάριο που στεκόταν στην πόρτα.
Σηκώθηκε. Στο πρόσωπό του ζωγραφίστηκε μια έκφραση δυσφορίας. Έπρεπε να εκνευριστεί ή να ανησυχήσει για το ακατάλληλο της ώρας; Ο Μάριο ήταν συνήθως τυπικός, δεν έκανε του κεφαλιού του.
-Τι θέλεις Μάριο, ρώτησε σοβαρά σχεδόν αυστηρά.

_________________
Back to top Go down
View user profile http://thlenouvelotrela.forumgreek.com
Αλμοδοβαρεμένη

avatar

Posts : 697
Join date : 2015-08-13

PostSubject: Re: Συνέχισε την ιστορία...    Fri Apr 15, 2016 6:06 pm

*****
Μακριά από την βαβούρα του πύργου των Λεκορνέ, στο παλιό αρχοντικό επικρατούσε ησυχία. Η Χασίντα είχε μόλις τελειώσει τις καθημερινές της δουλειές και ήταν έτοιμη να πάει να ξαπλώσει, όταν ένας σίφουνας που εισέβαλε στην κουζίνα την ανάγκασε να αναβάλλει για λίγο τα σχέδια. Ήταν ένα ξανθό κορίτσι που πέταξε στο πάτωμα το σακίδιο που κουβαλούσε και έπεσε πριν το καταλάβει στην αγκαλιά της.
-Πόσο χαίρομαι που είμαι πάλι εδώ, μου λείψατε πάρα πολύ στην πόλη!
-Κι εγώ χαίρομαι κόρη μου, αλλά σε περίμενα αύριο.
-Σκέφτηκα πως θα ήταν καλύτερα να έρθω σήμερα ώστε από αύριο το πρωί να οργανωθώ, απάντησε γρήγορα ο σίφουνας, πριν προλάβει η Χασίντα να πει άλλη λέξη. Το σπίτι δε νοικιάστηκε φέτος;
-Πως! Σε δύο αδέρφια την Βικτόρια και τον Εντουάρντο Μοντέρο. Αν σου φαίνεται άδειο είναι γιατί λείπουν απόψε, σε έναν χορό.
-Χορό; Αν είναι να ετοιμαστούμε να πάμε.
-Όχι Μπελίντα, πρόκειται για επίσημο χορό κι εμείς δεν έχουμε καμιά θέση εκεί.
-Κατάλαβα, οι Λεκορνέ, συμπέρανε η κοπέλα με έναν μορφασμό.
Η μεγάλη καλοκαιρινή γιορτή των Λεκορνέ ήταν το μεγάλο γεγονός κάθε χρόνο κι εκεί παραβρίσκονταν όλος ο κόσμος, η ανώτερη και μεσαία τάξη. Άτυπα ήταν αποκλεισμένη μόνο η κατηγορία στην οποία άνηκαν η Χασίντα, η Μπελίντα, ο Χοσέ: εκείνοι που καταλάμβαναν την κατώτατη θέση στην κοινωνική ιεραρχία.
-Άσε τώρα τους Λεκορνε, θα σου ετοιμάσω κάτι να φας και μετά θα πας να ξεκουραστείς γιατί σίγουρα ταλαιπωρήθηκες απ' το ταξίδι κόρη μου.
Εύκολα θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως η προσφώνηση "κόρη μου" ήταν απλώς προσφώνηση γιατί η ξανθούλα με τα μπλε μάτια έμοιαζε περισσότερο με Σκανδιναβή τουρίστρια που ο δρόμος την έβγαλε στο συγκεκριμένο μέρος παρά με κόρη Ινδιάνας.
Αυτό που δεν θα μάντευε όμως ποτέ κανείς είναι ο πραγματικός λόγος που η Μπελίντα αποφάσισε να γυρίσει λίγο νωρίτερα στο χωριό. Είχε τόση ανάγκη να βρει παρηγοριά στο γνώριμο περιβάλλον του σπιτιού της και να σκεφτεί... και να κρυφτεί. Τώρα καθόταν απέναντι στη μητέρα της και έτρωγε μηχανικά. Τι θα σκεφτόταν η καημένη η γυναικούλα αν μάθαινε για την άσωτη ζωή της κόρης της στη μεγαλούπολη; Πως θα της εξηγούσε ότι κοιμήθηκε με κάποιον που ούτε το όνομά του δεν ήξερε και το επόμενο πρωί έντρομη ανακάλυψε ότι αυτός ο άνδρας ήταν ο πατέρας του πρώην φίλου της; Ο οποίος (πρώην) τώρα ήταν έξαλλος και ήθελε να την πνίξει. Ευτυχώς που ποτέ δεν του είπε από ποιο μέρος ήταν. Πόσο μετάνιωνε! Θα γινόταν καλό κορίτσι από δω και πέρα. Θα στρωνόταν στο διάβασμα για να πάρει το πτυχίο της και θα έμενε μακριά από άνδρες εκτός κι αν παρουσιαζόταν κάποιος σοβαρός κι αξιότιμος. Κάποιος σαν... τον Γουστάβο. Από μικρή της άρεσε αλλά ήξερε και εξακολουθούσε να αναγνωρίζει ότι ήταν εκτός των δυνατοτήτων της.
Θυμήθηκε τη γνωριμία της με την ανιψιά του το προηγούμενο καλοκαίρι. Η ίδια είχε έρθει να περάσει λίγες μέρες με τους γονείς και δεν έχανε την ευκαιρία για περιπάτους μέχρι το ράντσο του Εσκαλόνα. Έπαιρνε θέση ανάμεσα στα πελώρια δέντρα από όπου μπορούσε να κοιτάζει το κιόσκι στον κήπου του ράντσου, ξάπλωνε νωχελικά στο καταπράσινο στρώμα από φύλλα και χορτάρια, άνοιγε στα πόδια της ένα περιοδικό μόδας και παρίστανε την αφοσιωμένη αναγνώστρια ενώ μέσα της προσευχόταν να τύχει να περάσει ο Γουστάβο από μπροστά της. Αντί για εκείνον, την εντόπισε ο Μάριο Βιγιανουέβα, παλιός της συμμαθητής που εδώ και λίγα χρόνια καθάριζε τους στάβλους του Εσκαλόνα. Δεν τον πήρε είδηση ώσπου πλησίασε στο σημείο που καθόταν και της έκανε παρατήρηση.
-Με τις ώρες διαβάζεις αυτό το μαραφέτι. Δεν έχεις σπίτι, Μπελίντα;
-Ποιόν ενοχλώ; Μελετάω για την τέχνη μου, απέκρουσε εκείνη.
-Πόση μελέτη χρειάζεται για να ράψεις μαραφέτια; Χώρια που μας ξεβολεύεις εδώ που κάθεσαι.
Η Μπελίντα ανασήκωσε τους ώμους.
-Πολλή ώρα χρειάζεται. Και γιατί σας ξεβολεύω; Εδώ εμπνέομαι.
Ο Μάριο χάιδεψε το σαγόνι του. Είχε άραγε καταλάβει τον λόγο που την ενέπνεε το σημείο; Μακάρι όχι, γιατί ήταν ικανός να πετάει σπόντες για εκείνη ακόμη και μπροστά στο αφεντικό του. Δεν είχε αλλάξει καθόλου από την εποχή που πήγαιναν μαζί σχολείο.
-Μας ξεβολεύεις γιατί εδώ παρκάρει το αγροτικό ο δον Γουστάβο.
-Ανάμεσα στα δέντρα; έκανε η Μπελίντα και βάλθηκε να γελάει για να ελαφρύνει τη θέση της. Ένιωθε αμηχανία που την έπιασε στα πράσα ο Σκύλος- όπως τον φώναζαν στο σχολείο επειδή γάβγιζε σε όλους όσους έκαναν αταξίες ή παραβίαζαν κανόνες.
-Πολύ αστείο! μόρφασε ο Μάριο. Δεν βλέπεις τα ίχνη από τις ρόδες στο χώμα πίσω σου; Εδώ παρκάρει. Κι επειδή θα έρθει όπου να 'ναι, καλό θα ήταν να συνεχίσεις τη μελέτη σπιτάκι σου.
-Θα έρθει όπου να 'ναι, είπες;
-Ναι, είναι στο χωριό. Άντε, Μπελίντα, έμαθες αυτό που ήθελες. Άντε, κοριτσάκι μου, άδειασε τη γωνιά τώρα
Η Μπελίντα σηκώθηκε και τίναξε τη φούστα της, περισσότερο απογοητευμένη γιατί δεν θα συναντούσε τον Γουστάβο παρά εκνευρισμένη από τους τρόπους του Σκύλου. Άρχισε να χτενίζει τα μακριά ξανθά μαλλιά της με τα δάχτυλα για να τα ξεμπλέξει από φύλλα και κλωναράκια, με το πάσο της, αφενός για να καθυστερήσει την απομάκρυνση και αφετέρου, επειδή απολάμβανε να βλέπει τον Σκύλο να χτυπάει ανυπόμονα την μπότα του στο χώμα και να ξεφυσάει.
Ξαφνικά, σκούστηκε μια τσιριχτή φωνή: "Άκρηηηηηηηη" κι η Μπελίντα βρέθηκε κατάχαμα, με όλο το βάρος του Σκύλου από πάνω της κι έναν θόρυβο μαρσαρίσματος στ' αυτιά της. Ένα όχημα πήγε να πέσει πάνω της και τελευταία στιγμή την τράβηξε ο Μάριο με αποτέλεσμα να σωριαστούν κι οι δυο. Δεν ήταν όμως το επιθυμητό όχημα. Ήταν το ποδήλατο της ανιψιάς του Γουστάβο.
-Συγνώμη, δεν πρόλαβα να φρενάρω! δικαιολογήθηκε η Λιλιάνα.
Δεν ήταν άγνωστη η Λιλιάνα στο χωριό. Ερχόταν συχνά κι η Μπελίντα την είχε δει να ιππεύει με τον θείο της. Εκείνο το επεισόδιο τους είχε δώσει την ευκαιρία να συστηθούν και να αναπτύξουν σχέσεις, καθώς η μικρή, ζωηρή κι εξωστρεφής, είχε ανάγκη από φίλους στην επαρχία.
-Τι σκέφτεσαι, κόρη μου; ρώτησε η Χασίντα, σερβίροντας το γεύμα.
-Αναρωτιέμαι αν βρίσκεται εδώ η ανιψιά του Εσκαλόνα. Θα ήθελα να τη δω μια από αυτές τις μέρες.
*****
Την επόμενη μέρα ο Γουστάβο σηκώθηκε από τα ξημερώματα. Δεν είχε κοιμηθεί παρά ελάχιστα. Πριν κάνει οτιδήποτε άλλο άνοιξε το τελευταίο συρτάρι της τουαλέτας. Κάτω από άχρηστα ατακτοποίητα αντικείμενα, έγγραφα και φακέλους βρίσκονταν δύο κορνίζες με φωτογραφίες της Ινές.
Τις πήρε στα χέρια του και τις κοίταξε για λίγη ώρα. Αυτές οι φωτογραφίες είχαν τραβηχτεί από τον ίδιο στο μήνα του μέλιτος. Στα μάτια της Ινές καθρεφτιζόταν η απέραντη αγάπη και η ευτυχία. "Αυτό που είχαμε ήταν μοναδικό και δεν πρόκειται να το ξαναζήσω. Όμως είναι καιρός πια να προχωρήσω". Έκλεισε απότομα το συρτάρι. Ύστερα από άλλη μια νύχτα αναπολήσεων το είχε πάρει απόφαση. Ήταν ακόμα νέος και ήθελε να ζήσει. Και για να γίνει αυτό έπρεπε να ξαναβρεί κάτι από τον παλιό του εαυτό. Η σχέση του με την Καρολίνα δεν είχε αποτύχει μόνο επειδή εκείνη αποδείχτηκε επιπόλαιη και ρηχή. Είχε αποτύχει επειδή κι εκείνος αρνιόταν να δώσει μια ευκαιρία στον εαυτό του να αφεθεί σε κάτι καινούργιο. "Δεν μπορώ να ανταγωνίζομαι μονίμως ένα φάντασμα Γουστάβο" του είχε φωνάξει στον τελευταίο τους καβγά πριν φύγει με τη βαλίτσα της κοπανώντας του την πόρτα. Οι φωτογραφίες της Ινές ήταν σ' όλο το σπίτι. Κάποια ρούχα της κρέμονταν ακόμα στην ντουλάπα του. Αυτό θα άλλαζε από σήμερα. Σκέφτηκε τη Βικτόρια. Είχαν χορέψει λίγο και μιλήσει ακόμα λιγότερο. Είχαν αποχαιρετιστεί χθες το βράδυ με την υπόσχεση να πάνε για ιππασία. Αυτή η κοπέλα μπορεί να φαινόταν ξιπασμένη στην ανιψιά του, όπως του είχε πει καθώς επέστρεφαν, όμως ο ίδιος ήταν σίγουρος ότι υπήρχε κάτι άλλο από αυτό που ήθελε να δείχνει. Κάτι που ήθελε να ανακαλύψει. "Μπορώ να περάσω Γουστάβο;" ακούστηκε η φωνή του Μάριο που στεκόταν στην πόρτα.
Σηκώθηκε. Στο πρόσωπό του ζωγραφίστηκε μια έκφραση δυσφορίας. Έπρεπε να εκνευριστεί ή να ανησυχήσει για το ακατάλληλο της ώρας; Ο Μάριο ήταν συνήθως τυπικός, δεν έκανε του κεφαλιού του.
-Τι θέλεις Μάριο, ρώτησε σοβαρά σχεδόν αυστηρά.
-Συγχώρα με για την ενόχληση πρωινιάτικα, Γουστάβο, θέλω να μάθω αν αληθεύει.
Ο Γουστάβο κοίταξε το παραπονεμένο βλέμμα του Μάριο και γέμισε ερωτηματικά.
-Ποιο πράγμα;
-Λένε πως σκέφτεσαι να πουλήσεις τη φάρμα για να φύγεις από το χωριό και να γίνεις μόνιμος κάτοικος στην πρωτεύουσα.
-Τι ανοησίες είναι αυτές; Ποιοι τις λένε;
-Διάφοροι, απάντησε ο Μάριο αποφεύγοντας να κοιτάξει τον συνομιλητή του. Ο Γουστάβο, όμως, τον γνώριζε καλά. Δεν ήταν διάφοροι οι κουτσομπόληδες του χωριού, συγκεκριμένοι ήταν και δεν ήθελε να ομολογήσει τα ονόματά τους ο Σκύλος γιατί πάντα φοβόταν μην χαρακτηριστεί χαφιές. Ανέκαθεν καμάρωνε όταν τον έλεγαν εχέμυθο και είχε πάρει τόσο σοβαρά το ρόλο του, που κάλυπτε ακόμη και τους ανόητους φλύαρους. Αληθεύει, λοιπόν;
-Μα είναι δυνατόν να δίνεις σημασία στα λόγια διαφόρων; Ξέρεις καλά τι σημαίνει η φάρμα για μένα!
-Γι' αυτό παραξενεύτηκα όταν έφτασαν τα λόγια αυτά στ' αυτιά μου και ήρθα να σε ρωτήσω.
-Εγώ παραξενεύομαι που έλαβες υπ' όψιν σου τα σχόλια αυτά εξαρχής, αναστέναξε ο Γουστάβο.
-Χμ, να, πώς να το πω; Είχαν μία βάση.
Ο Γουστάβο έμεινε άναυδος. Τι φήμες διαδίδονταν δηλαδή και είχαν βάση; Τι βάση; Και ποιος μίζερος τις έσπειρε;
Back to top Go down
View user profile
Άσχετη

avatar

Posts : 55
Join date : 2015-08-13

PostSubject: Re: Συνέχισε την ιστορία...    Sat Apr 16, 2016 9:45 pm

*****
Μακριά από την βαβούρα του πύργου των Λεκορνέ, στο παλιό αρχοντικό επικρατούσε ησυχία. Η Χασίντα είχε μόλις τελειώσει τις καθημερινές της δουλειές και ήταν έτοιμη να πάει να ξαπλώσει, όταν ένας σίφουνας που εισέβαλε στην κουζίνα την ανάγκασε να αναβάλλει για λίγο τα σχέδια. Ήταν ένα ξανθό κορίτσι που πέταξε στο πάτωμα το σακίδιο που κουβαλούσε και έπεσε πριν το καταλάβει στην αγκαλιά της.
-Πόσο χαίρομαι που είμαι πάλι εδώ, μου λείψατε πάρα πολύ στην πόλη!
-Κι εγώ χαίρομαι κόρη μου, αλλά σε περίμενα αύριο.
-Σκέφτηκα πως θα ήταν καλύτερα να έρθω σήμερα ώστε από αύριο το πρωί να οργανωθώ, απάντησε γρήγορα ο σίφουνας, πριν προλάβει η Χασίντα να πει άλλη λέξη. Το σπίτι δε νοικιάστηκε φέτος;
-Πως! Σε δύο αδέρφια την Βικτόρια και τον Εντουάρντο Μοντέρο. Αν σου φαίνεται άδειο είναι γιατί λείπουν απόψε, σε έναν χορό.
-Χορό; Αν είναι να ετοιμαστούμε να πάμε.
-Όχι Μπελίντα, πρόκειται για επίσημο χορό κι εμείς δεν έχουμε καμιά θέση εκεί.
-Κατάλαβα, οι Λεκορνέ, συμπέρανε η κοπέλα με έναν μορφασμό.
Η μεγάλη καλοκαιρινή γιορτή των Λεκορνέ ήταν το μεγάλο γεγονός κάθε χρόνο κι εκεί παραβρίσκονταν όλος ο κόσμος, η ανώτερη και μεσαία τάξη. Άτυπα ήταν αποκλεισμένη μόνο η κατηγορία στην οποία άνηκαν η Χασίντα, η Μπελίντα, ο Χοσέ: εκείνοι που καταλάμβαναν την κατώτατη θέση στην κοινωνική ιεραρχία.
-Άσε τώρα τους Λεκορνε, θα σου ετοιμάσω κάτι να φας και μετά θα πας να ξεκουραστείς γιατί σίγουρα ταλαιπωρήθηκες απ' το ταξίδι κόρη μου.
Εύκολα θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως η προσφώνηση "κόρη μου" ήταν απλώς προσφώνηση γιατί η ξανθούλα με τα μπλε μάτια έμοιαζε περισσότερο με Σκανδιναβή τουρίστρια που ο δρόμος την έβγαλε στο συγκεκριμένο μέρος παρά με κόρη Ινδιάνας.
Αυτό που δεν θα μάντευε όμως ποτέ κανείς είναι ο πραγματικός λόγος που η Μπελίντα αποφάσισε να γυρίσει λίγο νωρίτερα στο χωριό. Είχε τόση ανάγκη να βρει παρηγοριά στο γνώριμο περιβάλλον του σπιτιού της και να σκεφτεί... και να κρυφτεί. Τώρα καθόταν απέναντι στη μητέρα της και έτρωγε μηχανικά. Τι θα σκεφτόταν η καημένη η γυναικούλα αν μάθαινε για την άσωτη ζωή της κόρης της στη μεγαλούπολη; Πως θα της εξηγούσε ότι κοιμήθηκε με κάποιον που ούτε το όνομά του δεν ήξερε και το επόμενο πρωί έντρομη ανακάλυψε ότι αυτός ο άνδρας ήταν ο πατέρας του πρώην φίλου της; Ο οποίος (πρώην) τώρα ήταν έξαλλος και ήθελε να την πνίξει. Ευτυχώς που ποτέ δεν του είπε από ποιο μέρος ήταν. Πόσο μετάνιωνε! Θα γινόταν καλό κορίτσι από δω και πέρα. Θα στρωνόταν στο διάβασμα για να πάρει το πτυχίο της και θα έμενε μακριά από άνδρες εκτός κι αν παρουσιαζόταν κάποιος σοβαρός κι αξιότιμος. Κάποιος σαν... τον Γουστάβο. Από μικρή της άρεσε αλλά ήξερε και εξακολουθούσε να αναγνωρίζει ότι ήταν εκτός των δυνατοτήτων της.
Θυμήθηκε τη γνωριμία της με την ανιψιά του το προηγούμενο καλοκαίρι. Η ίδια είχε έρθει να περάσει λίγες μέρες με τους γονείς και δεν έχανε την ευκαιρία για περιπάτους μέχρι το ράντσο του Εσκαλόνα. Έπαιρνε θέση ανάμεσα στα πελώρια δέντρα από όπου μπορούσε να κοιτάζει το κιόσκι στον κήπου του ράντσου, ξάπλωνε νωχελικά στο καταπράσινο στρώμα από φύλλα και χορτάρια, άνοιγε στα πόδια της ένα περιοδικό μόδας και παρίστανε την αφοσιωμένη αναγνώστρια ενώ μέσα της προσευχόταν να τύχει να περάσει ο Γουστάβο από μπροστά της. Αντί για εκείνον, την εντόπισε ο Μάριο Βιγιανουέβα, παλιός της συμμαθητής που εδώ και λίγα χρόνια καθάριζε τους στάβλους του Εσκαλόνα. Δεν τον πήρε είδηση ώσπου πλησίασε στο σημείο που καθόταν και της έκανε παρατήρηση.
-Με τις ώρες διαβάζεις αυτό το μαραφέτι. Δεν έχεις σπίτι, Μπελίντα;
-Ποιόν ενοχλώ; Μελετάω για την τέχνη μου, απέκρουσε εκείνη.
-Πόση μελέτη χρειάζεται για να ράψεις μαραφέτια; Χώρια που μας ξεβολεύεις εδώ που κάθεσαι.
Η Μπελίντα ανασήκωσε τους ώμους.
-Πολλή ώρα χρειάζεται. Και γιατί σας ξεβολεύω; Εδώ εμπνέομαι.
Ο Μάριο χάιδεψε το σαγόνι του. Είχε άραγε καταλάβει τον λόγο που την ενέπνεε το σημείο; Μακάρι όχι, γιατί ήταν ικανός να πετάει σπόντες για εκείνη ακόμη και μπροστά στο αφεντικό του. Δεν είχε αλλάξει καθόλου από την εποχή που πήγαιναν μαζί σχολείο.
-Μας ξεβολεύεις γιατί εδώ παρκάρει το αγροτικό ο δον Γουστάβο.
-Ανάμεσα στα δέντρα; έκανε η Μπελίντα και βάλθηκε να γελάει για να ελαφρύνει τη θέση της. Ένιωθε αμηχανία που την έπιασε στα πράσα ο Σκύλος- όπως τον φώναζαν στο σχολείο επειδή γάβγιζε σε όλους όσους έκαναν αταξίες ή παραβίαζαν κανόνες.
-Πολύ αστείο! μόρφασε ο Μάριο. Δεν βλέπεις τα ίχνη από τις ρόδες στο χώμα πίσω σου; Εδώ παρκάρει. Κι επειδή θα έρθει όπου να 'ναι, καλό θα ήταν να συνεχίσεις τη μελέτη σπιτάκι σου.
-Θα έρθει όπου να 'ναι, είπες;
-Ναι, είναι στο χωριό. Άντε, Μπελίντα, έμαθες αυτό που ήθελες. Άντε, κοριτσάκι μου, άδειασε τη γωνιά τώρα
Η Μπελίντα σηκώθηκε και τίναξε τη φούστα της, περισσότερο απογοητευμένη γιατί δεν θα συναντούσε τον Γουστάβο παρά εκνευρισμένη από τους τρόπους του Σκύλου. Άρχισε να χτενίζει τα μακριά ξανθά μαλλιά της με τα δάχτυλα για να τα ξεμπλέξει από φύλλα και κλωναράκια, με το πάσο της, αφενός για να καθυστερήσει την απομάκρυνση και αφετέρου, επειδή απολάμβανε να βλέπει τον Σκύλο να χτυπάει ανυπόμονα την μπότα του στο χώμα και να ξεφυσάει.
Ξαφνικά, σκούστηκε μια τσιριχτή φωνή: "Άκρηηηηηηηη" κι η Μπελίντα βρέθηκε κατάχαμα, με όλο το βάρος του Σκύλου από πάνω της κι έναν θόρυβο μαρσαρίσματος στ' αυτιά της. Ένα όχημα πήγε να πέσει πάνω της και τελευταία στιγμή την τράβηξε ο Μάριο με αποτέλεσμα να σωριαστούν κι οι δυο. Δεν ήταν όμως το επιθυμητό όχημα. Ήταν το ποδήλατο της ανιψιάς του Γουστάβο.
-Συγνώμη, δεν πρόλαβα να φρενάρω! δικαιολογήθηκε η Λιλιάνα.
Δεν ήταν άγνωστη η Λιλιάνα στο χωριό. Ερχόταν συχνά κι η Μπελίντα την είχε δει να ιππεύει με τον θείο της. Εκείνο το επεισόδιο τους είχε δώσει την ευκαιρία να συστηθούν και να αναπτύξουν σχέσεις, καθώς η μικρή, ζωηρή κι εξωστρεφής, είχε ανάγκη από φίλους στην επαρχία.
-Τι σκέφτεσαι, κόρη μου; ρώτησε η Χασίντα, σερβίροντας το γεύμα.
-Αναρωτιέμαι αν βρίσκεται εδώ η ανιψιά του Εσκαλόνα. Θα ήθελα να τη δω μια από αυτές τις μέρες.
*****
Την επόμενη μέρα ο Γουστάβο σηκώθηκε από τα ξημερώματα. Δεν είχε κοιμηθεί παρά ελάχιστα. Πριν κάνει οτιδήποτε άλλο άνοιξε το τελευταίο συρτάρι της τουαλέτας. Κάτω από άχρηστα ατακτοποίητα αντικείμενα, έγγραφα και φακέλους βρίσκονταν δύο κορνίζες με φωτογραφίες της Ινές.
Τις πήρε στα χέρια του και τις κοίταξε για λίγη ώρα. Αυτές οι φωτογραφίες είχαν τραβηχτεί από τον ίδιο στο μήνα του μέλιτος. Στα μάτια της Ινές καθρεφτιζόταν η απέραντη αγάπη και η ευτυχία. "Αυτό που είχαμε ήταν μοναδικό και δεν πρόκειται να το ξαναζήσω. Όμως είναι καιρός πια να προχωρήσω". Έκλεισε απότομα το συρτάρι. Ύστερα από άλλη μια νύχτα αναπολήσεων το είχε πάρει απόφαση. Ήταν ακόμα νέος και ήθελε να ζήσει. Και για να γίνει αυτό έπρεπε να ξαναβρεί κάτι από τον παλιό του εαυτό. Η σχέση του με την Καρολίνα δεν είχε αποτύχει μόνο επειδή εκείνη αποδείχτηκε επιπόλαιη και ρηχή. Είχε αποτύχει επειδή κι εκείνος αρνιόταν να δώσει μια ευκαιρία στον εαυτό του να αφεθεί σε κάτι καινούργιο. "Δεν μπορώ να ανταγωνίζομαι μονίμως ένα φάντασμα Γουστάβο" του είχε φωνάξει στον τελευταίο τους καβγά πριν φύγει με τη βαλίτσα της κοπανώντας του την πόρτα. Οι φωτογραφίες της Ινές ήταν σ' όλο το σπίτι. Κάποια ρούχα της κρέμονταν ακόμα στην ντουλάπα του. Αυτό θα άλλαζε από σήμερα. Σκέφτηκε τη Βικτόρια. Είχαν χορέψει λίγο και μιλήσει ακόμα λιγότερο. Είχαν αποχαιρετιστεί χθες το βράδυ με την υπόσχεση να πάνε για ιππασία. Αυτή η κοπέλα μπορεί να φαινόταν ξιπασμένη στην ανιψιά του, όπως του είχε πει καθώς επέστρεφαν, όμως ο ίδιος ήταν σίγουρος ότι υπήρχε κάτι άλλο από αυτό που ήθελε να δείχνει. Κάτι που ήθελε να ανακαλύψει. "Μπορώ να περάσω Γουστάβο;" ακούστηκε η φωνή του Μάριο που στεκόταν στην πόρτα.
Σηκώθηκε. Στο πρόσωπό του ζωγραφίστηκε μια έκφραση δυσφορίας. Έπρεπε να εκνευριστεί ή να ανησυχήσει για το ακατάλληλο της ώρας; Ο Μάριο ήταν συνήθως τυπικός, δεν έκανε του κεφαλιού του.
-Τι θέλεις Μάριο, ρώτησε σοβαρά σχεδόν αυστηρά.
-Συγχώρα με για την ενόχληση πρωινιάτικα, Γουστάβο, θέλω να μάθω αν αληθεύει.
Ο Γουστάβο κοίταξε το παραπονεμένο βλέμμα του Μάριο και γέμισε ερωτηματικά.
-Ποιο πράγμα;
-Λένε πως σκέφτεσαι να πουλήσεις τη φάρμα για να φύγεις από το χωριό και να γίνεις μόνιμος κάτοικος στην πρωτεύουσα.
-Τι ανοησίες είναι αυτές; Ποιοι τις λένε;
-Διάφοροι, απάντησε ο Μάριο αποφεύγοντας να κοιτάξει τον συνομιλητή του. Ο Γουστάβο, όμως, τον γνώριζε καλά. Δεν ήταν διάφοροι οι κουτσομπόληδες του χωριού, συγκεκριμένοι ήταν και δεν ήθελε να ομολογήσει τα ονόματά τους ο Σκύλος γιατί πάντα φοβόταν μην χαρακτηριστεί χαφιές. Ανέκαθεν καμάρωνε όταν τον έλεγαν εχέμυθο και είχε πάρει τόσο σοβαρά το ρόλο του, που κάλυπτε ακόμη και τους ανόητους φλύαρους. Αληθεύει, λοιπόν;
-Μα είναι δυνατόν να δίνεις σημασία στα λόγια διαφόρων; Ξέρεις καλά τι σημαίνει η φάρμα για μένα!
-Γι' αυτό παραξενεύτηκα όταν έφτασαν τα λόγια αυτά στ' αυτιά μου και ήρθα να σε ρωτήσω.
-Εγώ παραξενεύομαι που έλαβες υπ' όψιν σου τα σχόλια αυτά εξαρχής, αναστέναξε ο Γουστάβο.
-Χμ, να, πώς να το πω; Είχαν μία βάση.
Ο Γουστάβο έμεινε άναυδος. Τι φήμες διαδίδονταν δηλαδή και είχαν βάση; Τι βάση; Και ποιος μίζερος τις έσπειρε;
Ο Σκύλος, βλέποντάς τον βλοσυρό, ξερόβηξε και του είπε απολογητικά «συγνώμη και πάλι για την ενόχληση. Καταλαβαίνω ότι δεν έπρεπε να αναφέρω καν το θέμα. Μου επιτρέπεις». Ο Γουστάβο κούνησε το κεφάλι και τον άφησε να φύγει. Ήταν αλήθεια ότι οι τελευταίες του επενδύσεις του στοίχισαν τεράστια χρηματικά ποσά. Δεν ήταν πια τόσο πλούσιος όσο εξακολουθούσαν να πιστεύουν όλοι. Ωστόσο δεν είχε καμία ανάγκη να πουλήσει τη φάρμα. Κι αν έπρεπε να πουλήσει κάτι η φάρμα θα ήταν το τελευταίο. Όχι, αποκλείεται οι Λεκορνέ να διέδωσαν αυτή τη φήμη. Αν ήταν αυτοί με τη «μεγαλοψυχία», τη «λεπτότητα» και κυρίως τη «διακριτικότητα» που τους χαρακτήριζε θα είχαν γυρίσει όλη την περιοχή κάνοντας έρανο για να «σώσουν τον καλό τους γείτονα» και να επιδείξουν τα ευγενικά τους αισθήματα. Κάποιος το ήξερε. Ξαφνικά θυμήθηκε. Η αδερφή του Μάριο, η Μιράντα που έμενε στην πρωτεύουσα δούλευε στην τράπεζα. Αυτή η σκέψη τον ανακούφισε. Η Μιράντα –αν και προφανώς έκανε κουβέντα στον αδερφό της – ήταν έμπιστη. Κανείς δεν θα το μάθαινε για την ώρα.
Back to top Go down
View user profile
Sponsored content




PostSubject: Re: Συνέχισε την ιστορία...    

Back to top Go down
 
Συνέχισε την ιστορία...
View previous topic View next topic Back to top 
Page 2 of 2Go to page : Previous  1, 2

Permissions in this forum:You cannot reply to topics in this forum
Τηλενουβελοτρέλα :: Γενικού περιεχομένου :: Λάτιν θέματα/Παιχνίδια-
Jump to: